Tου Δημήτρη Παφίλα
Τις τελευταίες ημέρες στο ελληνικό χρηματιστήριο συμβαίνει ένα αξιοπρόσεκτο φαινόμενο για αγορές. Μόλις η οδός Αθηνών άρχιζε να διορθώνει τότε αμέσως οι αγοραστές «ακυρώνουν» την πτώση με τις αγορές τους, και οδηγούν το Χρηματιστήριο πάλι σε άνοδο. Μάλιστα, πολύ σπάνια υπάρχουν τέσσερις ανοδικές συνεδριάσεις με άνοδο πάνω από 1%.
Το ελληνικό χρηματιστήριο και οι υγιείς ελληνικές εταιρείες αρχίζουν να κεντρίζουν πάλι τους ξένους επενδυτές- οι οποίοι αισθάνονται πιο ασφαλείς από τις προηγούμενες φορές.
Γιατί, όμως, αρχίζουν να εισρέουν πάλι τα ξένα κεφάλαια; Αρκεί το γεγονός ότι ένα ETF αγοράζει ελληνικές μετοχές του FTSE 25;
Όπως θα δούμε, η άνοδος του Δείκτη κατά 10% περίπου από 1ης Ιανουαρίου και 24% από τις αρχές Νοεμβρίου στηρίζεται σε περισσότερα στοιχεία. Αμερικανικά και αγγλικά funds που επενδύουν σε αναδυόμενες αγορές – εν μέσω της κορύφωσης των υπόλοιπων διεθνών αγορών – βλέπουν την Ελλάδα ως ένα ασφαλή προορισμό που θα δώσει αποδόσεις καθώς υπάρχει- και θα συνεχίσει να υπάρχει- η υψηλή εποπτεία των δανειστών και μετά τον Αύγουστο του 2018.
Επιπλέον, υπό το καθεστώς των κεφαλαιακών ελέγχων, οι τράπεζες δεν κινδυνεύουν με χρεοκοπία αλλά δύσκολα μαζεύουν και καταθέσεις σ ένα οικονομικό περιβάλλον υψηλής φορολογίας.
Το τρίτο δεδομένο, είναι ότι, οι ελληνικές τράπεζες που πέρασαν τα «σκληρά» stress tests του 2015, δεν αναμένεται να αντιμετωπίσουν κεφαλαιακά προβλήματα με τους όρους των σεναρίων που θα ανακοινωθούν την ερχόμενη Τετάρτη από τον ευρωπαϊκό επόπτη. Εύκολα ή δύσκολα οι ελληνικές τράπεζες θα περάσουν τα tests εν όψει και της ολοκλήρωσης της τέταρτης αξιολόγησης τον ερχόμενο Αύγουστο. Ο ευρωπαϊκός επόπτης άλλωστε έχει την προσοχή του στραμμένη στην Ιταλία όπου οι εκλογές ενδεχομένως να φέρουν μια δοκιμασία, σε μια περίοδο που η ευρωπαϊκή οικονομία ανακάμπτει.
Επιπρόσθετα, η ελληνική αγορά έχει μπροστά της αρκετά deals, τόσο λόγω των ιδιωτικοποιήσεων όσο και της μαζικής αναδιάταξη του επιχειρηματικού χάρτη μέσω των κόκκινων δανείων. Τα επόμενα χρόνια δεν θα αλλάξουν χέρια μόνο τα ακίνητα, αλλά και οι ελληνικές επιχειρήσεις πολλές από τις οποίες ήδη δείχνουν δείγματα μεγέθυνσης. Όλα αυτά πρόκειται να αποτυπωθούν στο χρηματιστηριακό ταμπλό.
Ένα τελευταίο στοιχείο που διακρίνουν ορισμένοι επενδυτές είναι, ότι το 2018 μπορεί να αποδειχθεί έτος εκλογών με μια δραματική πολιτική αλλαγή που θα φέρει μια φιλελεύθερη κυβέρνηση, πιο φιλική προς τις αγορές και την κοινωνία. Μια τέτοια εξέλιξη θα οδηγούσε σε θετική προεξόφληση των μελλοντικών εξελίξεων.
Φθηνή η ελληνική αγορά;
Η άνοδος της ελληνικής αγοράς στις 880 μονάδες – για πρώτη φορά πάνω από τα επίπεδα της επιβολής των capital controls – κινητοποιεί τους επενδυτές, Έλληνες και ξένους επενδυτές.
Ύστερα από την απαξίωση με τους 652 ενεργούς κωδικούς, η αγορά αρχίζει να εμφανίζει στοιχεία μιας κανονικής αγοράς. Ο μέσος τζίρος του τελευταίου τριμήνου είχει ανέλθει σε 59 εκατ. ευρώ, ενώ ο μέσος όρος του τζίρου (year to date) έχει ανέλθει στα 71 εκατ. ευρώ και η συνολική κεφαλαιοποίηση ανήλθε στα 59 δισ. ευρώ. Όταν, όμως, ένα μεγάλο μέρος της κεφαλαιοποίησης του FTSE 25 αποτελεί η αποτίμηση της Coca- cola τότε μπαίνει ένα ερώτημα για το αν ορισμένες εταιρείες είναι φθηνές ή όχι. Τα στοιχεία μαρτυρούν ότι, η ελληνική αγορά είναι φθηνή, ενώ κάθε εταιρεία πρέπει να εξετάζεται ξεχωριστά. Η εκτίμηση του Δείκτη τιμή προς κέρδη- P/E για το 2018 είναι 21,4. Για το 2019 είναι 18,4 και το 2020 είναι 16,9. Από αυτό τον αριθμό πρέπει να αφαιρεθούν όμως τα στοιχεία της Coca – Cola και Βιοχάλκο, οι μετοχές των οποίων διαπραγματεύονται ταυτόχρονα σε δυο αγορές.
Ο δείκτης τιμή προς λογιστική αξία της ελληνικής αγοράς P/BV είναι 1,5 φορές και η εκτιμώμενη μερισματική απόδοση είναι 2,7%.
Στην πραγματικότητα, οι μερισματικές αποδόσεις των ελληνικών εταιρειών είναι από τις υψηλότερες στην Ευρώπη. Η Aegean λ.χ σ’ αυτές τις τιμές προσφέρει μερισματική απόδοση 6-7% ενώ υψηλές μερισματικές αποδόσεις και επιστροφές κεφαλαίου προσφέρουν κι άλλες εταιρείες (ΟΠΑΠ, ΜΟΗ, ΕΛ.ΠΕ, Coca – Cola).
To ίδιο υψηλές είναι και οι αποδόσεις εταιρειών στην μεσαία και μικρή κεφαλαιοποίηση. Σ’ ένα περιβάλλον χαμηλών επιτοκίων στην Ευρώπη οι αποδόσεις αυτές μετρούν, όπως μετρούν και οι άνοδοι στις μετοχές.
Φθηνές αποτιμήσεις σε σχέση με τις ευρωπαϊκές έχουν και οι ελληνικές τράπεζες. Μόλις πρόσφατα ο Δείκτης τιμή προς λογιστική αξία (P/BV) ξεπέρασε το 0,30 (πλην Πειραιώς που είναι χαμηλότερος στο 0,20 όταν οι ευρωπαϊκές κινούνται με Δείκτη 0,50). Εφόσον οι ελληνικές τράπεζες αρχίζουν να επιδεικνύουν μείωση στα κόκκινα δάνεια, τότε θα μπορούν να δικαιολογήσουν μεγαλύτερες αποτιμήσεις από 0,30 P/BV.
*Τα στοιχεία είναι από την Εurobank Χρηματιστηριακή

Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.