Η πολύωρη παραμονή στον καναπέ μπροστά στην τηλεόραση στη μέση ηλικία ενδέχεται να αφήνει ένα αποτύπωμα που γίνεται ορατό στον εγκέφαλο δεκαετίες αργότερα. Νέα μακροχρόνια έρευνα συνδέει τη συχνή τηλεθέαση με δομικές εγκεφαλικές μεταβολές που έχουν συσχετιστεί με τη γνωστική έκπτωση και τη νόσο Αλτσχάιμερ.
Το εύρημα αποκτά μεγαλύτερο ενδιαφέρον επειδή οι επιστήμονες δεν εντόπισαν αντίστοιχη επιβάρυνση σε όλες τις μορφές καθιστικής ζωής. Αντίθετα, ο χρόνος που περνούσαν οι συμμετέχοντες καθισμένοι στην εργασία τους εμφάνισε διαφορετική, σε ορισμένες περιπτώσεις ακόμη και ευνοϊκότερη, σχέση με ορισμένους δείκτες της εγκεφαλικής υγείας.
Η διαφοροποίηση αυτή στρέφει την προσοχή όχι μόνο στο πόσες ώρες παραμένει κάποιος καθιστός, αλλά και στο τι ακριβώς κάνει κατά τη διάρκειά τους. Μια εργασία που απαιτεί σκέψη, λήψη αποφάσεων και επεξεργασία πληροφοριών ενδέχεται να επιδρά διαφορετικά από την πολύωρη, παθητική κατανάλωση τηλεοπτικού περιεχομένου.
Οι αλλαγές που εμφανίστηκαν περισσότερα από 20 χρόνια αργότερα
Στην έρευνα συμμετείχαν 1.712 ενήλικες χωρίς άνοια, με μέση ηλικία περίπου 53 ετών όταν καταγράφηκαν οι καθημερινές τους συνήθειες. Οι συμμετέχοντες κλήθηκαν να αναφέρουν πόσο συχνά παρακολουθούσαν τηλεόραση στον ελεύθερο χρόνο τους, ενώ καταγράφηκε και ο χρόνος που περνούσαν καθισμένοι κατά την εργασία τους.
Περισσότερες από δύο δεκαετίες αργότερα υποβλήθηκαν σε μαγνητική τομογραφία εγκεφάλου, ώστε να εξεταστεί η δομή διαφορετικών περιοχών και να αναζητηθούν ενδείξεις που έχουν συνδεθεί με τη γήρανση και τη γνωστική έκπτωση.
Μεταξύ των ευρημάτων που εξετάστηκαν ήταν οι λεγόμενες υπερεντάσεις της λευκής ουσίας (white matter hyperintensities). Πρόκειται για αλλοιώσεις που εμφανίζονται στις μαγνητικές τομογραφίες και έχουν συνδεθεί με βλάβες στα μικρά αιμοφόρα αγγεία του εγκεφάλου.
Οι άνθρωποι που στη μέση ηλικία είχαν δηλώσει ότι παρακολουθούσαν τηλεόραση «πολύ συχνά» παρουσίασαν αργότερα μεγαλύτερο όγκο αλλοιώσεων στη λευκή ουσία. Παράλληλα, εμφάνισαν μικρότερο όγκο σε τμήματα του μετωπιαίου και του ινιακού λοβού, καθώς και σε εγκεφαλικές περιοχές που θεωρούνται ιδιαίτερα ευάλωτες στις πρώιμες μεταβολές που συνδέονται με τη νόσο Αλτσχάιμερ.
Η σχέση αυτή δεν εξαφανίστηκε όταν συνυπολογίστηκαν άλλες παράμετροι που μπορούν να επηρεάσουν την εγκεφαλική και συνολική υγεία, όπως η σωματική δραστηριότητα, το κάπνισμα, η κατανάλωση αλκοόλ, ο διαβήτης και ο δείκτης μάζας σώματος.
Το εύρημα έρχεται να προστεθεί σε προηγούμενες ενδείξεις ότι η υπερβολική τηλεθέαση και η παρατεταμένη ακινησία μπορούν να συνδέονται και με άλλες επιβαρύνσεις για την υγεία, μεταξύ των οποίων αυξημένοι καρδιαγγειακοί κίνδυνοι και μεγαλύτερη πιθανότητα θρόμβωσης.
Γιατί η καθιστική εργασία φαίνεται διαφορετική
Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα στοιχεία της έρευνας αφορά τη διαφορά ανάμεσα στην τηλεθέαση και την καθιστική εργασία.
Το να περνά κάποιος πολλές ώρες καθισμένος λόγω επαγγελματικών υποχρεώσεων δεν εμφάνισε τις ίδιες συσχετίσεις με τη δομή του εγκεφάλου. Αντιθέτως, περισσότερος καθιστικός χρόνος στην εργασία συνδέθηκε με χαμηλότερο όγκο υπερεντάσεων της λευκής ουσίας και μεγαλύτερο όγκο σε ορισμένες περιοχές του εγκεφάλου, μεταξύ των οποίων τμήματα του μετωπιαίου, του ινιακού και του βρεγματικού φλοιού.
Το αποτέλεσμα δημιουργεί ένα φαινομενικό παράδοξο. Και στις δύο περιπτώσεις το σώμα μπορεί να βρίσκεται για πολλές ώρες σε καθιστή θέση, όμως η επίδραση που καταγράφεται στον εγκέφαλο δεν είναι ίδια.
Μία πιθανή ερμηνεία αφορά το επίπεδο της νοητικής δραστηριότητας. Η εργασία γραφείου μπορεί να απαιτεί ανάγνωση, συγκέντρωση, επίλυση προβλημάτων, επικοινωνία με άλλους ανθρώπους, λήψη αποφάσεων, σχεδιασμό και συνεχή επεξεργασία νέων πληροφοριών.
Η παρακολούθηση τηλεόρασης, από την άλλη πλευρά, αποτελεί συνήθως μια περισσότερο παθητική δραστηριότητα, κατά την οποία οι απαιτήσεις από τον εγκέφαλο μπορεί να είναι μικρότερες.
Έτσι, η συζήτηση για την καθιστική ζωή ενδέχεται να χρειάζεται να μετακινηθεί από το απλό «πόσες ώρες καθόμαστε» προς ένα πιο σύνθετο ερώτημα: πώς χρησιμοποιούμε αυτές τις ώρες και πόσο ενεργός παραμένει ο εγκέφαλός μας;
Αυτό δεν σημαίνει βέβαια ότι η πολύωρη καθιστική εργασία μετατρέπεται αυτομάτως σε υγιεινή συνήθεια. Η σωματική αδράνεια εξακολουθεί να αποτελεί ξεχωριστό παράγοντα που συνδέεται με σειρά προβλημάτων υγείας. Τα συγκεκριμένα αποτελέσματα αφορούν τη σχέση διαφορετικών καθιστικών δραστηριοτήτων με ορισμένους δείκτες της δομής του εγκεφάλου.
Η διαφορετική εικόνα σε άνδρες και γυναίκες
Η ανάλυση ανέδειξε και μία ακόμη παράμετρο που παραμένει προς διερεύνηση. Όταν τα δεδομένα εξετάστηκαν χωριστά ανά φύλο, οι περισσότερες συσχετίσεις ανάμεσα στην τηλεθέαση, την καθιστική εργασία και τη δομή του εγκεφάλου καταγράφηκαν κυρίως στους άνδρες.
Δεν είναι ακόμη σαφές γιατί προέκυψε αυτή η διαφοροποίηση. Ενδέχεται να εμπλέκονται βιολογικοί, συμπεριφορικοί ή άλλοι παράγοντες που δεν έχουν αποσαφηνιστεί.
Για τον λόγο αυτό, το συγκεκριμένο εύρημα χρειάζεται επιβεβαίωση από περαιτέρω έρευνες πριν εξαχθούν ασφαλή συμπεράσματα σχετικά με το εάν και γιατί οι επιπτώσεις διαφορετικών μορφών καθιστικής δραστηριότητας διαφοροποιούνται μεταξύ ανδρών και γυναικών.
Συσχέτιση δεν σημαίνει ότι η τηλεόραση προκαλεί Αλτσχάιμερ
Παρά τη σύνδεση που καταγράφηκε, τα αποτελέσματα δεν αποδεικνύουν ότι η τηλεόραση προκαλεί άνοια ή συρρίκνωση του εγκεφάλου.
Πρόκειται για μελέτη παρατήρησης και, επομένως, μπορεί να αναδείξει συσχετίσεις, όχι όμως να αποδείξει άμεση σχέση αιτίας και αποτελέσματος.
Υπάρχουν και άλλοι περιορισμοί. Οι πληροφορίες σχετικά με τις συνήθειες τηλεθέασης βασίστηκαν στις αναφορές των ίδιων των συμμετεχόντων, γεγονός που αφήνει περιθώριο ανακρίβειας. Παράλληλα, δεν υπήρχαν αντίστοιχες μαγνητικές τομογραφίες από τη μέση ηλικία τους, ώστε οι επιστήμονες να μπορούν να παρακολουθήσουν με ακρίβεια την εξέλιξη των εγκεφαλικών μεταβολών στον χρόνο.
Δεν μπορεί επίσης να αποκλειστεί πλήρως η αντίστροφη σχέση. Είναι πιθανό ορισμένοι άνθρωποι να είχαν ήδη πολύ πρώιμες και μη ανιχνεύσιμες μεταβολές στην υγεία ή στη λειτουργία του εγκεφάλου, οι οποίες να επηρέαζαν τον τρόπο ζωής τους και να τους οδηγούσαν σε περισσότερες ώρες τηλεθέασης.
Συνεπώς, το επιστημονικά ασφαλέστερο συμπέρασμα δεν είναι ότι «η τηλεόραση προκαλεί Αλτσχάιμερ», αλλά ότι η συχνή και παθητική τηλεθέαση κατά τη μέση ηλικία συνδέθηκε με συγκεκριμένους, λιγότερο ευνοϊκούς δείκτες εγκεφαλικής υγείας πολλά χρόνια αργότερα.
Το κρίσιμο ζήτημα του «παθητικού χρόνου»
Τα αποτελέσματα δεν οδηγούν στην ανάγκη πλήρους αποχής από την τηλεόραση. Περισσότερη σημασία ενδέχεται να έχει τι χάνεται από την καθημερινότητα όταν αυξάνονται οι ώρες μπροστά στην οθόνη.
Η πολύωρη τηλεθέαση μπορεί να περιορίζει τον χρόνο που διαφορετικά θα αφιερωνόταν σε σωματική άσκηση, κοινωνικές επαφές, διάβασμα, δημιουργικές ασχολίες ή δραστηριότητες που απαιτούν μεγαλύτερη νοητική συμμετοχή.
Η σωματική δραστηριότητα, άλλωστε, παραμένει βασικός παράγοντας για την υγιή γήρανση. Αξιοσημείωτο είναι ότι στη συγκεκριμένη έρευνα η σύνδεση μεταξύ συχνής τηλεθέασης και εγκεφαλικών ευρημάτων παρέμεινε ακόμη και όταν οι επιστήμονες συνυπολόγισαν τα επίπεδα άσκησης.
Το μήνυμα, επομένως, είναι ευρύτερο από μια απλή προειδοποίηση κατά της τηλεόρασης. Δύο άνθρωποι μπορεί να περνούν τον ίδιο αριθμό ωρών καθισμένοι, αλλά να χρησιμοποιούν αυτόν τον χρόνο με εντελώς διαφορετικό τρόπο.
Η συχνή εναλλαγή της παθητικής τηλεθέασης με κίνηση, κοινωνική δραστηριότητα και πνευματικά απαιτητικές ασχολίες αποτελεί μια πρακτική επιλογή που περιορίζει τον αδρανή χρόνο και κρατά σώμα και εγκέφαλο περισσότερο ενεργούς.
Για όσους, λοιπόν, συνηθίζουν να περνούν μεγάλα τμήματα της ημέρας στον καναπέ, το ερώτημα δεν είναι απαραίτητα εάν πρέπει να εγκαταλείψουν την αγαπημένη τους σειρά. Περισσότερο έχει σημασία εάν η τηλεόραση έχει αρχίσει να καταλαμβάνει χρόνο που διαφορετικά θα μπορούσε να περιλαμβάνει κίνηση, επικοινωνία, μάθηση και ενεργή χρήση του μυαλού.
Διαβάστε ακόμη
ΑΑΔΕ: Πρόστιμο 1,32 εκατ. ευρώ σε επιχείρηση – Νοίκιαζε 132 αυτοκίνητα που είχε δηλώσει σε… ακινησία
Euroseas: «Κλειδωμένη» η κερδοφορία έως το 2028 – Στα 33,2 εκατ. δολάρια τα κέρδη τριμήνου
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφτείτε το Πρώτο Θέμα
Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.