Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης

Add Newmoney.gr on Google

Ανοδικά κινούνται οι γαλλικές μετοχές, ενώ υποχωρούν οι αποδόσεις των κρατικών ομολόγων, καθώς η χώρα απέφυγε την υποβάθμιση της πιστοληπτικής της αξιολόγησης από τη Moody’s το βράδυ της Παρασκευής, βάζοντας προσωρινά «φρένο» στο κύμα ρευστοποιήσεων που έχει πλήξει τις εγχώριες αγορές τις τελευταίες εβδομάδες. Έτσι, η Γαλλία, που το τελευταίο διάστημα «σφυροκοπείται» στις αγορές, λόγω υψηλού δημοσίου χρέους, πολιτικής αστάθειας και μαζικών διαδηλώσεων, παίρνει σήμερα μια προσωρινή «ανάσα», με τους αναλυτές ωστόσο να μην βλέπουν θετικά σημάδια στον ορίζοντα.

Στον αντίποδα, η συνολική εικόνα σε Ευρώπη και ΗΠΑ είναι μεικτή, καθώς το επενδυτικό ενδιαφέρον είναι στραμμένο στις αποφάσεις των Fed και ΕΚΤ για τα επιτόκια, ενώ οι υψηλές τιμές πετρελαίου και η αβεβαιότητα γύρω από τη Μέση Ανατολή εντείνουν τους προβληματισμούς για τον πληθωρισμό.

Η απόδοση του δεκαετούς γαλλικού ομολόγου, γνωστού ως OAT, υποχώρησε κατά τέσσερις μονάδες βάσης, στο 4,98%, ενώ η αντίστοιχη απόδοση του γερμανικού δεκαετούς αυξήθηκε κατά τρεις μονάδες βάσης, στο 3,38%. Ως αποτέλεσμα, το spread μεταξύ των δύο τίτλων περιορίστηκε κατά επτά μονάδες βάσης, στις 161 μονάδες. Παράλληλα, οι γαλλικές μετοχές ενισχύθηκαν, καταγράφοντας καλύτερες επιδόσεις από τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές αγορές, ενώ το ευρώ παρέμεινε σταθερό στα 1,1205 δολάρια, παρά τις απώλειες που σημείωσαν τα περισσότερα νομίσματα της ομάδας G10.

Στις υπόλοιπες μεγάλες αγορές της Ευρωζώνης, το ιταλικό 10ετές υποχωρεί στο 4,56%, το βελγικό ανεβαίνει στο 4,42%, το ελληνικό υποχωρεί στο 4,36% και η απόδοση του ολλανδικού 10ετούς ανεβαίνει στο 3,47%.

Ανίστοιχα στις ΗΠΑ, η απόδοση του διετούς αμερικανικού κρατικού ομολόγου ενισχύθηκε κατά 1,7 μονάδα βάσης, στο 4,699%, ενώ εκείνη του δεκαετούς σημείωσε οριακή άνοδο κατά 0,5 μονάδα βάσης, στο 4,987%, σύμφωνα με τα στοιχεία της Tradeweb.

Υπενθυμίζεται ότι στις 7 Οκτωβρίου η απόδοση του αμερικανικού δεκαετούς είχε αγγίξει το 5,365%, καταγράφοντας το υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων 24 ετών.

Η απόφαση της Moody’s και η ανακούφιση των επενδυτών

Υπενθυμίζεται, ότι την Παρασκευή, η Moody’s διατήρησε αμετάβλητη την πιστοληπτική αξιολόγηση της Γαλλίας στο Aa3, με αρνητικές προοπτικές, αιφνιδιάζοντας πολλούς αναλυτές που ανέμεναν υποβάθμιση. Ο οίκος αξιολόγησης ανέφερε ότι το βασικό του σενάριο προβλέπει πως «τελικά θα εγκριθεί ένας προϋπολογισμός για το 2027 που θα μειώνει το έλλειμμα, ενδεχομένως μέσω διατάγματος», παρά το ιδιαίτερα δύσκολο πολιτικό και κοινωνικό περιβάλλον στη χώρα.

«Η απόφαση της Moody’s την Παρασκευή να μην υποβαθμίσει τη Γαλλία θα αποτελέσει μια ευχάριστη έκπληξη για τα ταλαιπωρημένα γαλλικά ομόλογα», δήλωσε στο Bloomberg ο Ρόχαν Κάνα, επικεφαλής στρατηγικής για τα ευρωπαϊκά επιτόκια στην Barclays.

Ωστόσο, εξέφρασε αμφιβολίες για τη διάρκεια της θετικής επίδρασης της απόφασης, επισημαίνοντας ότι οι επικείμενες αποφάσεις της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ για τα επιτόκια, καθώς και τα στοιχεία για τον πληθωρισμό του Οκτωβρίου, συγκαταλέγονται στους παράγοντες που θα μπορούσαν να προκαλέσουν νέες αναταράξεις.

Ο γαλλικός δείκτης CAC 40 κατέγραψε άνοδο έως και 0,9% σήμερα, ξεπερνώντας σε απόδοση τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές αγορές.

Παρά τη θετική αντίδραση, ο CAC 40 εξακολουθεί να συγκαταλέγεται στους δείκτες με τις ασθενέστερες επιδόσεις το 2026, καταγράφοντας απώλειες περίπου 4%, την ώρα που ο πανευρωπαϊκός Stoxx Europe 600 σημειώνει κέρδη σχεδόν 8%.

Το δημοσιονομικό αδιέξοδο και η μάχη για τον προϋπολογισμό

Το συνεχώς διογκούμενο δημόσιο χρέος της Γαλλίας τροφοδοτείται από ένα δημοσιονομικό έλλειμμα που αναμένεται να φθάσει φέτος στο 5,4% του ΑΕΠ. Το πολιτικό αδιέξοδο, η επιβράδυνση της οικονομικής ανάπτυξης και το αυξανόμενο κόστος εξυπηρέτησης του χρέους έχουν υπονομεύσει τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.

Ο πρωθυπουργός Σεμπαστιάν Λεκορνί έχει προτείνει νομοσχέδιο για τον προϋπολογισμό που προβλέπει σημαντικό περιορισμό των δαπανών και αύξηση των φορολογικών εσόδων, με στόχο τη μείωση του ελλείμματος στο 5% του ΑΕΠ το επόμενο έτος.

Ωστόσο, η τύχη του σχεδίου παραμένει αβέβαιη, καθώς ο Γάλλος πρωθυπουργός δεν διαθέτει κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Την Παρασκευή, η γαλλική Εθνοσυνέλευση απέρριψε το σκέλος των εσόδων του νομοσχεδίου για τον προϋπολογισμό κοινωνικής ασφάλισης του 2027, με αποτέλεσμα η αρχική εκδοχή του σχεδίου νόμου να παραπεμφθεί στη Γερουσία.

Η ανησυχία των επενδυτών για την πολιτική παράλυση και τα πιθανά εμπόδια στην έγκριση του προϋπολογισμού έχει προκαλέσει ισχυρές πιέσεις στα γαλλικά κρατικά ομόλογα.

Το επιπλέον επιτόκιο που απαιτούν οι επενδυτές για να διακρατήσουν γαλλικούς δεκαετείς τίτλους αντί των αντίστοιχων γερμανικών έχει αυξηθεί σημαντικά τον τελευταίο μήνα, φθάνοντας την περασμένη εβδομάδα στις 178 μονάδες βάσης, το υψηλότερο επίπεδο από το 2011.

Οι επιφυλάξεις της αγοράς για τη συνέχεια

«Μας εξέπληξε το γεγονός ότι η Moody’s δεν προχώρησε σε υποβάθμιση», δήλωσε ο Πιρς Χίλιερ, επικεφαλής επενδύσεων της Jupiter, σχολιάζοντας τις εξελίξεις στη Γαλλία. «Ίσως είναι απλώς θέμα χρόνου. Ωστόσο, οι συνθήκες εκεί δεν πρόκειται να βελτιωθούν σύντομα», πρόσθεσε.

Η απόφαση της Moody’s να διατηρήσει, προς το παρόν, αμετάβλητη την αξιολόγηση της Γαλλίας σημαίνει ότι η πιστοληπτική βαθμολογία της χώρας παραμένει μία βαθμίδα υψηλότερα από τις αντίστοιχες αξιολογήσεις των S&P Global και Fitch.

Οι δύο αυτοί οίκοι είχαν προχωρήσει σε υποβαθμίσεις της Γαλλίας κατά τη διάρκεια της αντιπαράθεσης για τον προϋπολογισμό το φθινόπωρο του 2025.

Το πετρέλαιο και η αναζήτηση ασφαλών καταφυγίων

Τις τελευταίες ημέρες, οι ανησυχίες των επενδυτών για τις δημοσιονομικές προκλήσεις της Γαλλίας, σε συνδυασμό με τον κίνδυνο οι υψηλές τιμές του πετρελαίου να επιβαρύνουν την οικονομική ανάπτυξη, έχουν ενισχύσει τη ζήτηση για ασφαλή επενδυτικά καταφύγια.  Από αυτή τη στροφή έχουν επωφεληθεί τα αμερικανικά κρατικά ομόλογα, καθώς η αυξημένη ζήτηση έχει οδηγήσει σε άνοδο των τιμών τους και αντίστοιχη υποχώρηση των αποδόσεών τους.

Όπως υπογραμμίζει η Wall Street Journal, το ενδιαφέρον αναμένεται να μετατοπιστεί στην απόφαση της Fed την Τετάρτη, με τους επενδυτές να αναζητούν ενδείξεις για την κατεύθυνση της αμερικανικής νομισματικής πολιτικής.

Όπως επισήμανε μιλώντας στο μέσο, η ΤζοΑν Μπιάνκο, ανώτερη στρατηγική αναλύτρια επενδύσεων, οι αγορές αντιμετωπίζουν επί του παρόντος τον Οκτώβριο ως μια προσωρινή παύση μετά την αύξηση των επιτοκίων τον Σεπτέμβριο και όχι απαραίτητα ως το τέλος του κύκλου νομισματικής σύσφιγξης. «Ιστορικά, οι κεντρικές τράπεζες διστάζουν να αντιδράσουν άμεσα σε ένα ενεργειακό σοκ, επειδή τα υψηλότερα επιτόκια δεν μπορούν να αυξήσουν την παραγωγή πετρελαίου», εξήγησε. «Το βασικό ερώτημα είναι εάν οι υψηλότερες τιμές της ενέργειας θα περιοριστούν στον γενικό πληθωρισμό ή εάν θα αρχίσουν να επηρεάζουν ευρύτερα τη δυναμική των τιμών», πρόσθεσε.

Η αβεβαιότητα για τις επόμενες κινήσεις της Fed

Οι προοπτικές για τη μελλοντική πορεία των αμερικανικών επιτοκίων παραμένουν αβέβαιες, καθώς η Fed καλείται να σταθμίσει τις πληθωριστικές πιέσεις που προκαλεί η άνοδος των τιμών της ενέργειας και τους κινδύνους για την οικονομική δραστηριότητα.

Σύμφωνα με την Ελισάμπετ Κόπελμαν, οικονομολόγο για τις ΗΠΑ και αναλύτρια της Fed στη SEB, η μελλοντική πορεία των επιτοκίων είναι πλέον δυσκολότερο να προβλεφθεί. Όπως επισημαίνει, θα εξαρτηθεί από την εξέλιξη της συνεχιζόμενης σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή, την ανθεκτικότητα της αμερικανικής οικονομίας και τις συνθήκες που θα διαμορφωθούν στις χρηματοπιστωτικές αγορές.