Η πρόταση του Αλέξη Τσίπρα για «πατριωτική εισφορά» στον μεγάλο πλούτο άνοιξε μια συζήτηση που πρέπει πρώτα και πάνω από όλα να απαντήσει στο ερώτημα: ποιοι είναι, τελικά, οι πλουσιότεροι Έλληνες και πόση περιουσία διαθέτουν;
Στη δημόσια αντιπαράθεση εμφανίζονται εκατοντάδες δισεκατομμύρια περιουσίας, δεκάδες χιλιάδες φορολογούμενοι και υπολογισμοί για τα έσοδα ενός νέου φόρου. Μόνο που οι αριθμοί δεν περιγράφουν πάντοτε τους ίδιους ανθρώπους ούτε μετρούν το ίδιο πράγμα. Άλλοτε αφορούν όσα διαθέτει κάποιος και άλλοτε όσα δηλώνει ότι κερδίζει.
Η Ελλάδα δεν στερείται στοιχείων. Στερείται, όμως, μιας πλήρους και ενιαίας εικόνας που να συνδέει την περιουσία, τις υποχρεώσεις και τα εισοδήματα κάθε προσώπου.
Οι διεθνείς βάσεις δεδομένων προσφέρουν εκτιμήσεις για την κατανομή του πλούτου.
Η ΑΑΔΕ καταγράφει δηλωμένα εισοδήματα και επιμέρους περιουσιακά στοιχεία.
Η Eurostat αποτυπώνει, μέσω της έρευνας εισοδήματος και συνθηκών διαβίωσης, τις εισοδηματικές ανισότητες και τη φτώχεια- όχι όμως το σύνολο της περιουσίας των νοικοκυριών.
Καμία από αυτές τις πηγές, από μόνη της, δεν απαντά σε όλα τα ερωτήματα που έχουν μπει στο τραπέζι.
Άλλο τι κερδίζεις, άλλο τι έχεις
Η διαφορά ανάμεσα στο εισόδημα και τον πλούτο είναι απλή, αλλά καθοριστική.
Το εισόδημα είναι μια ροή: ο μισθός, η σύνταξη, τα ενοίκια, τα μερίσματα ή τα επιχειρηματικά κέρδη μιας χρονιάς. Ο πλούτος είναι ένα απόθεμα: ακίνητα, καταθέσεις, μετοχές, ομόλογα και επιχειρηματικές συμμετοχές. Για να υπολογιστεί ο καθαρός πλούτος, αφαιρούνται τα χρέη.
Ένας άνθρωπος μπορεί να διαθέτει ακίνητα μεγάλης αξίας και να εισπράττει σχετικά περιορισμένο ετήσιο εισόδημα. Αντίστροφα, ένας υψηλόμισθος εργαζόμενος μπορεί να έχει σημαντικές αποδοχές, αλλά μικρή περιουσία και μεγάλο στεγαστικό δάνειο.
Επομένως, το ανώτερο 1% των εισοδημάτων δεν ταυτίζεται αναγκαστικά με το ανώτερο 1% του πλούτου.
Και ένας φόρος στην περιουσία δεν μπορεί να αξιολογηθεί υπολογίζοντας απλώς τι θα απέδιδε ο ίδιος συντελεστής πάνω στα ετήσια εισοδήματα, όπως έκανε ο υπουργός Επικρατείας, Άκης Σκέρτσος, απαντώντας στην πρόταση της ΕΛ.Α.Σ.
Τα 201,6 δισ. ευρώ της WID
Η πλευρά Τσίπρα επικαλείται στοιχεία της World Inequality Database για το 2024, σύμφωνα με τα οποία το πλουσιότερο 1% κατέχει το 24,27% του πλούτου στην Ελλάδα, περιουσία περίπου 201,6 δισ. ευρώ.
Η World Inequality Database (WID) είναι διεθνής ερευνητική βάση για την κατανομή εισοδήματος και πλούτου, με τη συμμετοχή οικονομολόγων όπως ο Τομά Πικετί.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της World Inequality Database για το 2024, το πλουσιότερο 1% στην Ελλάδα συγκεντρώνει το 24,27% του καθαρού προσωπικού πλούτου, ενώ το ανώτερο 10% κατέχει το 60,91%.
Στην έκδοση των δεδομένων που εξετάσαμε, ο συνολικός καθαρός προσωπικός πλούτος ανέρχεται σε περίπου 968,6 δισ. ευρώ. Από τον συνδυασμό αυτών των μεγεθών προκύπτει ότι στο ανώτερο 1% αντιστοιχούν περίπου 235 δισ. ευρώ και στο ανώτερο 10% περίπου 590 δισ. ευρώ.

Η WID, ωστόσο, δεν είναι περιουσιολόγιο. Δεν διαθέτει έναν φορολογικό κατάλογο με ονόματα και εξακριβωμένες περιουσίες. Οι εκτιμήσεις της για την Ελλάδα εντάσσονται σε μια μεθοδολογία που συνδυάζει έρευνες περιουσίας των νοικοκυριών με μακροοικονομικά δεδομένα και προσαρμογές, ώστε να αποτυπώνεται καλύτερα η συνολική κατανομή. Πρόκειται για στατιστική εκτίμηση, όχι για διοικητική απογραφή.
Αυτό δεν ακυρώνει την αξία των στοιχείων. Θέτει, όμως, όρια στη χρήση τους: ένα εκτιμώμενο μερίδιο πλούτου δεν μετατρέπεται αυτομάτως σε συγκεκριμένο κατάλογο φορολογουμένων.
Η κυβερνητική απάντηση μετρά εισοδήματα
Στην απάντησή του, ο Άκης Σκέρτσος αναφέρθηκε σε περίπου 67.000 φυσικά πρόσωπα στο ανώτερο 1% των δηλωμένων εισοδημάτων, με συνολικό δηλωθέν φορολογητέο εισόδημα 14,5 δισ. ευρώ. Εφαρμόζοντας συντελεστή 1%, υπολόγισε έσοδα 145 εκατ. ευρώ.
Ο πολλαπλασιασμός είναι σωστός. Αφορά, όμως, διαφορετική βάση από την καθαρή περιουσία στην οποία αναφέρεται η πρόταση. Τα 14,5 δισ. ευρώ εισοδήματος και τα 201,6 δισ. ευρώ εκτιμώμενου πλούτου δεν είναι δύο διαφορετικές μετρήσεις του ίδιου μεγέθους.
Οι πίνακες της ΑΑΔΕ δείχνουν πόσο σημαντικές είναι αυτές οι διακρίσεις. Στο στατιστικό δελτίο για το φορολογικό έτος 2023, ο πίνακας κατανομής ατομικού φορολογητέου εισοδήματος περιλαμβάνει περίπου 9 εκατ. φορολογουμένους.
Στα κλιμάκια από 100.000 ευρώ και πάνω καταγράφονται 24.058, από 200.000 ευρώ και πάνω 6.293, ενώ στο κλιμάκιο των 900.000 ευρώ και άνω βρίσκονται 849.

Αυτοί είναι αριθμοί για την κορυφή της εισοδηματικής κατανομής όπως αποτυπώνεται στις δηλώσεις. Δεν αποτελούν καταμέτρηση των μεγαλύτερων περιουσιών της χώρας..
Οι 82.000 εκατομμυριούχοι της UBS
Μια διαφορετική εικόνα προσφέρει το Global Wealth Report 2026 της UBS.
Η τράπεζα εκτιμά ότι η Ελλάδα διέθετε περίπου 82.000 εκατομμυριούχους σε δολάρια στο τέλος του 2025. Ο αριθμός τους αυξήθηκε κατά 3,5%, δηλαδή κατά 2.762 άτομα σε σχέση με το 2024.
Δεν σημαίνει ότι κερδίζουν ένα εκατομμύριο δολάρια τον χρόνο ή ότι έχουν τόσα χρήματα στην τράπεζα. Σημαίνει ότι, αν προσθέσουμε την αξία όσων διαθέτουν (για παράδειγμα σπίτια, καταθέσεις, μετοχές και συμμετοχές σε επιχειρήσεις) και αφαιρέσουμε όσα χρωστούν, απομένει τουλάχιστον ένα εκατομμύριο δολάρια.

Οι περίπου 82.000 εκατομμυριούχοι της UBS και τα περίπου 81.900 άτομα του πλουσιότερου 1% της WID φαίνονται σχεδόν ίδιοι αριθμοί. Δεν περιγράφουν, όμως, κατ’ ανάγκη τους ίδιους ανθρώπους: οι δύο πηγές χρησιμοποιούν διαφορετικά περιουσιακά όρια, διαφορετική μεθοδολογία και στοιχεία διαφορετικών ετών.
Το περιουσιολόγιο και οι δύσκολες αποτιμήσεις
Στην Ελλάδα υπάρχει ήδη ηλεκτρονικό περιουσιολόγιο ακινήτων της ΑΑΔΕ, το οποίο βασίζεται στις δηλώσεις Ε9. Δεν αποτελεί, όμως, πλήρη απογραφή του πλούτου: η καταγραφή των ακινήτων δεν δείχνει από μόνη της το σύνολο της περιουσίας και των χρεών κάθε φορολογουμένου.
Το κενό δεν είναι ότι το κράτος δεν διαθέτει άλλα στοιχεία, αλλά ότι τα επιμέρους αρχεία δεν αρκούν από μόνα τους για μια ενιαία εικόνα της καθαρής περιουσίας. Χρειάζεται να συνυπολογιστούν καταθέσεις, επενδύσεις και επιχειρηματικές συμμετοχές, καθώς και περιουσιακά στοιχεία που αποτιμώνται δυσκολότερα, όπως έργα τέχνης ή τιμαλφή σε θυρίδες.
Η δυσκολία δεν περιορίζεται στην καταγραφή. Χρειάζεται να προσδιοριστεί η πραγματική αξία των περιουσιακών στοιχείων, να εντοπιστούν οι ιδιοκτήτες τους πίσω από εταιρικά σχήματα και να αφαιρεθούν τα αντίστοιχα χρέη. Άλλο να γνωρίζει η εφορία ότι κάποιος διαθέτει ένα ακίνητο ή μια εταιρική συμμετοχή και άλλο να γνωρίζει πόσο πλούσιος είναι συνολικά.
Εδώ συναντώνται η ελληνική συζήτηση και η διεθνής αντιπαράθεση για τη φορολόγηση του πλούτου. Οι υποστηρικτές της θεωρούν ότι η περιουσία εκφράζει οικονομική δύναμη που δεν αποτυπώνεται πλήρως στο ετήσιο εισόδημα και ότι η φορολόγησή της μπορεί να περιορίσει τις ανισότητες.
Οι επικριτές επισημαίνουν τις δυσκολίες αποτίμησης, τα προβλήματα ρευστότητας και τα κίνητρα μεταφοράς περιουσίας ή φορολογικής κατοικίας. Ο ΟΟΣΑ τονίζει ότι ένας φόρος καθαρής περιουσίας πρέπει να αξιολογείται μαζί με τους ήδη υπάρχοντες φόρους στο εισόδημα από κεφάλαιο και στις μεταβιβάσεις περιουσίας, όχι απομονωμένα.
Το 6% των Ελλήνων πληρώνει 12 δις φόρους
Εκεί όπου τα ελληνικά στοιχεία δίνουν σαφέστερη απάντηση είναι στην κατανομή του φόρου εισοδήματος.
Στον πίνακα της ΑΑΔΕ για τον αναλογούντα φόρο του 2023, σε σύνολο περίπου 6,72 εκατ. δηλώσεων, τα 1,94 εκατομμύρια (ποσοστό 28,8%) εμφανίζουν μηδενικό αναλογούντα φόρο.
Το 55,6% των δηλώσεων, με αναλογούντα φόρο έως 600 ευρώ, αντιστοιχεί μόλις στο 2,6% του συνολικού ποσού.
Στην άλλη άκρη, περίπου 400.700 δηλώσεις (μόλις το 6% του συνόλου) πληρώνουν το 50,6% του συνολικού φόρου εισοδήματος που υπολογίζει η ΑΑΔΕ.
Στις 400.700 αυτές δηλώσεις αντιστοιχεί φόρος 6.000 ευρώ και άνω ανά δήλωση — κατά μέσο όρο περίπου 15.200 ευρώ. Συνολικά καλούνται να καταβάλλουν 6,1 δισ. ευρώ, από το συνολικό αναλογούντα φόρο εισοδήματος 12,06 δισ. ευρώ για το 2023.

Ενώ, λοιπόν, η συζήτηση επικεντρώνεται στη φορολόγηση του πλουσιότερου 1%, τα στοιχεία της ΑΑΔΕ δείχνουν ότι ο φόρος εισοδήματος είναι ήδη συγκεντρωμένος σε λίγες δηλώσεις: μόλις στο 6% του συνόλου καταβάλλει πάνω από το μισό του φόρου εισοδήματος. Αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει ότι πρόκειται για τους μεγαλύτερους κατόχους περιουσίας.
Το ουσιαστικό ερώτημα, συνεπώς, δεν είναι μόνο πόσο περισσότερο μπορούν να πληρώσουν όσοι ήδη εμφανίζονται στην κορυφή των δηλωμένων εισοδημάτων. Είναι κατά πόσο το φορολογικό σύστημα αποτυπώνει την πραγματική οικονομική δυνατότητα όλων.
Διαβάστε ακόμη
Armani: Η επόμενη ημέρα μετά τον Τζόρτζιο Αρμάνι και η μάχη για την πώληση μεριδίου του οίκου
Η «γκρίζα ζώνη» της Binance στην Ευρώπη – Πώς συνεχίζει να λειτουργεί χωρίς άδεια
Diana Shipping: Κάτω από το 10% στη Genco με πωλήσεις μετοχών $7,3 εκατ.
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφθείτε το Πρώτο ΘΕΜΑ
Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.