Για τον Γουίλ Άχμεντ, η διαδρομή προς τη δημιουργία μιας εταιρείας αξίας 10,1 δισεκατομμυρίων δολαρίων ξεκίνησε από αυτό που ο ίδιος αποκαλεί «την απόλυτη προδοσία». Ο υπαίτιος, όμως δεν ήταν κάποιος ανταγωνιστής ή μια αποτυχημένη επένδυση, αλλά το ίδιο του το σώμα.
Η Whoop, η εταιρεία φορητών συσκευών παρακολούθησης φυσικής κατάστασης που ίδρυσε το 2012 στη Βοστώνη, διαθέτει σήμερα περισσότερους από 2,7 εκατομμύρια χρήστες σε όλο τον κόσμο. Οι συνδρομητές της χρησιμοποιούν τα βραχιόλια της εταιρείας, τα οποία δεν διαθέτουν οθόνη, για να παρακολουθούν συνεχώς βιομετρικά δεδομένα, από την ποιότητα του ύπνου μέχρι την απόδοση και την αποκατάσταση του οργανισμού μετά την άσκηση.
Τον Μάρτιο, η εταιρεία άγγιξε τα 10,1 δισεκατομμύρια δολάρια σε αποτίμηση, έπειτα από νέο γύρο χρηματοδότησης ύψους 575 εκατομμυρίων δολαρίων, στον οποίο συμμετείχαν επενδυτές αλλά και γνωστοί αθλητές, όπως ο ΛεΜπρόν Τζέιμς, ο Κριστιάνο Ρονάλντο και ο Ρόρι ΜακΙλρόι. «Σε όλη μου τη ζωή αγαπούσα τον αθλητισμό και την άσκηση», αναφέρει χαρακτηριστικά ο 36χρονος σήμερα ιδρυτής και διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας. Από μικρή ηλικία ασχολήθηκε με διάφορα αθλήματα και αργότερα έγινε αρχηγός της ομάδας σκουός του Harvard.
Ωστόσο, η εμμονή του με τη φυσική κατάσταση τον οδήγησε συχνά στα όρια της εξάντλησης. Όπως θυμάται, περνούσε περιόδους όπου γινόταν ολοένα και πιο γυμνασμένος και ξαφνικά ένιωθε εντελώς εξαντλημένος, χωρίς να γνωρίζει τον λόγο.
Η ιδέα γεννήθηκε στο Χάρβαρντ
Κατά τη διάρκεια των σπουδών του στην πολιτική επιστήμη και τα οικονομικά στο Χάρβαρντ, ο Άχμεντ μελέτησε εκατοντάδες ιατρικές έρευνες αναζητώντας απαντήσεις. Διαπίστωσε ότι η κόπωση από την υπερβολική προπόνηση δεν αφορά μόνο τους επαγγελματίες αθλητές, αλλά οποιονδήποτε ασκείται συστηματικά. Τότε συνειδητοποίησε ότι υπήρχε ένα σημαντικό κενό στην αγορά, άνθρωποι δραστήριοι και ευαισθητοποιημένοι σε θέματα υγείας, οι οποίοι ήθελαν να κατανοήσουν καλύτερα τι συμβαίνει φυσιολογικά μέσα στο σώμα τους.
Πριν ακόμη αποφοιτήσει, δημοσίευσε τη δική του ερευνητική εργασία με τίτλο «The Feedback Tool: Measuring Intensity, Recovery and Sleep» και ξεκίνησε να εργάζεται πάνω στην ιδέα της Whoop. Μαζί με τους συμφοιτητές και συνιδρυτές του, Τζον Καποντιλούπο και Αουρέλιαν Νικολάε, στα εργαστήρια καινοτομίας του Harvard, δημιούργησε το πρώτο επιχειρηματικό σχέδιο και ανέπτυξε τα πρώτα πρωτότυπα με φυσιολογικούς αισθητήρες.
143 απορρίψεις
Τα επόμενα χρόνια μόνο εύκολα δεν ήταν. Ο Άχμεντ χρηματοδότησε τα πρώτα βήματα της εταιρείας με χρήματα από φίλους και συγγενείς, ενώ το μεγαλύτερο μέρος του 2012 το πέρασε αναζητώντας επενδυτές. Χωρίς επιτυχία. Όπως υπολογίζει ο ίδιος, δέχθηκε συνολικά 143 αρνητικές απαντήσεις στα πρώτα χρόνια της εταιρείας. Την ίδια περίοδο η Nike είχε ήδη λανσάρει το FuelBand, ενώ δύο χρόνια αργότερα ακολούθησε το Apple Watch. «Το να έχεις ως ανταγωνιστές δύο από τις μεγαλύτερες και ισχυρότερες εταιρείες του κόσμου, τη Nike και την Apple, δεν είναι ποτέ καλό», αναφέρει χαρακτηριστικά.
Πολλοί επενδυτές τον συμβούλευαν να εγκαταλείψει την ιδέα κατασκευής συσκευών και να αναπτύξει μόνο λογισμικό για άλλες εταιρείες. Εκείνος όμως πίστευε ότι η μακροπρόθεσμη επιτυχία περνούσε μέσα από τη δημιουργία ενός ολοκληρωμένου συστήματος, το οποίο θα συνδύαζε τόσο τον εξοπλισμό όσο και το λογισμικό. «Ήταν μια πολύ δύσκολη περίοδος. Κάθε μέρα προσπαθούσα απλώς να σηκωθώ και να συνεχίσω», θυμάται σύμφωνα με το CNBC.
Το μεγάλο του όραμα ήταν να προσφέρει στους χρήστες πρόσβαση σε βιομετρικά δεδομένα που μέχρι τότε μπορούσαν να συλλεχθούν μόνο με ογκώδη και ακριβά ιατρικά μηχανήματα. Για να το πετύχει, έπρεπε να δημιουργήσει φορητές συσκευές ικανές να συλλέγουν αξιόπιστα αυτά τα δεδομένα. Τελικά, η επιμονή του απέδωσε καρπούς. Τον Ιούλιο του 2013 εξασφάλισε χρηματοδότηση 3 εκατομμυρίων δολαρίων από ομάδα επενδυτών επιχειρηματικών συμμετοχών με επικεφαλής το Collaborative Fund.
Με τα κεφάλαια αυτά, η Whoop μπόρεσε να μετατρέψει το φιλόδοξο όραμα του ιδρυτή της σε πραγματικό προϊόν. Η ομάδα ανέπτυξε ξεχωριστά κάθε τεχνολογικό στοιχείο, από αισθητήρες LED που μετρούσαν τη δραστηριότητα της καρδιάς και τη ροή του αίματος χωρίς επεμβατικές διαδικασίες, μέχρι τα ηλεκτρονικά συστήματα που τα συνέδεαν σε ένα ενιαίο βραχιόλι. Το πρώτο προϊόν της εταιρείας κυκλοφόρησε στην αγορά τον Σεπτέμβριο του 2015.
Μία εβδομάδα πριν από τη χρεοκοπία
Αρχικά η Whoop στόχευσε στους κορυφαίους αθλητές, ελπίζοντας ότι η χρήση της από διάσημα ονόματα θα ενίσχυε την αναγνωρισιμότητα του εμπορικού σήματος. Μέχρι τον Σεπτέμβριο του 2015, στους χρήστες της περιλαμβάνονταν ήδη ο ΛεΜπρόν Τζέιμς και ο θρυλικός κολυμβητής Μάικλ Φελπς. Ωστόσο, η αναγνωρισιμότητα δεν μεταφράστηκε σε ισχυρές πωλήσεις. Το 2017 η εταιρεία εξακολουθούσε να μην είναι κερδοφόρα. Σε κάποια στιγμή εκείνης της χρονιάς, όπως αποκαλύπτει ο Άχμεντ, βρισκόταν «μόλις μία εβδομάδα πριν από την κήρυξη πτώχευσης».
«Η τεχνολογία ήταν εξαιρετικά ισχυρή, αλλά δεν είχαμε ακόμη βρει τον τρόπο να τη μετατρέψουμε σε πραγματική επιχείρηση», εξηγεί. Το πρόβλημα ήταν ότι οι επαγγελματίες αθλητές μπορούσαν να πληρώσουν 500 δολάρια για ένα βραχιόλι παρακολούθησης φυσικής κατάστασης, όμως το ευρύτερο κοινό όχι.
Η αλλαγή μοντέλου που έφερε την ανάπτυξη
Το 2018 η Whoop άλλαξε στρατηγική. Αντί να πουλά τη συσκευή ως μεμονωμένο προϊόν, εισήγαγε ετήσιο πρόγραμμα συνδρομής με τιμή που ξεκινούσε από τα 199 δολάρια. Οι συνδρομητές αποκτούσαν το βραχιόλι, πρόσβαση στην εφαρμογή της εταιρείας, εργαλεία παρακολούθησης υγείας και φυσικής κατάστασης, καθώς και δωρεάν αναβαθμίσεις λογισμικού και εξοπλισμού.
Η κίνηση αυτή αποδείχθηκε καθοριστική. Η βάση συνδρομητών αυξανόταν σταθερά και επιταχύνθηκε ακόμη περισσότερο κατά την περίοδο της πανδημίας, όταν το ενδιαφέρον των καταναλωτών για την παρακολούθηση της προσωπικής τους υγείας εκτοξεύθηκε. Στις 31 Μαρτίου η εταιρεία ανακοίνωσε ότι ολοκλήρωσε το 2025 με θετικές ταμειακές ροές, καθώς οι νέες συνδρομές διπλασιάστηκαν μέσα σε έναν χρόνο.
Παρά την επιτυχία της, η αγορά παραμένει εξαιρετικά ανταγωνιστική. Το Apple Watch εξακολουθεί να κυριαρχεί, έχοντας πουλήσει περίπου 281 εκατομμύρια συσκευές μέσα στην πρώτη δεκαετία κυκλοφορίας του. Παράλληλα, η Fitbit, που εξαγοράστηκε από τη Google έναντι 2,1 δισεκατομμυρίων δολαρίων, και η Oura, η οποία αποτιμήθηκε πρόσφατα στα 11 δισεκατομμύρια, αποτελούν ισχυρούς ανταγωνιστές.
Ο Άχμεντ σχεδιάζει να ενισχύσει περαιτέρω τη διεθνή παρουσία της Whoop, η οποία διαθέτει ήδη μέλη σε περισσότερες από 200 χώρες, ενώ επενδύει δυναμικά και στην τεχνητή νοημοσύνη. Κοιτάζοντας πίσω, θυμάται ότι η απόφαση να ιδρύσει τη Whoop αμέσως μετά το πανεπιστήμιο ήταν μία από τις πιο τρομακτικές της ζωής του. «Ήταν ένα τεράστιο άλμα πίστης», δηλώνει. «Το μάθημα που πήρα είναι ότι μερικές φορές πρέπει να κάνεις αυτό το μεγάλο άλμα, αν η εσωτερική σου φωνή σου λέει ότι είναι το σωστό. Στα 22 μου χρόνια, αυτή η φωνή μου φώναζε: Πρέπει να δημιουργήσεις αυτή την εταιρεία».
Διαβάστε επίσης
ΑΑΔΕ: Αιφνιδιαστικοί έλεγχοι χωρίς τοπικές… γνωριμίες
Ancient Greek Sandals: Πώς το ελληνικό σανδάλι έγινε διεθνές brand και έφτασε στην Camper
Kanakis Plexiglass 1949: Η εταιρεία που έφερε και καθιέρωσε το πλεξιγκλάς στην Ελλάδα (pics)
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφθείτε το Πρώτο ΘΕΜΑ
Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.