Μόλις οι δυσμενείς εκτιμήσεις επιβεβαιωθούν, είναι περίπου βέβαιο ότι θα χρειαστούν μέτρα. Το ερώτημα είναι ποια μέτρα και από πού θα βρεθούν τόσα χρήματα ώστε να ελαφρύνουν σε ικανοποιητικό βαθμό τους καταναλωτές.
Τώρα που η κυβέρνηση σκέφτεται, ακόμη και αν δεν το ομολογεί, πώς θα επιδοτήσει τα πανάκριβα τιμολόγια, είναι η στιγμή να ανοίξει τους ίδιους τους λογαριασμούς και να δει γιατί είναι τόσο ακριβοί και ποιος πληρώνει τι. Για παράδειγμα, οι αρμόδιοι υπουργοί, σε κάθε ευκαιρία, αναγνωρίζουν ότι οι συνεπείς καταναλωτές επιβαρύνονται από το κόστος των ρευματοκλοπών και των απλήρωτων λογαριασμών προς τις εταιρείες παροχής ρεύματος. Ορισμένοι ενεργειακοί σύμβουλοι υπολογίζουν την επιβάρυνση στους λογαριασμούς στο 40%.
Μοιάζει υπερβολικό, αλλά και 10% να είναι, έχει τεράστια σημασία, αφού ο συνεπής καταναλωτής πληρώνει την ενέργεια που καταναλώνει, τα δίκτυα και τις ρυθμιζόμενες χρεώσεις. Πληρώνει επίσης ΕΤΜΕΑΡ, συμμετέχοντας στη χρηματοδότηση του μηχανισμού στήριξης των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας και, συνεπώς, της ενεργειακής μετάβασης.
Και μέσα στο συνολικό κόστος του συστήματος επωμίζεται επιπλέον τις συνέπειες εκείνων που κλέβουν ρεύμα κι εκείνων που συστηματικά αφήνουν πίσω τους απλήρωτους λογαριασμούς. Εδώ πρέπει να γίνει μια απαραίτητη διάκριση. Αλλο ο φτωχός, άλλο ο κακοπληρωτής. Ο άνθρωπος που δεν μπορεί να ζεστάνει το σπίτι του χρειάζεται προστασία από το κράτος. Ο στρατηγικός κακοπληρωτής χρειάζεται αντιμετώπιση. Η κοινωνική πολιτική πρέπει να χρηματοδοτείται καθαρά και διαφανώς από την Πολιτεία, όχι να κρύβεται μέσα στην τιμή που πληρώνουν οι υπόλοιποι.
Δεν χρειάζεται κανείς να καταφύγει στον λαϊκισμό για να διαπιστώσει ότι το θέμα χρειάζεται επανεξέταση. Πριν αποφασίσει η κυβέρνηση πόσο θα επιδοτήσει τον λογαριασμό, πρέπει να εξετάσει πόσο μπορεί να τον ελαφρύνει. Οι ρευματοκλοπές κοστίζουν περίπου 400 εκατ. ευρώ τον χρόνο. Δεν είναι κάποια αναπόφευκτη διεθνής τιμή, δεν αποφασίζονται στο χρηματιστήριο φυσικού αερίου του Αμστερνταμ, δεν οφείλονται στους πολέμους ή σε μια γεωπολιτική κρίση. Είναι εσωτερική δυσλειτουργία του ελληνικού ενεργειακού συστήματος.
Στους απλήρωτους λογαριασμούς το ζήτημα είναι διαφορετικό, αλλά εξίσου σοβαρό. Σε μια περίοδο έκτακτης ενεργειακής πίεσης χρειάζεται ένας δικαιότερος επιμερισμός του κινδύνου ανάμεσα σε κράτος, διαχειριστές, προμηθευτές και καταναλωτές. H επισφάλεια αποτελεί μέρος του επιχειρείν. Οι εταιρείες παροχής αποκτούν πελάτες, ανταγωνίζονται για μερίδια αγοράς, προσφέρουν εκπτώσεις και εμπορικά προγράμματα και μέχρι τώρα ενθάρρυναν τον λεγόμενο «ενεργειακό τουρισμό» για να αποκομίζουν κέρδη όταν οι επιλογές τους αποδίδουν. Μόλις πριν από μερικές ημέρες θεσπίστηκε από την κυβέρνηση ένα νέο σύστημα σχετικού ελέγχου του «ενεργειακού τουρισμού». Μέχρι τώρα οι εταιρείες παροχής σχεδόν αδιαφορούσαν για το αν ο νέος πελάτης τους άφηνε φέσι στην προηγούμενη. Από εδώ και πέρα όποιος καταναλωτής μετακινείται από πάροχο σε πάροχο αφήνοντας πίσω συστηματικά χρέη θα συγκεντρώνει επισημάνσεις και, μετά την τρίτη, δεν θα μπορεί να αλλάξει ξανά προμηθευτή χωρίς τακτοποίηση των οφειλών του.
Σωστό, αν και καθυστερημένο, το μέτρο, αλλά αντιμετωπίζει μόνο τη συμπεριφορά – όχι ολόκληρο το οικονομικό πρόβλημα. Θα ήταν πιο αποτελεσματικό αν η απόφαση προέβλεπε πώς ένα μέρος του πιστωτικού κινδύνου θα επιβάρυνε άμεσα και τις ίδιες τις εταιρείες. «Θέλετε νέους πελάτες; Πληρώστε τα χρέη τους για να τους πάρετε». Δεν μπορεί το κέρδος να αποτελεί ανταμοιβή για το επιχειρηματικό ρίσκο όσο τα πράγματα πηγαίνουν καλά, αλλά όταν στραβώνουν ο κίνδυνος να… κοινωνικοποιείται. Αυτό αποκτά μεγαλύτερη σημασία επειδή οι μεγάλοι ενεργειακοί όμιλοι παραμένουν σε υψηλή κερδοφορία. Η διαπίστωση δεν αποτελεί κατηγορία. Οι επιχειρήσεις υπάρχουν για να έχουν κέρδη και οι ισχυρές εταιρείες είναι προτιμότερες από εταιρείες στα όρια της χρεοκοπίας. Ακριβώς γι’ αυτό, το επιχείρημα πρέπει να διατυπωθεί σωστά. Οχι «έχουν κέρδη, άρα να πληρώσουν», αλλά αφού υπάρχει αυξημένο κέρδος ως ανταμοιβή για τον επιχειρηματικό κίνδυνο, πρέπει να υπάρχει και πραγματική ανάληψη του κινδύνου όταν αυτός εμφανίζεται. Τώρα παρατηρείται το φαινόμενο να πληρώνουμε όλοι μαζί υψηλά τιμολόγια για να καλύπτουμε το αυξημένο ρίσκο των εταιρειών και προφανώς εκείνες δεν έχουν κανέναν λόγο να μη ρισκάρουν. Αν χάσουν έσοδα από τον κακοπληρωτή, θα τα πληρώσουμε όλοι οι υπόλοιποι, εάν όχι, θα τα βάλουν στην τσέπη τους.
Η κυβέρνηση έχει ήδη αφήσει ανοιχτό το ενδεχόμενο νέων μέτρων στήριξης για τους καταναλωτές και έχει θέσει στόχο μείωσης του ενεργειακού κόστους κατά 30% σε βάθος τριετίας.
Σωστά, αλλά ο λογαριασμός του Οκτωβρίου δεν μπορεί να περιμένει το 2029. Γι’ αυτό, εάν ο χειμώνας αποδειχθεί δύσκολος, η κυβέρνηση δεν πρέπει να περιοριστεί στην παλιά συνταγή μιας ακόμη επιδότησης. Θα πρέπει να ανοίξει ολόκληρο τον λογαριασμό και να εξετάσει κάθε χρέωση. Να δει τι μπορεί προσωρινά να μειωθεί, τι μπορεί να χρηματοδοτηθεί διαφορετικά, πόσο μεγαλύτερο μέρος των επισφαλειών μπορούν να αναλάβουν οι προμηθευτές και πώς το κόστος των ρευματοκλοπών θα πάψει σταδιακά να αποτελεί λευκή επιταγή εις βάρος των συνεπών. Να εφαρμοστεί χωρίς εκπτώσεις το νέο πλαίσιο για τον «ενεργειακό τουρισμό», ώστε να μη μετακινείται κάποιος από εταιρεία σε εταιρεία αφήνοντας πίσω χρέη. Και να ανοίξει επιτέλους η συζήτηση για το ποιο μέρος της οριστικής επισφάλειας αποτελεί κόστος της αγοράς και ποιο μέρος πρέπει να αποτελεί επιχειρηματικό κίνδυνο του προμηθευτή. Ο συνεπής καταναλωτής δεν μπορεί να είναι μονίμως ο τελευταίος κρίκος κάθε ενεργειακής στρέβλωσης και ταυτόχρονα ο πρώτος που καλείται να βάλει το χέρι στην άδεια τσέπη του.
Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.