Πτωτικά κινήθηκαν μετοχές και ομόλογα στη Wall Street, καθώς η άνοδος των τιμών του πετρελαίου ενίσχυσε τις ανησυχίες για νέες πληθωριστικές πιέσεις, την ώρα που εξασθενούν οι ελπίδες για συμφωνία που θα μπορούσε να οδηγήσει στον τερματισμό του σχεδόν εξάμηνου πολέμου στη Μέση Ανατολή. Έτσι, η νευρικότητα της αγοράς απομάκρυνε περαιτέρω τους δείκτες από τα πρόσφατα ιστορικά υψηλά τους.
Στο ταμπλό, ο Dow Jones υποχώρησε κατά 0,51% στις 53.459 μονάδες, ο S&P 500 κατέγραψε πτώση 0,52% στις 7.745 μονάδες και ο Nasdaq διολίσθησε σε ποσοστό 0,32% και τις 26.644 μονάδες.
Η διόρθωση αυτή ήρθε μετά από μια ιδιαίτερα ισχυρή εβδομάδα, κατά την οποία ο S&P 500 ξεπέρασε για πρώτη φορά στην ιστορία του τις 7.800 μονάδες, με βασικούς καταλύτες τα ισχυρά εταιρικά αποτελέσματα και την ανάκαμψη των τεχνολογικών μετοχών.
Βασικός παράγοντας για το αρνητικό κλίμα στην αγορά σήμερα αποτέλεσαν οι εξελίξεις από τη Μέση Ανατολή.
Η προοπτική αποκλιμάκωσης στη Μέση Ανατολή υπέστη νέο πλήγμα, καθώς οι μάχες αναζωπυρώθηκαν στον Λίβανο, ενώ Ντόναλντ Τραμπ δήλωσε στο Fox News ότι δεν βιάζεται να τερματίσει τον πόλεμο με το Ιράν.
Ο Αμερικανός πρόεδρος, μάλιστα, κλιμάκωσε ακόμη περισσότερο τη ρητορική του βάλλοντας αυτή τη φορά και κατά του Ομάν, το οποίο προειδοποίησε ότι θα βομβαρδιστεί εάν «μπει στη μέση».
Μιλώντας αργότερα σε δημοσιογράφους, ο Αμερικανός Πρόεδρος επανέλαβε ότι οι ΗΠΑ ελέγχουν τα Στενά του Ορμούζ, ενώ απάντησε αρνητικά όταν ρωτήθηκε εάν η Ουάσιγκτον επιδιώκει παράταση του μνημονίου κατανόησης με το Ιράν. Την ίδια ώρα αρνητική σε παράταση εμφανίστηκε και η Τεχεράνη απαιτώντας από την Ουάσιγκτον να εκπληρώσει σειρά προϋποθέσεων πριν από το άνοιγμα των Στενών του Ορμούζ, μεταξύ των οποίων τον τερματισμό των εχθροπραξιών σε όλα τα μέτωπα και την αποδέσμευση ιρανικών περιουσιακών στοιχείων.
Η κλιμάκωση της έντασης έφερε αναπόφευκτα νέο άλμα των πετρελαϊκών τιμών, με την προθεσμιακή τιμή του Brent να κάνει άλμα 2,50% ξεπερνώντας έτσι και πάλι το ψυχολογικό όριο των 90 δολαρίων το βαρέλι. Είχε προηγηθεί δε, άνοδος των τιμών σχεδόν κατά 6% την προηγούμενη εβδομάδα.
Ο συνδυασμός της ανόδου των τιμών του πετρελαίου και της έλλειψης προόδου στο διπλωματικό μέτωπο ΗΠΑ-Ιράν διατηρεί τη Μέση Ανατολή μεταξύ των σημαντικότερων πηγών κινδύνου για τις αγορές, επεσήμανε ο Κρις Λάρκιν της E*Trade από τη Morgan Stanley.
Πρόσθετη ανησυχία στους επενδυτές προκάλεσε το ράλι στην αγορά ομολόγων με επίκεντρο κυρίως τις μακροπρόθεσμες αποδόσεις.
Η απόδοση του 30ετούς κρατικού τίτλου ενισχύθηκε περίπου 5 μονάδες βάσης στο 5,31%, στο υψηλότερο επίπεδο από το 2007, ενώ του 10ετούς κινήθηκε πάνω από το 4,72% και του 2ετούς γύρω στο 4,18%.
Σε εντυπωσιακά επίπεδα, ήτοι στις 114 μονάδες βάσης, έχει διευρυνθεί και η διαφορά μεταξύ 2ετούς και 30ετούς, φτάνοντας έτσι στο μεγαλύτερο επίπεδο από τον περασμένο Απρίλιο, καθώς οι επενδυτές απαιτούν ολοένα μεγαλύτερο premium για να χρηματοδοτήσουν μακροπρόθεσμα τις αυξανόμενες ανάγκες δανεισμού των ΗΠΑ.
Πίσω από την κίνηση αυτή βρίσκονται οι αυξανόμενες ανησυχίες για τα τεράστια δημοσιονομικά ελλείμματα και το διογκούμενο αμερικανικό χρέος, η πλημμυρίδα νέων κρατικών εκδόσεων, αλλά και οι αυξημένες ανάγκες εταιρικού δανεισμού για τη χρηματοδότηση της έκρηξης επενδύσεων στην τεχνητή νοημοσύνη. Πρόσθετη πίεση προκαλεί και η νέα άνοδος του πετρελαίου, καθώς ενισχύει τους φόβους των επενδυτών ότι ο πληθωρισμός θα παραμείνει επίμονος και η Fed θα αναγκαστεί να κρατήσει τα επιτόκια υψηλά ή ακόμη και να τα αυξήσει ξανά.
Για το τελευταίο, ήτοι για τις προθέσεις της Fed, οι επενδυτές ελπίζουν να αντλήσουν περισσότερες ενδείξεις από τα πρακτικά της τελευταίας συνεδρίασης της FOMC, τον Ιούλιο, όταν τρεις περιφερειακοί διοικητές διαφώνησαν με την απόφαση να παραμείνουν αμετάβλητα τα επιτόκια. Τα πρακτικά θα δημοσιευτούν την Τετάρτη, λίγες ώρες πριν το κλείσιμο της Wall Street.
«Οι επενδυτές επικεντρώνονται όλο και περισσότερο και ανησυχούν για το αυξανόμενο αμερικανικό χρέος και την έλλειψη δημοσιονομικής πειθαρχίας των ΗΠΑ», εξήγησε ο Άντονι Σαγκλιμπένε της Ameriprise.
Όπως σημείωσε, οι συχνές και μεγάλες δημοπρασίες κρατικών ομολόγων αποτελούν μια ευκαιρία για την αγορά να εκφράσει τις επιφυλάξεις της απέναντι στην επιδείνωση της δημοσιονομικής πορείας, απαιτώντας υψηλότερες αποδόσεις προκειμένου να απορροφήσει τις νέες εκδόσεις.
Για τους επενδυτές που αγοράζουν τίτλους μεγάλης διάρκειας, η εξίσωση γίνεται ολοένα δυσκολότερη, καθώς ουσιαστικά καλούνται να χρηματοδοτήσουν συνεχώς μεγαλύτερες ανάγκες δανεισμού της αμερικανικής κυβέρνησης με τις σημερινές αποδόσεις.
Εάν οι επενδυτές αρχίσουν να απαιτούν ακόμη μεγαλύτερη αποζημίωση στις επόμενες δημοπρασίες, τότε, σύμφωνα με τον Σαγκλιμπένε, θα αποκτήσει ακόμη μεγαλύτερη σημασία η ανθεκτικότητα των εταιρικών θεμελιωδών μεγεθών και η συνέχιση της δυναμικής της τεχνητής νοημοσύνης, ώστε οι μετοχές να μπορέσουν να αντέξουν ένα περιβάλλον υψηλότερων επιτοκίων για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα.
Στο εταιρικό μέτωπο, πάντως, η τεχνητή νοημοσύνη εξακολουθεί να προσφέρει στήριξη στον τεχνολογικό κλάδο. Η Anthropic PBC ενημέρωσε υποψήφιους επενδυτές ότι τα έσοδα του δεύτερου τριμήνου αυξήθηκαν τουλάχιστον 14 φορές σε σύγκριση με έναν χρόνο νωρίτερα, αναζωπυρώνοντας το ενδιαφέρον για τις αποδόσεις της AI.
Επιπλέον, η Nvidia Corp. συμφώνησε να διαθέσει έως και 105 δισ. δολάρια για τη στήριξη ενός τεράστιου νέου συγκροτήματος data centers στο Οχάιο, το οποίο πρόκειται να μισθώσει η OpenAI, ενισχύοντας περαιτέρω τους δεσμούς δύο από τους σημαντικότερους πρωταγωνιστές της έκρηξης της AI.
Στον αμυντικό κλάδο, η L3Harris Technologies Inc. αντικατέστησε αιφνιδιαστικά τον διευθύνοντα σύμβουλο Κρίστοφερ Κουμπάσικ, μετά από έρευνα σχετικά με τη συμπεριφορά του, σε μια σημαντική αλλαγή στην ηγεσία ενός από τους μεγαλύτερους αμερικανικούς αμυντικούς ομίλους.
Παράλληλα, η RTX Corp. εξασφάλισε σύμβαση αξίας περίπου 23 δισ. δολαρίων από το Πολεμικό Ναυτικό των ΗΠΑ για την επιτάχυνση της παραγωγής περισσότερων από 7.000 πυραύλων Tomahawk, καθώς τα αμερικανικά αποθέματα έχουν δεχθεί σημαντικές πιέσεις κατά τη διάρκεια του πολέμου με το Ιράν.
Τέλος, η Berkshire Hathaway Inc. αύξησε τις συμμετοχές της στην Delta Air Lines Inc. και στη μητρική της Google, Alphabet Inc., καθώς ο Γκρεγκ Έιμπελ αρχίζει να αξιοποιεί το τεράστιο απόθεμα μετρητών του επενδυτικού ομίλου.
Πέρα από τη Μέση Ανατολή και τη Fed, η προσοχή της Wall Street στρέφεται αυτή την εβδομάδα και στα αποτελέσματα ορισμένων από τους μεγαλύτερους αμερικανικούς ομίλους λιανικής, τα οποία θα προσφέρουν καλύτερη εικόνα για την κατάσταση του Αμερικανού καταναλωτή.
Η Home Depot, η μεγαλύτερη εταιρεία λιανικής ειδών οικιακής βελτίωσης παγκοσμίως, ανακοινώνει αποτελέσματα αύριο Τρίτη, και αναμένεται να εμφανίσει βελτιωμένα έσοδα, παρά την αυξημένη καταναλωτική αβεβαιότητα, το υψηλό κόστος στέγασης και τα αυξημένα επιτόκια στεγαστικών δανείων.
Αύξηση εσόδων αναμένεται και από τη Walmart, τη δεύτερη μεγαλύτερη εταιρεία λιανικής παγκοσμίως, που θα ανακοινώσει στοιχεία την Πέμπτη. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το κατά πόσο θα συνεχιστεί η τάση προσέλκυσης νοικοκυριών υψηλότερου εισοδήματος, τα οποία στρέφονται σε οικονομικότερες επιλογές.
Αποτελέσματα αναμένεται να ανακοινώσουν αυτή την εβδομάδα και άλλες μεγάλες αλυσίδες λιανικής, μεταξύ των οποίων οι Target και Lowe’s.
Διαβάστε επίσης
R&I: Θετικές πλέον οι προοπτικές της ελληνικής οικονομίας – Στο «ΒΒΒ» η αξιολόγηση (πίνακας)
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφθείτε το Πρώτο ΘΕΜΑ
