Μετά το «πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης», το ερώτημα για Αλέξη Τσίπρα, δεν είναι αν… έδωσε πολλά ή λίγα
Ούτε πως υπολογίζουν στο κομπιουτεράκι η κυβέρνηση και η αντιπολίτευση το λογαριασμό με τα δωρεάν εισιτήρια, τον «πατριωτικό φόρο» στους πλούσιους και τις υπόλοιπες εξαγγελίες του. Το ζήτημα είναι τι «έβγαλε» ο ίδιος, δηλαδή την πολιτική χρησιμότητα που έχει ο «νέος» Τσίπρας σε μια εποχή που δεν μοιάζει με εκείνη που γέννησε τον παλιό το 2012.
Τρεις μήνες μετά την ίδρυση της ΕΛ.Α.Σ. το θέμα πιστεύω δεν είναι λογιστικό, είναι πολιτικό. Είναι τι καινούργιο φέρνει; Η απάντηση που έδωσε η Θεσσαλονίκη ήταν μάλλον φτωχή. Ο «άλλος» Τσίπρας εμφανίστηκε πιο ώριμος, περισσότερο… ελεγχόμενος, λιγότερο λαϊκιστής, σαφώς πιο τεχνοκρατικός, αλλά από πολιτική φρεσκάδα, παραμένει «ξερός σαν τη ρίγανη» και δεν δημιούργησε την παραμικρή δυναμική όπως, υποθέτω, θα ήθελε ο ίδιος και οι συνεργάτες του.
Καμία έκπληξη, καμία νέα ιδέα που να συγκινεί την κοινωνία και να αναγκάζει τον Μητσοτάκη να ξανασκεφτεί τη δική του, καμία πρόταση που να μετακινεί τη δημόσια συζήτηση στο έδαφος που εκείνος επέλεξε. Προφανώς ο Τσίπρας άλλαξε, αλλά δεν ανανεώθηκε. Μάλλον μελέτησε προσεκτικά γιατί έχασε, αλλά ποτέ δεν κατάλαβε γιατί κέρδισε το 2015. Τότε υπήρχε κύμα και πρώτος πέτυχε να ανέβει πάνω του, ενώ σήμερα τέτοιο κύμα δεν υπάρχει.
Η δημοσκοπική σταθερότητα της ΕΛΑΣ στη δεύτερη θέση, εξαιτίας της αδυναμίας του Νίκου Ανδρουλάκη, απέδειξε ότι υπάρχει διαθέσιμος πολιτικός χώρος, αλλά η περίοδος χάριτος του «comeback» θα τελειώσει Από εδώ και πέρα, αρχίζουν τα δύσκολα, αφού πρέπει να εξηγήσει στην κοινή γνώμη γιατί επέστρεψε; Προφανώς δεν επέστρεψε για να αποδείξει ότι έγινε σοβαρότερος, αλλά ότι έχει κάτι καινούργιο να προσφέρει. Στην Θεσσαλονίκη αυτό δεν φάνηκε. Τα δωρεάν εισιτήρια έχουν ειπωθεί χίλιες φορές, η κατάργηση των Πανελλαδικών επίσης, μεταφορά πέντε υπουργείων εκτός Αθηνών είναι επικοινωνιακό αστείο και δεν μπορεί να αποτελέσει τη βασική μεταρρυθμιστική ιδέα μιας χώρας, ούτε η αμυντική βιομηχανία στη Θράκη μέσα στο άμεσο βεληνεκές των τουρκικών όπλων. Ακόμη πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα προχειρότητας είναι ο «πατριωτικός φόρος» 1% στους πλουσιότερους. Επικοινωνιακά είναι ίσως η εξυπνότερη «κατασκευή» της ομιλίας, αλλά αποδομήθηκε σε 24 ώρες όταν ανέλαβαν να την εξηγήσουν ο Γιώργος Παππάς και ο Νίκος Νυφούδης.
Ο Τσίπρας εμφανίζεται να έχει αλλάξει περισσότερο από όσο παραδέχονται οι εχθροί του και λιγότερο από όσο πιστεύουν οι φίλοι του. Θέλει να δείχνει ότι εγκατέλειψε μεγάλο μέρος της πολιτικής υπερβολής που τον ανέδειξε. Δεν υπόσχεται ότι θα «σκίσει μνημόνια», δεν μετατρέπει κάθε πολιτική σύγκρουση ως μάχη του λαού με το «σύστημα», ούτε κάθε οικονομικό πρόβλημα σε εξέγερση. Έχει γίνει περισσότερο πραγματιστής και, με την παλιά ορολογία των συντρόφων του, περισσότερο «δεξιός». Αυτή η μετατόπιση κρύβει ένα παραπάνω κίνδυνο. Όσο περισσότερο απομακρύνεται από τον «παλιό Τσίπρα» τόσο κινδυνεύει να χάσει ένα μέρος της πολιτικής γοητείας του (καραδοκεί ο Πολάκης έστω και με 3%) χωρίς να κερδίσει αναγκαστικά νέο ακροατήριο. Ο λαϊκός, συγκρουσιακός Τσίπρας μπορούσε να δημιουργεί συναισθηματική σχέση με ανθρώπους που δεν διάβαζαν οικονομικά προγράμματα. Ο νέος, τεχνοκρατικότερος Τσίπρας πιθανόν να απογοητεύει κάποιους από αυτούς. Την ίδια στιγμή ο κεντρώος, παραγωγικός σαραντάρης ή πενηντάρης, που ζητεί σοβαρότητα, μεταρρυθμίσεις και σταθερότητα, δεν είναι βέβαιο ότι θα μετακινηθεί προς τον Τσίπρα επειδή εκείνος έβαλε περισσότερα γραφήματα στην παρουσίασή του. Ο πρώην πρωθυπουργός δεν είναι άγραφο χαρτί.
Με μια ευρύτερη προσέγγιση μπορούμε να πούμε ότι το rebranding πέτυχε και οι ειδικοί έκαναν καλά τη δουλειά τους. Για να συνεχιστεί όμως το σενάριο χρειάζεται πολιτική φρεσκάδα και εκεί το «προϊόν» χωλαίνει και επιστρέφει σχεδόν εκδικητικά στην περίφημη φράση της Έφης Αχτσιόγλου ότι «η κανονικότητα δεν είναι ποτέ ευκαιρία για την Αριστερά». Το πρόβλημα θα φανεί εντονότερο όταν έρθει η ώρα να εμφανιστούν τα νέα πρόσωπα ( Ο τραγέλαφος με το 1% το ανέδειξε με τον πιο επώδυνο, για τον Τσίπρα, τρόπο). Όσο παραμένουν οι εκκρεμότητες με πρώην βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ, στελέχη που έφυγαν προς διαφορετικές κατευθύνσεις και ανθρώπους από τα υπόλοιπα κόμματα της Αριστεράς, παραμένει ανοιχτή και η ταυτότητα του εγχειρήματος. Αν μαζέψει τους περισσότερους από τους παλιούς, θα δυσκολευτεί να εξηγήσει τι ακριβώς είναι το καινούργιο. Αν τους αφήσει στον … εξώστη, θα πρέπει να βρει μια νέα πολιτική και στελεχιακή ομάδα που ακόμη δεν φαίνεται. Η υποστήριξη του προγράμματος που ανακοίνωσε στην Θεσσαλονίκη ήταν απογοητευτική.
Ο Τσίπρας γνωρίζει ότι η επιστροφή στο Μαξίμου στις αμέσως επόμενες εκλογές είναι σχεδόν αδύνατη. Αυτό που μπορεί να πετύχει είναι να κυριαρχήσει στον χώρο της αντιπολίτευσης και να εδραιωθεί ως δεύτερος πόλος. Να συμπιέσει το ΠΑΣΟΚ και τα κόμματα στα αριστερά του και να γίνει ξανά ο αναμφισβήτητος αντίπαλος της ΝΔ. Και ύστερα να περιμένει, είτε απέναντί του υπάρχει αυτοδύναμος Μητσοτάκης είτε κυβέρνηση συνεργασίας. Μια ισχυρή αξιωματική αντιπολίτευση θα του προσφέρει χρόνο, κοινοβουλευτική σκηνική παρουσία και κυρίως την εύλογη φθορά της κυβένησης. Είμαι σχεδόν βέβαιος ότι ο πραγματικός στρατηγικός ορίζοντας της επιστροφής του δεν είναι οι επόμενες εκλογές αλλά οι μεθεπόμενες, το 2031 (θα είναι ημιπιτσιρικάς… μόλις 57 χρονών) και αυτός ο στόχος του είναι πιο ρεαλιστικός από τον διακηρυγμένο.
Αυτό είναι ένα απολύτως λογικό σχέδιο, αλλά και πάλι όμως υπάρχουν δύο προϋποθέσεις. Πρώτον να μην έχει στο μεταξύ βρεθεί κάτι αληθινά «νέο» στο πολιτικό τοπίο και δεύτερον δεν μπορεί να περιμένει απλώς να γεράσει η κυβέρνηση, πρέπει να ανανεωθεί ο ίδιος. Η κανονικότητα στην οποία βρισκόμαστε τώρα δεν του προσφέρει την ευκαιρία που θα ήθελε. Αντίθετα αποτελεί μεγάλη δοκιμασία για τον «νέο» Τσίπρα. Πρέπει να αποδείξει ότι μπορεί να παράγει ιδέες και στη Θεσσαλονίκη, τουλάχιστον, αυτό δεν φάνηκε.
Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.