Οι κάλπες θα στηθούν στο τέλος της τετραετίας, ίσως και λίγο νωρίτερα, εξαιτίας της προεδρίας της Ε.Ε., την οποία η χώρα μας αναλαμβάνει το δεύτερο εξάμηνο του 2027, αλλά και της αυξημένης πιθανότητας να χρειαστούν δεύτερες και τρίτες εθνικές εκλογές για να σχηματιστεί βιώσιμη κυβέρνηση.
Σε κάθε περίπτωση, πάντα σύμφωνα με τις δηλώσεις του πρωθυπουργού, οι εκλογές θα γίνουν την άνοιξη του 2027 – και πάντως όχι το φθινόπωρο του 2026. Κόντρα σε αυτή τη βεβαιότητα τα σενάρια για εκλογές τον Σεπτέμβριο όλο και φουντώνουν. Οχι άδικα, γιατί πίσω από το ερώτημα δεν κρύβεται μόνο η συνήθης εκλογολογία, αλλά η αίσθηση ότι στο Μέγαρο Μαξίμου υπάρχει ένας πραγματικός ανοιχτός προβληματισμός, τον οποίο οι δημόσιες διαβεβαιώσεις περί εξάντλησης της τετραετίας δεν αρκούν για να κλείσουν.
Ο Σεπτέμβριος του 2026 έχει ένα πλεονέκτημα που δεν διατυπώνεται εύκολα δημόσια. Καθαρίζει το τραπέζι πριν γεμίσει. Δεν αφορά μόνο τη φθορά της κυβέρνησης, αλλά την πρόληψη της αταξίας. Στελέχη πρώτης γραμμής βλέπουν μπροστά τους όχι μία αντιπολίτευση, αλλά πολλά μικρά ενδεχόμενα που μπορεί να εξελιχθούν σε πολιτικό σφάλμα. Ενα ΠΑΣΟΚ που πιεσμένο στην τρίτη-τέταρτη θέση μαζεύει ατμό εσωκομματικού θυμού που μπορεί να οδηγήσει σε έκρηξη αλλαγής ηγεσίας. Εναν Τσίπρα που σταθεροποιείται στη δεύτερη θέση με τάσεις ανόδου, μια Καρυστιανού που δείχνει να κινείται σε κομματικό και ιδεολογικό χάος αλλά μεταφέρει κοινωνικό και ηθικό φορτίο, κι έναν Σαμαρά που υπενθυμίζει ότι η δεξιά πτέρυγα δεν είναι πειθαρχημένο ακροατήριο. Αν ο Τσίπρας, το ΠΑΣΟΚ, η Καρυστιανού ή ο Σαμαράς μπορούν μέσα σε αυτούς τους επτά μήνες να χτίσουν μια δυναμική πιο απειλητική για τη σημερινή πολιτική γεωμετρία, τότε ο Σεπτέμβριος του 2026 γίνεται μια λογική επιλογή περιορισμού του ρίσκου. Αν όμως η παράταση δεν ενισχύσει τα κόμματα της αντιπολίτευσης αλλά τα εκθέσει, τότε ο Απρίλιος του 2027 αποκτά προτεραιότητα.
Δεύτερη σημαντική παράμετρος είναι η κόπωση των υποψήφιων βουλευτών της Ν.Δ. Ενας βουλευτής κουρασμένος, πιεσμένος, εκτεθειμένος στην τοπική γκρίνια και χωρίς καθαρή ημερομηνία μάχης δεν κινητοποιεί την κοινωνία, διαχειρίζεται τη φθορά. Ο κομματικός μηχανισμός μπορεί να αντέξει μια σύντομη, αποφασιστική εκστρατεία. Δύσκολα όμως αντέχει άλλους επτά μήνες παρατεταμένης προθέρμανσης, όπου όλοι τρέχουν χωρίς να ξέρουν πότε αρχίζει ο αγώνας. Ο Σεπτέμβριος δίνει εντολή μάχης. Ο Απρίλιος απαιτεί συντήρηση μηχανής. Και οι μηχανές που δουλεύουν μονίμως στο ρελαντί καίνε καύσιμο χωρίς να γράφουν χιλιόμετρα. Οσο η εκλογική αναμέτρηση απομακρύνεται τόσο οι βουλευτές, οι υπουργοί, οι υποψήφιοι και οι δυσαρεστημένοι βρίσκουν χρόνο να παράγουν μικρές προσωπικές στρατηγικές. Οταν όμως η κάλπη πλησιάζει, το κόμμα πειθαρχεί. Οχι από αγάπη, αλλά από ένστικτο αυτοσυντήρησης.
Από την άλλη πλευρά, το πλεονέκτημα του Απριλίου είναι ισχυρό και καθόλου προσχηματικό. Ο Μητσοτάκης έχει χτίσει μεγάλο μέρος της πολιτικής του εικόνας πάνω στη θεσμικότητα, στη σταθερότητα, στην ιδέα ότι δεν παίζει με τις κάλπες. Η εξάντληση της τετραετίας τού επιτρέπει να εμφανιστεί ως πρωθυπουργός που δεν έφυγε νωρίς, δεν δραπέτευσε, δεν φοβήθηκε. Του δίνει επίσης χρόνο να πει ότι ολοκληρώνει έργα, ότι δεν θυσιάζει τη χώρα σε έναν εκλογικό αιφνιδιασμό και, κυρίως, ότι αφήνει την οικονομία να αποδώσει. Η οικονομία είναι ίσως το πιο σκληρό κριτήριο αυτής της απόφασης γιατί δεν επιτρέπει αυταπάτες. Οι κυβερνήσεις μπορούν να μιλούν για ανάπτυξη, επενδύσεις, πλεονάσματα και διεθνή αξιοπιστία, οι πολίτες όμως ψηφίζουν με όρους καθημερινότητας. Αν μέχρι την άνοιξη του 2027 η κυβέρνηση πιστεύει ότι μπορεί να δείξει απτή βελτίωση στην τσέπη, λίγη περισσότερη ανάσα στα νοικοκυριά, λιγότερη πίεση από την ακρίβεια, μεγαλύτερη σταθερότητα, τότε ο Απρίλιος αποκτά πλεονέκτημα.
Τέλος, η στρατηγική των εκλογών ενός γύρου είναι περισσότερο ευχή παρά σχέδιο. Η Ν.Δ. θα ήθελε μια πρώτη κάλπη που να δημιουργεί εικόνα αναπόφευκτης νίκης και να βάλει από νωρίς το πολιτικό αποτέλεσμα στις σωστές ράγες. Ομως η αριθμητική δείχνει ότι ο δεύτερος γύρος είναι σχεδόν βέβαιος. Αυτό σημαίνει ότι ο Μητσοτάκης δεν αποφασίζει μόνο πότε θα γίνουν οι εκλογές. Αποφασίζει πότε θα ανοίξει μια περίοδος διπλής κάλπης, αβεβαιότητας, πίεσης και σκληρής πολιτικής διαπραγμάτευσης με το εκλογικό σώμα και ίσως με κόμματα της αντιπολίτευσης για σχηματισμό κυβέρνησης. Με απλά λόγια, ο πρωθυπουργός δεν θα επιλέξει μόνο πότε θέλει να δώσει την πρώτη μάχη, αλλά πότε και με ποιους όρους θέλει να τελειώσει ολόκληρος ο πόλεμος.
Το τελικό ερώτημα, λοιπόν, που απασχολεί το Μαξίμου δεν είναι ποια ημερομηνία είναι πιο «σωστή». Είναι ποια ημερομηνία αφήνει λιγότερες μεταβλητές ανεξέλεγκτες. Ο Σεπτέμβριος του 2026 είναι η κάλπη του αιφνιδιασμού, της πειθαρχίας και της πρόληψης. Ο Απρίλιος του 2027 είναι η κάλπη της θεσμικής εικόνας, της οικονομικής αναμονής, της ευρωπαϊκής προοπτικής και της ολοκλήρωσης του κυβερνητικού αφηγήματος. Ο Μητσοτάκης θα αποφασίσει όχι ως σχολιαστής της πολιτικής, αλλά ως κάτοχος της εξουσίαςMhtsot;akhw
Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.