Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης

Add Newmoney.gr on Google

Ένα νοικοκυριό μπορεί να οργανώσει τις αγορές του, να περιορίσει τη σπατάλη και να συγκρίνει προσφορές. Δύσκολα, όμως, μπορεί να προβλέψει την πορεία του φυσικού αερίου, να αξιολογήσει πώς επηρεάζει τη χονδρεμπορική αγορά ηλεκτρισμού και να αποφασίσει την κατάλληλη στιγμή για να «κλειδώσει» την κιλοβατώρα του. Όταν αυτή η ικανότητα παρουσιάζεται ως βασική προϋπόθεση για έναν χαμηλό λογαριασμό ρεύματος, κάτι χρειάζεται διόρθωση. Και εξηγώ αμέσως τι εννοώ…

Η νέα πίεση στο ενεργειακό κόστος επαναφέρει ένα ερώτημα που συχνά χάνεται ανάμεσα στις ανακοινώσεις τιμολογίων: πόση ευθύνη μπορεί εύλογα να αναλάβει ο καταναλωτής για την προστασία του από τις ανατιμήσεις;

Η απάντηση «να αλλάξει πρόγραμμα» ο καταναλωτής -με μια φωνή που ψιλοακούγεται ως κυνική, ειρωνική κ.λπ.- ακούγεται πάντως λογική. Και σε αρκετές περιπτώσεις είναι χρήσιμη. Προϋποθέτει, ωστόσο, ότι ο ενδιαφερόμενος καταλαβαίνει τι συγκρίνει, γνωρίζει τη μελλοντική κατανάλωσή του και διαθέτει χρόνο να εξετάσει τους όρους. Προϋποθέτει επίσης ότι υπάρχει πράγματι καλύτερη, διαθέσιμη επιλογή στην αγορά, αφού μια διαφημιζόμενη χαμηλή χρέωση δεν περιγράφει πάντοτε ολόκληρο το κόστος. Χρειάζεται να εξεταστούν το πάγιο, οι προϋποθέσεις έκπτωσης, τα όρια κατανάλωσης, η διάρκεια της σύμβασης και ενδεχόμενες χρεώσεις αποχώρησης. Για ένα σπίτι που θερμαίνεται με ηλεκτρικό ρεύμα, ιδιαίτερη σημασία έχει τι συμβαίνει όταν ξεπερνά την πρώτη, φθηνότερη κλίμακα και η πραγματική σύγκριση γίνεται στον συνολικό λογαριασμό.

Αλλά, για μισό λεπτό: ο καταναλωτής χρειάζεται να κατασκευάσει δικό του υπολογιστικό μοντέλο για να βρει την οικονομικότερη προσφορά; κάπως έτσι η διαφάνεια δεν παραμένει περισσότερο θεωρητική παρά πρακτική; Συμφωνούμε; Οπου άντε να βρεις και χρόνο για να το κάνεις. Ok, και διάθεση.

Κάποιος στο διπλανό γραφείο θα σου πει, εξίσου κυνικά, «τα σταθερά συμβόλαια μπορούν να προσφέρουν προβλεψιμότητα».

-Ναι, ok, ρε Τόμας Εντισον, αλλά δεν εγγυώνται, όμως, ότι θα αποδειχθούν πάντοτε η φθηνότερη επιλογή, του απαντάς και εκείνος αποκρίνεται: «Επιτρέπουν, όμως, σε μια οικογένεια να γνωρίζει τη χρέωση της ενέργειας και να προγραμματίζει καλύτερα τις υποχρεώσεις της». Εσύ συμφωνείς και θυμίζεις πως αυτή η βεβαιότητα έχει ιδιαίτερη αξία για όσους μπορούν να μπουν στη διαδικασία να βρουν τη διαολεμένη χρέωση της ενέργειας. Κάπου εκεί, τα βρίσκετε με τον συνάδελφο πως όταν η πολιτεία υποδεικνύει τη μετάβαση σε σταθερά προγράμματα, οφείλει να ενδιαφέρεται και για την πραγματική προσβασιμότητά τους. Μια προσωρινή προσφορά μπορεί να βοηθήσει όσους προλάβουν. Δεν αρκεί ως διαρκής απάντηση στο πρόβλημα της ενεργειακής ανασφάλειας. Από την άλλη πλευρά, οι προμηθευτές δεν μπορούν να αγνοούν το κόστος αγοράς ενέργειας ούτε να απορροφούν απεριόριστα τις αυξήσεις – επιχειρήσεις έχουν, η συζήτηση χρειάζεται να αναγνωρίζει και αυτή την πραγματικότητα. Χρειάζονται, όμως, από την άλλη, και σαφείς απαντήσεις για το πώς διαμορφώνονται οι χρεώσεις και οι εκπτώσεις.

Το ίδιο, άλλωστε, ισχύει για την κρατική παρέμβαση. Οι οριζόντιες επιδοτήσεις έχουν δημοσιονομικό κόστος και δεν αποτελούν αυτονόητα την καλύτερη λύση σε κάθε ανατίμηση. Η αποφυγή τους, ωστόσο, πρέπει να συνοδεύεται από αποτελεσματική εποπτεία, ουσιαστικό ανταγωνισμό και στοχευμένη προστασία για όσους αδυνατούν να ανταποκριθούν. Εδώ υπάρχουν πρακτικά βήματα: ενιαίος τρόπος παρουσίασης του κόστους, συγκρίσεις για διαφορετικά επίπεδα κατανάλωσης, ευδιάκριτοι όροι εκπτώσεων και έγκαιρη ενημέρωση πριν από τη λήξη μιας σύμβασης. Ο πελάτης πρέπει να μπορεί να καταλάβει γρήγορα τι θα πληρώσει και τι αναλαμβάνει. Επίσης, η εξοικονόμηση ενέργειας -δεν αφήνουμε 100 συσκευές να «καίνε» ταυτόχρονα- και η προσεκτική επιλογή συμβολαίου φυσικά και παραμένουν χρήσιμες, μη συζητάμε τα αυτονόητα.

Αλλά έπειτα από όλα αυτά, πάμε πάλι στον πυρήνα αυτού του άρθρου: η προστασία ενός βασικού αγαθού δεν μπορεί να εξαρτάται από το ποιος παρακολουθεί καλύτερα τους πολέμους, τις αγορές, το χρηματιστήριο Ενέργειας, τις δηλώσεις Τραμπ, τις τιμές των παρόχων και τα συμβόλαια, να γίνεται ντετέκτιβ Σέρλοκ Χολμς για να δίνει απαντήσεις. Ουφ, ανάσα.

Και κάπως έτσι κλείνει η συζήτηση με τον συνάδελφο, αφού τα βρήκατε και συμφωνήσατε σε όλα -ή και όχι- αλλά την απορία για το πώς θα ζεσταθεί ο καθένας στο σπίτι του αυτόν τον χειμώνα, δεν τη λύσατε. «Μπορούμε, πάντως, να μένουμε περισσότερη ώρα στη δουλειά, που έχει και ζέστη, να τσεκάρουμε όλοι μαζί ποιο νέο συμβόλαιο θα κάνουμε για το ρεύμα» – προτείνετε φλεγματικά και γελάτε όλοι μαζί στο γραφείο.

Υ.Γ.: Οσοι αρχίσετε στα σχόλια «μα, πρέπει να ελέγχουμε τι θα πληρώσουμε, εμείς είμαστε υπεύθυνοι» ή «Σεραφείμ, είσαι ανεύθυνος», σας συγχαίρω για τον χρόνο σας και σας ζηλεύω για αυτή τη διάθεση που επιδεικνύετε ως άριστοι καταναλωτές – και δεν το γράφω με ειρωνεία ή ανεύθυνα.