Το αμερικανικό δημόσιο χρέος ξεπέρασε για πρώτη φορά τα 40 τρισ. δολάρια και η δημοσιονομική πολιτική επιστρέφει δυναμικά στο ραντάρ της Wall Street. Όχι μόνο λόγω του εντυπωσιακού ορόσημου, αλλά επειδή οι επενδυτές αρχίζουν να αναρωτιούνται εάν το βάρος του χρέους μπορεί σταδιακά να μετατραπεί σε φρένο για τη μεγαλύτερη οικονομία του κόσμου.
Η συζήτηση απέκτησε μεγαλύτερη ένταση μετά τις πρόσφατες ανακοινώσεις του αμερικανικού υπουργείου Οικονομικών για επαναγορές κρατικών ομολόγων, οι οποίες συνέπεσαν με την υπέρβαση του ορίου των 40 τρισ. δολαρίων – και μάλιστα αρκετούς μήνες νωρίτερα απ’ ό,τι ανέμεναν πολλοί.
Προς το παρόν, σύμφωνα με αναλυτές της Morgan Stanley, η αγορά των αμερικανικών κρατικών ομολόγων δεν εμφανίζει μια ξεκάθαρη κρίση αξιοπιστίας. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι το δημοσιονομικό ζήτημα μπορεί να αγνοηθεί.
Οι ΗΠΑ εξακολουθούν να εμφανίζουν μεγάλα ελλείμματα σε μια οικονομία που δεν βρίσκεται σε ύφεση, με τις εκτιμήσεις να θέλουν το δημοσιονομικό έλλειμμα να παραμένει κοντά στο 6% του ΑΕΠ έως το 2027. Παράλληλα, οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι το αυξανόμενο δημόσιο χρέος προβληματίζει ολοένα περισσότερο τους ψηφοφόρους.
Γιατί κανείς δεν θέλει τη λιτότητα
Εάν το πρόβλημα είναι τόσο εμφανές, γιατί η δημοσιονομική εξυγίανση δεν βρίσκεται ψηλότερα στην ατζέντα της Ουάσιγκτον;
Η απάντηση βρίσκεται κυρίως στην πολιτική.
Η μείωση του ελλείμματος απαιτεί, σε γενικές γραμμές, είτε περικοπές δαπανών είτε αύξηση φόρων. Και στις δύο περιπτώσεις, το πολιτικό κόστος εμφανίζεται άμεσα, ενώ τα δημοσιονομικά οφέλη χρειάζονται χρόνο.
Έτσι, ούτε οι Ρεπουμπλικανοί ούτε οι Δημοκρατικοί έχουν ισχυρό κίνητρο να αναλάβουν μια τέτοια πολιτική πρωτοβουλία, ιδιαίτερα πριν από εκλογές και όσο δεν υπάρχει μια άμεση κρίση ή απειλή για τη χρηματοδότηση υφιστάμενων προγραμμάτων.
Οι ενδιάμεσες εκλογές του 2026 επομένως δύσκολα θα αποτελέσουν από μόνες τους καταλύτη για την αλλαγή της πορείας του χρέους. Μπορούν, όμως, να δώσουν σημαντικές ενδείξεις για το πού κατευθύνεται η πολιτική συζήτηση.
Και δύο μέτωπα ξεχωρίζουν.
Social Security: Το 2032 πλησιάζει
Το πρώτο είναι το SocialSecurity, το αμερικανικό σύστημα κοινωνικής ασφάλισης.
Μπορεί να μη βρεθεί στην κορυφή της προεκλογικής ατζέντας του Νοεμβρίου, όμως το χρονικό περιθώριο για μια μεγάλη μεταρρύθμιση στενεύει.
Η τελευταία έκθεση των διαχειριστών του συστήματος προβλέπει ότι το ταμείο συνταξιοδοτικών παροχών θα εξαντλήσει τα αποθεματικά του το τέταρτο τρίμηνο του 2032. Χωρίς αλλαγή της νομοθεσίας, τα διαθέσιμα έσοδα θα επαρκούν τότε για την καταβολή μόλις περίπου του 78% των προγραμματισμένων παροχών.
Το πρόβλημα πιθανότατα θα αποκτήσει πολύ μεγαλύτερη πολιτική βαρύτητα στις προεδρικές εκλογές του 2028, καθώς ο πρόεδρος που θα εκλεγεί τότε θα βρίσκεται στον Λευκό Οίκο όταν πλησιάσει η κρίσιμη ημερομηνία.
Οι φετινές ενδιάμεσες εκλογές, ωστόσο, μπορούν να λειτουργήσουν ως πρόβα για τις λύσεις που είναι πολιτικά αποδεκτές.
Οι δημοσκοπήσεις καταγράφουν ένα σχετικά σαφές μοτίβο: οι ψηφοφόροι θέλουν από το Κογκρέσο να δράσει, προτιμούν την αύξηση της φορολογίας των υψηλότερων εισοδημάτων από γενικευμένες περικοπές παροχών και εμφανίζονται περισσότερο δεκτικοί σε περιορισμό των παροχών όταν αυτός αφορά τους οικονομικά ισχυρότερους.
Αυτό εξηγεί γιατί αρκετοί υποψήφιοι στις εκλογές του 2026 έχουν στραφεί στην πρόταση για αύξηση του ανώτατου ορίου εισοδήματος επί του οποίου επιβάλλεται ο φόρος μισθοδοσίας, ενώ Ρεπουμπλικανοί έχουν σε μεγάλο βαθμό απομακρυνθεί από προτάσεις όπως η αύξηση του ορίου ηλικίας συνταξιοδότησης.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον αποκτούν πολιτείες όπως το Νιου Χάμσαϊρ και το Μέιν, όπου σημαντικό ποσοστό των ψηφοφόρων εξαρτάται από τις συγκεκριμένες παροχές.
Shutdown και debt ceiling: Δύο διαφορετικοί κίνδυνοι
Το δεύτερο μεγάλο ζήτημα αφορά το πολιτικό τοπίο που θα προκύψει μετά τις κάλπες.
Εάν οι ενδιάμεσες εκλογές οδηγήσουν σε διαιρεμένη κυβέρνηση, οι αγορές θα πρέπει πιθανότατα να προετοιμαστούν για μεγαλύτερη ένταση γύρω από τις επαναλαμβανόμενες δημοσιονομικές προθεσμίες: τη χρηματοδότηση της ομοσπονδιακής κυβέρνησης και το όριο του χρέους.
Οι δύο περιπτώσεις επηρεάζουν τις αγορές με πολύ διαφορετικό τρόπο.
Ένα government shutdown έχει κυρίως έμμεσες συνέπειες. Μπορεί, για παράδειγμα, να προκαλέσει καθυστερήσεις στην ανακοίνωση οικονομικών στοιχείων ή να μειώσει την ποιότητά τους, καθώς οι κρατικές υπηρεσίες λειτουργούν με μικρότερα δείγματα και περιορισμένο προσωπικό.
Αυτό αφήνει τόσο τους επενδυτές όσο και τη Fed να λαμβάνουν αποφάσεις έχοντας λιγότερες πληροφορίες, ενίοτε για αρκετές εβδομάδες.
Το debt ceiling, αντίθετα, έχει πολύ πιο άμεση επίδραση στις χρηματοπιστωτικές αγορές.
Η πίεση εμφανίζεται κυρίως στα βραχυπρόθεσμα έντοκα γραμμάτια του Δημοσίου. Όσα λήγουν κοντά σε μια πιθανή κρίσιμη ημερομηνία τείνουν να γίνονται φθηνότερα σε σχέση με άλλα βραχυπρόθεσμα χρεόγραφα, καθώς οι επενδυτές ενσωματώνουν ένα μικρό αλλά υπαρκτό ασφάλιστρο κινδύνου αθέτησης πληρωμών – ακόμη και όταν η βασική εκτίμηση παραμένει ότι τελικά θα υπάρξει πολιτική συμφωνία.
Τα $40 τρισ. δεν αλλάζουν από μόνα τους την Ουάσιγκτον
Το γεγονός ότι το αμερικανικό χρέος ξεπέρασε τα 40 τρισ. δολάρια δεν σημαίνει ότι η δημοσιονομική πειθαρχία θα γίνει ξαφνικά η πρώτη προτεραιότητα της Ουάσιγκτον.
Οι ενδιάμεσες εκλογές μπορούν όμως να δείξουν εάν αρχίζουν να μεταβάλλονται τα πολιτικά κίνητρα: τόσο ως προς τη μεταρρύθμιση του Social Security όσο και ως προς τη διάθεση των δύο κομμάτων να συγκρουστούν γύρω από τη χρηματοδότηση του κράτους και το όριο του χρέους.
Για τη Wall Street, άλλωστε, το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι πλέον απλώς πόσο μεγάλο είναι το χρέος.
Είναι πότε το κόστος εξυπηρέτησής του, οι πολιτικές συγκρούσεις και η ανάγκη συνεχούς χρηματοδότησης θα αρχίσουν να επηρεάζουν ουσιαστικά την οικονομία και τις αγορές.
Και με το Social Security να πλησιάζει στην κρίσιμη ημερομηνία του 2032, η δημοσιονομική πολιτική δύσκολα θα φύγει από τα πρωτοσέλιδα – ιδιαίτερα όσο οι ΗΠΑ πλησιάζουν στις προεδρικές εκλογές του 2028.
Διαβάστε ακόμη
Τρίτος κολοσσός των hedge funds που οδεύει προς την Ελλάδα: Στα πρώτα στάδια διερεύνησης η Verition
ΔΑΑ: Νέος διαγωνισμός για την επέκταση του Ελ. Βενιζέλος (πίνακες)
Αμερικανικά ομόλογα: Στα ύψη οι αποδόσεις παρά τις επαναγορές χρέους $6 δισ. από το ΥΠΟΙΚ
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφθείτε το Πρώτο ΘΕΜΑ
