Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης

Add Newmoney.gr on Google

Η κυβέρνηση εδώ και εφτά χρόνια παγίως στις οικονομικές της εξαγγελίες -τις οποίες τηρεί απαρέγκλιτα- δεν έχει αυξήσει κανένα φόρο ή εισφορά. Αντιθέτως, κάθε χρόνο μειώνει τις φορολογικές επιβαρύνσεις για όλους: είτε μισθωτούς είτε επιχειρήσεις. Υπάρχει το μέτρο της ελάχιστης φορολόγησης στους ελεύθερους επαγγελματίες, το οποίο έρχεται να «μαζευτεί» κι αυτό σήμερα αφήνοντας μόνο ένα από τα τέσσερα τεκμήρια, σύμφωνα με το οποίο δεν μπορεί να διατηρείς ένα κατάστημα ή μια ελεύθερη δραστηριότητα full time και να μη δηλώνεις ότι κερδίζεις μηνιαίως ποσό ίσο με τον κατώτατο μισθό ενός υπαλλήλου που σύντομα θα πάει στα 1.000 ευρώ. Εντάξει, ας μην είμαστε και υπερβολικοί, αν κάποιος δεν βγάζει 12.000 ευρώ τον χρόνο, δεν βλέπω τον λόγο να διατηρεί μια έστω πολύ μικρή επιχείρηση ή κάποια αντίστοιχα εταιρικά βιβλία.

Αντιθέτως, λοιπόν, με τη Ν.Δ., η οποία έχει κατορθώσει να εντυπώσει στη συνείδηση του κόσμου ότι δεν είναι φορομπήχτες έστω ακόμα και για τους πλούσιους, τα δύο κόμματα της αντιπολίτευσης που διεκδικούν ποσοστά με αξιώσεις κάνουν το αντίθετο. Ειδικά το κόμμα του Τσίπρα άρχισε τα ίδια που ως ΣΥΡΙΖΑ τού κόστισαν βαρύτατα στις εκλογές του 2023.

Ο ίδιος ο Τσίπρας λοιπόν έθεσε θέμα επιβολής ενός «πατριωτικού φόρου», όπως τον αποκαλεί, ο οποίος υποτίθεται ότι θα βασιστεί στην περιουσία των Ελλήνων, δηλαδή στο Περιουσιολόγιο, το οποίο όμως δεν υπάρχει για την ώρα. Ούτε και ξέρουμε πώς και πότε.

Το μέτρο και η ιδέα δεν είναι άγνωστες έννοιες στην Ευρώπη, αλλά τις έχει απορρίψει ολόκληρη η ήπειρος πλην της Ισπανίας. Στην Ισπανία η φορολόγηση διαφέρει από περιφέρεια σε περιφέρεια, άλλο τρόπο φορολόγησης πλούτου έχουν στην Καταλονία, άλλο στη Μαδρίτη, και άλλο στην Ανδαλουσία. Τα τελευταία χρόνια με διάφορους τρόπους η Μαδρίτη κατάφερε να εκμηδενίσει ή να περιορίσει στο ελάχιστο το χαράτσι στην περιουσία και γι’ αυτό και κέρδισε μόνιμους κατοίκους από την υπόλοιπη Ισπανία. Λύση για τους πλούσιους Ισπανούς είναι η Ανδόρα, που είναι δίπλα και φυσικά δεν έχει τέτοιο φόρο, αντιθέτως έχει ένα πολύ ελκυστικό καθεστώς.

Επιπροσθέτως, η Ελλάδα τα τελευταία χρόνια, εκμεταλλευόμενη το Brexit και υιοθετώντας non-dom καθεστώτα, προσέλκυσε μαζί με την Ιταλία (σε σκληρό ανταγωνισμό) πλούσιους ανθρώπους, κυρίως στελέχη πολυεθνικών, Ελληνες του Λονδίνου κ.ά., οι οποίοι ήρθαν εδώ και εγκαταστάθηκαν, πληρώνουν έναν πάγιο φόρο 100.000 ευρώ ετησίως και εγκατέλειψαν άλλες φορολογικές έδρες. Τα οφέλη της παρουσίας και δραστηριότητάς τους είναι πολλαπλά για την οικονομία και την αγορά, αυτοί οι άνθρωποι φέρνουν έσοδα που δεν τα είχαμε.

Αρα αυτά που λένε στο νέο κόμμα Τσίπρα, σε συνδυασμό με μια άγνωστη σε όλους εμάς «Παγκόσμια Βάση Δεδομένων» που επικαλείται ένας τύπος που παριστάνει τον οικονομολόγο της ΕΛΑΣ στα media και από εκεί θα «πιάσουν» το παγκόσμιο εισόδημα των Ελλήνων, είναι το λιγότερο αυτοκτονικά για τους εαυτούς τους.

Οχι όσον αφορά το παλιό γνωστό κοινό τους, τον ΣΥΡΙΖΑ, αλλά όποιους είναι να κερδίσουν από το κεντρώο ή κεντροαριστερό κοινό. Θα φύγουν τρέχοντας αν είναι να ξαναπιάσουν τις ιστορίες με τις θυρίδες και τις καταθέσεις.

Βεβαίως, θα ήθελα να σημειώσω ότι αν ήθελε το νεοσύστατο κόμμα Τσίπρα να εξαγγείλει μια πιο άμεση, απτή και «εφικτή» φορολόγηση με απείρως μεγαλύτερα έσοδα θα ήταν αυτή που ετοιμάζονται να κάνουν 5-6 χώρες-μέλη της Ε.Ε. Να βάλουν έναν έκτακτο φόρο στα υπερκέρδη των εταιρειών ενέργειας, κάτι το οποίο έκανε ο «δεξιός πλουτοκράτης» Μητσοτάκης δύο φορές πέρσι και πρόπερσι και σωστά είπε ότι δεν θα το επαναλάβει γιατί όντως είναι άδικο, αφού αποκτά χαρακτηριστικά μόνιμου χαρατσιού και αποτελεί ισχυρό επιχειρηματικό αντικίνητρο η συνεχής επιβολή του.

Ενα άλλο ζήτημα που απασχολεί την αντιπολίτευση, αυτή τη φορά όχι μόνο τον Τσίπρα αλλά και το ΠΑΣΟΚ, είναι η αύξηση της φορολογίας των μερισμάτων, κάτι το οποίο βεβαίως έχει μια βάση συζήτησης σοβαρότερη από τον ασύστατο «πατριωτικό φόρο».

Τους τελευταίους μήνες και τα δύο κόμματα προτείνουν την αύξηση της φορολογίας των μερισμάτων από το 5% στο 10% ή 15%, γιατί στις περισσότερες χώρες ισχύει μεγαλύτερος φόρος από εμάς. Βεβαίως, όλως τυχαίως παραλείπουν να πουν ότι πριν από τη φορολογία του μερίσματος έχει προηγηθεί και η φορολόγηση της εταιρείας κατά 22%, ποσοστό που είναι στον μέσο όρο των ευρωπαϊκών χωρών. Ιδού όμως ένα μικρό ιστορικό της φορολογίας των μερισμάτων τα τελευταία χρόνια: Ο φόρος μερισμάτων αυξήθηκε το 2017 από την κυβέρνηση Τσίπρα από 10% σε 15% (στους πλοιοκτήτες παρέμεινε στο 10%). Τα αντίστοιχα έσοδα ελαφρώς μειώθηκαν, από 196,2 εκατ. το 2016 σε 193,6 εκατ. ευρώ το 2017. Το 2019 ο φόρος μερισμάτων ξαναμειώθηκε από την κυβέρνηση Τσίπρα στο 10% από 15%, τα δηλωθέντα εισοδήματα έμειναν σχεδόν σταθερά και τα αντίστοιχα έσοδα μειώθηκαν από 213 εκατ. σε 144 εκατ. ευρώ. Το 2020 (εν μέσω COVID) ο φόρος μερισμάτων μειώθηκε από το 10% στο 5%. Τα δηλωθέντα εισοδήματα αυξήθηκαν από 1,44 δισ. σε 5,48 δισ. ευρώ και τα φορολογικά έσοδα αυξήθηκαν από 144 εκατ. σε 274 εκατ. ευρώ.

Σήμερα τα έσοδα είναι 361 εκατ. έναντι 144 εκατ. ευρώ το 2019. Με τη μείωση του συντελεστή φορολόγησης το 2020, αυξήθηκε ο αριθμός των ατόμων που δηλώνουν μερίσματα πάνω από 1 εκατ. ευρώ, από 126 σε 741 άτομα και τα δηλωθέντα μερίσματά τους από 299 εκατ. σε 2,45 δισ. ευρώ! Επομένως, όποιος προτείνει αύξηση της φορολογίας μερισμάτων έχοντας υπ’ όψιν αυτά τα στατιστικά των εσόδων, καλό θα ήταν να το ξανασκεφτεί.

Εν γένει, υπάρχει ένα ερώτημα, αφού τα δημόσια έσοδα πάνε καλά στην Ελλάδα, γιατί πρέπει ένα κόμμα της αντιπολίτευσης να αυξήσει τους φόρους, αντί να συνεχίσει να τους μειώνει; Να αλλάξει το μείγμα του πλεονάσματος υπέρ άλλων κατηγοριών πολιτών που θεωρεί πιο αδύναμους εισοδηματικά να το καταλάβω και πιθανώς να το αντιληφθεί και ο ψηφοφόρος και να το επιδοκιμάσει στην επερχόμενη κάλπη.

Η Ελλάδα έχει ακόμα αρκετό δρόμο για την ανάπτυξη, τα επίπεδά της είναι χαμηλά σε σχέση με τις πιο προηγμένες ευρωπαϊκές χώρες και η ανάπτυξη σε μια ανοιχτή και παγκοσμιοποιημένη αγορά δεν έρχεται με φόρους. Αυτό το έχουν καταλάβει ακόμα και οι Κινέζοι σήμερα που παράγουν φτηνά, εξάγουν φτηνά και φυσικά φορολογούν πλέον τις επιχειρήσεις τους αλλά και τους πολίτες τους περίπου κατά τον ίδιο τρόπο με την Ευρώπη.