Η επόμενη κίνηση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) εξελίσσεται σε πολύ πιο σύνθετη υπόθεση από μια ακόμη μάχη κατά του πληθωρισμού. Η συνεχιζόμενη ένταση στον Περσικό Κόλπο, ο αποκλεισμός των Στενών του Ορμούζ, η άνοδος του ενεργειακού κόστους και η νέα αναταραχή στην αγορά κρατικών ομολόγων δημιουργούν μια εξαιρετικά δύσκολη εξίσωση για τη Φρανκφούρτη.
Στο επίκεντρο βρίσκεται η συνεδρίαση του Διοικητικού Συμβουλίου στις 9 και 10 Σεπτεμβρίου, όταν θα πρέπει να αξιολογηθεί εάν υπάρχει περιθώριο για δεύτερη αύξηση των επιτοκίων ή εάν οι αυξανόμενοι κίνδυνοι για την οικονομία και το δημόσιο χρέος της Ευρωζώνης επιβάλλουν στάση αναμονής.
Το πρόβλημα είναι ότι οι δύο πλευρές της εξίσωσης κινούνται πλέον προς αντίθετες κατευθύνσεις. Ο πληθωρισμός απαιτεί αυστηρότερη νομισματική πολιτική, ενώ η ανάπτυξη και οι αγορές ομολόγων χρειάζονται ακριβώς το αντίθετο.
Ο πληθωρισμός και το μήνυμα της ΕΚΤ
Ο επικεφαλής οικονομολόγος της ΕΚΤ Φίλιπ Λέιν εκτιμά ότι ο πληθωρισμός στην Ευρωζώνη θα κορυφωθεί περίπου στο 3% και θα παραμείνει κοντά σε αυτό το επίπεδο έως το τέλος του έτους. Η εξέλιξη αυτή κρατά ζωντανό το σενάριο μιας ακόμη αύξησης του κόστους χρήματος κατά 25 μονάδες βάσης, την οποία σε σημαντικό βαθμό έχουν ήδη ενσωματώσει στις τιμές τους οι αγορές.
Η ΕΚΤ, ωστόσο, αποφεύγει να προκαταλάβει την απόφαση του Σεπτεμβρίου. Η γραμμή που εκπέμπεται είναι ότι θα ληφθούν όσα μέτρα απαιτούνται προκειμένου να περιοριστούν οι πληθωριστικές πιέσεις, χωρίς όμως δέσμευση για συγκεκριμένη κίνηση.
Η στάση αυτή συνδέεται και με το μάθημα της ενεργειακής κρίσης του 2022. Μετά την έναρξη του πολέμου με το Ιράν και την εκτίναξη των τιμών της ενέργειας, η ΕΚΤ έχει καταστήσει σαφές ότι δεν θέλει να επαναλάβει μια καθυστερημένη αντίδραση απέναντι σε ένα νέο πληθωριστικό σοκ.
Το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο αποτελούν πλέον τον βασικό εξωτερικό κίνδυνο. Όσο παραμένουν προβληματικές οι ενεργειακές ροές από τον Περσικό Κόλπο, τόσο αυξάνεται η πιθανότητα το υψηλότερο κόστος να περάσει στις τιμές καταναλωτή και να δυσκολέψει την επιστροφή του πληθωρισμού στον στόχο.
Το χρέος Γαλλίας και Ιταλίας αλλάζει την εξίσωση
Το μεγαλύτερο εμπόδιο σε μια νέα αύξηση επιτοκίων βρίσκεται πλέον στην αγορά ομολόγων. Η Ευρωζώνη μπορεί να εμφάνισε ανάπτυξη 0,4% στο δεύτερο τρίμηνο, επιβεβαιώνοντας μεγαλύτερη ανθεκτικότητα από εκείνη που φοβούνταν αρκετοί αναλυτές, όμως ταυτόχρονα επέστρεψαν στο προσκήνιο οι ανησυχίες για τα δημόσια οικονομικά.
Ιδιαίτερη πίεση δέχονται η Γαλλία και η Ιταλία, δύο από τις μεγαλύτερες οικονομίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ταυτόχρονα χώρες με υψηλό δημόσιο χρέος και σημαντικές χρηματοδοτικές ανάγκες.
Οι αποδόσεις των 10ετών γαλλικών και ιταλικών ομολόγων πέρασαν οριακά πάνω από το 4%, ανεβάζοντας αισθητά το κόστος με το οποίο οι δύο κυβερνήσεις μπορούν να χρηματοδοτούνται από τις αγορές. Η μεταβολή αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα καθώς οι επενδυτές εξετάζουν πλέον πολύ αυστηρότερα τον συνδυασμό χρέους, ελλειμμάτων και ασθενικής ανάπτυξης.
Οι πιέσεις δεν περιορίζονται στον ευρωπαϊκό Νότο. Ακόμη και η Γερμανία βρίσκεται αντιμέτωπη με δραματικά διαφορετικές συνθήκες χρηματοδότησης σε σχέση με λίγα χρόνια πριν. Η απόδοση των γερμανικών τίτλων έχει κινηθεί περίπου στο 3,25%, όταν πριν από πέντε χρόνια η μεγαλύτερη οικονομία της Ευρωζώνης μπορούσε να δανείζεται ακόμη και με αρνητικές αποδόσεις.
Η αλλαγή αποτυπώνει μια νέα πραγματικότητα: το φθηνό χρήμα αποτελεί παρελθόν και κάθε πρόσθετη αύξηση των επιτοκίων της ΕΚΤ μπορεί να κάνει ακριβότερη την αναχρηματοδότηση του ευρωπαϊκού δημόσιου χρέους.
Ο κίνδυνος ενός φαύλου κύκλου
Μια νέα αύξηση κατά 25 μονάδες βάσης θα μπορούσε να λειτουργήσει ως πρόσθετο ανάχωμα στον πληθωρισμό, περιορίζοντας τη ζήτηση και στέλνοντας μήνυμα ότι η ΕΚΤ δεν πρόκειται να ανεχθεί μονιμότερη μετατόπιση των τιμών προς τα πάνω.
Ταυτόχρονα, όμως, θα μπορούσε να ενισχύσει περαιτέρω τις αποδόσεις των κρατικών ομολόγων, αυξάνοντας το κόστος εξυπηρέτησης του χρέους. Για χώρες όπως η Γαλλία και η Ιταλία, η διάρκεια της περιόδου υψηλών επιτοκίων έχει πλέον σχεδόν την ίδια σημασία με το τελικό επίπεδό τους.
Υπάρχει και ο κίνδυνος για την πραγματική οικονομία. Οι μεγαλύτερες οικονομίες της Ευρώπης δυσκολεύονται να πετύχουν ισχυρούς ρυθμούς ανάπτυξης και ένα ακόμη ακριβότερο κόστος χρήματος θα μπορούσε να περιορίσει επενδύσεις, κατανάλωση και πιστωτική επέκταση.
Εάν μάλιστα υπάρξει νέα κλιμάκωση στον Περσικό Κόλπο, η Ευρωζώνη θα μπορούσε να βρεθεί μπροστά στο δυσμενέστερο δυνατό σενάριο: υψηλότερο πληθωρισμό και χαμηλότερη ανάπτυξη ταυτόχρονα.
Το δύσκολο φθινόπωρο της Ευρωζώνης
Η εικόνα γίνεται ακόμη πιο σύνθετη ενόψει του χειμώνα. Η αναπλήρωση των ευρωπαϊκών αποθεμάτων φυσικού αερίου αναμένεται δύσκολη, διατηρώντας την ενεργειακή ασφάλεια ψηλά στην ατζέντα και αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο νέων ανατιμήσεων.
Αυτό σημαίνει ότι η συνεδρίαση του Σεπτεμβρίου δεν θα αφορά μόνο το εάν ο πληθωρισμός δικαιολογεί μία ακόμη αύξηση. Θα αφορά και το πόση πίεση μπορούν να αντέξουν ταυτόχρονα οι οικονομίες, οι επιχειρήσεις και οι υπερχρεωμένες κυβερνήσεις της Ευρωζώνης.
Οι αγορές εξακολουθούν να βλέπουν πιθανότητα μίας ή ακόμη και δύο αυξήσεων επιτοκίων μέχρι το τέλος του έτους. Στην Ευρώπη, όμως, ενισχύονται οι φωνές υπέρ μιας πιο προσεκτικής στάσης.
Για την ΕΚΤ, επομένως, το φθινόπωρο ξεκινά με ένα δίλημμα χωρίς εύκολη λύση. Εάν δεν αυξήσει τα επιτόκια και η ενεργειακή κρίση τροφοδοτήσει νέο κύμα ανατιμήσεων, κινδυνεύει να χάσει έδαφος απέναντι στον πληθωρισμό. Εάν τα αυξήσει, μπορεί να προσθέσει νέα πίεση στην ανάπτυξη και σε μια αγορά δημόσιου χρέους που ήδη δείχνει τα πρώτα σημάδια έντονης νευρικότητας.
Διαβάστε ακόμη
Oι Λιβανέζοι που, μετά την Αθήνα, επενδύουν στο real estate της Σύρου (pics)
Τα τρελά ποσά στις μεταγραφές του ποδοσφαίρου
Το «τρίγωνο του λιθίου»: Η νέα μάχη για τον λευκό χρυσό της Νότιας Αμερικής
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφθείτε το Πρώτο ΘΕΜΑ
Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.