Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης

Add Newmoney.gr on Google

Εάν δεν πέφτουν δραματικά έξω στα προγνωστικά τους οι εμπειρογνώμονες της Morgan Stanley, το κοινό ταπεινό αλάτι θα βρεθεί σύντομα στο επίκεντρο μιας παγκόσμιας οικονομικής, τεχνολογικής, αλλά και οικολογικής επανάστασης.

Σε περίπου 10 χρόνια από σήμερα, το χλωριούχο νάτριο, αλλιώς το αλάτι, θα έχει αναδειχθεί σε ένα προϊόν-χρυσάφι, κάτι που θα ισοδυναμεί με ποιοτικό άλμα και τομή στην ιστορική διαδρομή του.

Το χρονικά τελευταίο, το σημερινό ορόσημο αυτής της διαδρομής, θέτουν οι μπαταρίες για τα ηλεκτρικά και τα υβριδικά οχήματα, στις οποίες οφείλεται εν πολλοίς και η επαν-ανακάλυψη του αλατιού ως σύγχρονου βιομηχανικού θησαυρού. Και επίσης ως «όπλου» στον ακήρυχτο οικονομικό και τεχνολογικό πόλεμο ανάμεσα στη Δύση και την Κίνα.

Εν αρχή ην… το άλας

Αλλά το σημείο αφετηρίας για την περιπέτεια του αλατιού βρίσκεται κρυμμένο κάπου στις χιλιετίες του απώτατου παρελθόντος και τις απαρχές του οργανωμένου κοινωνικού βίου για το ανθρώπινο είδος. Κατά τους αρχαίους Ελληνες, το αλάτι γεννήθηκε κατευθείαν μέσα από τη θάλασσα, κάτι που πρώτη μαρτυρά η ετυμολογία: «αλς» στην ονομαστική, «αλός» στη γενική, ουσιαστικό θηλυκού γένους, η θάλασσα.

«Αλς» ως αρσενικό, το αλμυρό νερό και εντέλει «άλας» ως ουδέτερο. Στα λατινικά, το ελληνικό «άλας» αναγραμματίστηκε και άρχισε να ξαναγράφει την ιστορία του ως sal, ένας όρος που καθιερώθηκε, με μικρές παραλλαγές, στις πιο διαδεδομένες ευρωπαϊκές γλώσσες: salt στα αγγλικά, sel στα γαλλικά, sal στα ισπανικά, sale στα ιταλικά, saltz στα γερμανικά.

Και αν ένα από τα πρώτα αλατωρυχεία στον πλανήτη λειτούργησε στην Κίνα περί το 6.000 π.Χ., το Σάλτσμπουργκ («Του Αλατιού το Κάστρο») στην Αυστρία βαφτίστηκε έτσι στον Μεσαίωνα χάριν της στρατηγικής θέσης του, στο πέρασμα του ποταμού Σάλτζαχ, διά του οποίου μεταφερόταν το αλάτι από τα παρακείμενα ορυχεία.

Παρομοίως, πόλεις και οικισμοί ανά την Ευρώπη με κατάληξη σε -ich (π.χ. Norwich) ή που οι ονομασίες τους μοιάζουν ως παραφθορές του sal (Ηalle, Saal κ.λπ.) ή ακόμη και ο Αλιμος της Αττικής, η γενέτειρα του Θουκυδίδη, οφείλουν την ταυτότητά τους στο αλάτι.

Παρόλο ότι δεκάδες λέξεις, δεκάδες παροιμιακές εκφράσεις (όπως το «Υμείς εστέ το άλας της γης» που είπε ο Ιησούς στους μαθητές του), σε δεκάδες γλώσσες αποτελούν παράγωγα εκείνου του ομηρικού άλατος, το παιχνίδι των σημασιών ξέφυγε συν τω χρόνω κατά πολύ από την κουζίνα και την τραπεζαρία, από τη σαλάτα, τη σάλτσα, τις sauce και τα sausages.

Διότι ήδη από τη ρωμαϊκή εποχή οι λεγεωνάριοι ενίοτε πληρώνονταν σε είδος για τις υπηρεσίες που προσέφεραν στην αυτοκρατορία με το λεγόμενο «salarium», ένα φορτίο αλατιού. Και από τότε μέχρι σήμερα, κάθε μισθωτός ανά την υφήλιο λαμβάνει τακτικά τον κατ’ αρχήν συμφωνηθέντα με τον εργοδότη του salary.

Ο οποίος για τη συντριπτική πλειονότητα των εργαζομένων μόνο κατ’ εξαίρεση επαρκεί για να εξουδετερώσει τις αλμυρές τιμές των καταναλωτικών προϊόντων – αλλά ας πούμε ότι αυτή είναι μια εντελώς διαφορετική συζήτηση.

Στο χρηματιστήριο

Το αλάτι επανέρχεται στο προσκήνιο το τρέχον διάστημα -και δη με ορμή και μεγάλες αξιώσεις- κυρίως λόγω της διάδοσης της ηλεκτροκίνησης και της συνακόλουθης πιεστικής ανάγκης για φθηνότερες και συνολικά πιο αποδοτικές μπαταρίες. Η ζήτηση στον συγκεκριμένο κλάδο βαίνει διαρκώς αυξανόμενη, η έρευνα και η εξέλιξη εξαρτημάτων για τα αμιγώς ηλεκτρικά ή τα υβριδικά οχήματα επιταχύνουν ακατάπαυστα και το αλάτι φέρεται εσχάτως ως παράγοντας-κλειδί στην παραγωγή συνολικά καλύτερων μπαταριών.

Από εμπορικής και οικονομικής άποψης αυτό ενδέχεται να αναγάγει το αλάτι σε ένα από τα χρηματιστηριακά commodities, δηλαδή τα εμπορεύματα καθαυτά που τίθενται σε διαπραγμάτευση στις χρηματαγορές αντί για τις άυλες μετοχές εταιρειών. Στην περίπτωση αυτή, η αξία του αλατιού θα διαμορφώνεται σε πραγματικό χρόνο και θα υπόκειται στις διακυμάνσεις -ακόμη και τις τεχνητές- της εκάστοτε προσφοράς και ζήτησης, όπως ισχύει για μια σειρά από εμπορεύματα.

Έτσι, το αλάτι θα πάρει τη θέση του ανάμεσα σε απαραίτητες πρώτες ύλες για τις θεμελιώδεις, ζωτικές λειτουργίες της ανθρώπινης κοινότητας, όπως π.χ. το πετρέλαιο, ο χρυσός, η ξυλεία, τα μεταλλεύματα κ.λπ., αλλά και το σιτάρι, το ρύζι, ο καφές και το κακάο, μεταξύ άλλων, τα οποία βρίσκονται κατ’ ουσίαν στον προθάλαμο των εμπορευματικών χρηματιστηρίων, όπως φερ’ ειπείν το ελαιόλαδο.

Γιατί όχι και το αλάτι, λοιπόν; Μέχρι στιγμής το αλάτι έμενε εκτός διαπραγμάτευσης στα μεγάλα χρηματιστήρια αγαθών σε ΗΠΑ, Ασία και Ευρώπη κυρίως διότι πρόκειται για μια πρώτη ύλη με αναλογικά μεγάλο βάρος, το εμπόριο και η διακίνηση της οποίας γίνονται εντός μικρής ακτίνας μεταξύ σημείου παραγωγής και δικτύου κατανάλωσης.

Το περίφημο «αλάτι Ιμαλαΐων» και διάφορες εκλεκτές -γκουρμέ- ποικιλίες προς βρώσιν απασχολούν το εμπόριο σε σχετικά μικρές ποσότητες, χωρίς να δημιουργούν την ανάγκη κεντρικής διαμόρφωσης των τιμών μέσω των χρηματαγορών.

Διαβάστε περισσότερα στο protothema.gr