Η ακριβότερη εκλογική αναμέτρηση στην ιστορία των Ηνωμένων Πολιτειών εξελίχθηκε σε μεγάλη απογοήτευση για ορισμένους από τους ισχυρότερους χρηματοδότες της αμερικανικής πολιτικής σκηνής, οι οποίοι διέθεσαν εκατοντάδες εκατομμύρια δολάρια χωρίς να εξασφαλίσουν τα αποτελέσματα που επιδίωκαν.
Ο Έλον Μασκ, η βιομηχανία κρυπτονομισμάτων και οι μεγάλοι χρηματοδότες της τεχνητής νοημοσύνης επένδυσαν τεράστια ποσά σε κρίσιμες εκλογικές αναμετρήσεις, από το Τέξας μέχρι το Οχάιο, αλλά είδαν πολλούς από τους υποψηφίους που υποστήριξαν να ηττώνται.
Η δυσαρέσκεια των Αμερικανών ψηφοφόρων για την οικονομία, το αυξανόμενο κόστος ζωής και τις επιπτώσεις της τεχνολογίας στην απασχόληση και τις τοπικές κοινωνίες αποδείχθηκε ισχυρότερη από την πρωτοφανή χρηματοδοτική κινητοποίηση.
Οι εκλογικές ήττες αναμένεται να προκαλέσουν νέο κύκλο προβληματισμού στους μεγάλους δωρητές σχετικά με την αποτελεσματικότητα των πολιτικών επενδύσεών τους και την ανάγκη αναθεώρησης της στρατηγικής τους. Σε ορισμένες περιπτώσεις, μάλιστα, η πλημμυρίδα χρημάτων ενδέχεται να λειτούργησε αντίστροφα, κινητοποιώντας τους αντιπάλους των υποψηφίων που υποστηρίζονταν από τους δισεκατομμυριούχους.
«Μόλις αποδείξαμε ότι όλα τα χρήματα του κόσμου δεν μπορούν να νικήσουν τον λαό του Τέξας», δήλωσε ο νεοεκλεγείς Δημοκρατικός γερουσιαστής Τζέιμς Ταλαρίκο, ο οποίος στηρίχθηκε σε ένα πανεθνικό δίκτυο μικρών δωρητών.
Κατά την επινίκια ομιλία του την Τρίτη, ο Ταλαρίκο πρόσθεσε ότι οι ψηφοφόροι έστειλαν μήνυμα σε κάθε δισεκατομμυριούχο και μεγαλοδωρητή, αλλά και σε όσους, όπως υποστήριξε, υπερασπίζονται ένα προβληματικό πολιτικό σύστημα.

Τα 445 εκατ. του Μασκ και οι χαμένες επενδύσεις των crypto
Ο Έλον Μασκ αναδείχθηκε και πάλι στον μεγαλύτερο μεμονωμένο χρηματοδότη της εκλογικής αναμέτρησης, έχοντας διαθέσει περισσότερα από 445 εκατ. δολάρια κατά τη διάρκεια του εκλογικού κύκλου, σύμφωνα με στοιχεία της Ομοσπονδιακής Εκλογικής Επιτροπής των ΗΠΑ.
Από το ποσό αυτό, 205 εκατ. δολάρια κατευθύνθηκαν στο Τέξας, σε μια αποτυχημένη προσπάθεια στήριξης του Ρεπουμπλικανού Κεν Πάξτον απέναντι στον Τζέιμς Ταλαρίκο.
Η ήττα αποκτά ιδιαίτερη πολιτική σημασία, καθώς το Τέξας θεωρούνταν επί δεκαετίες ένα από τα ισχυρότερα προπύργια των Ρεπουμπλικανών, ενώ αποτελεί πλέον και το επίκεντρο των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων του Μασκ.
Σημαντικές απώλειες κατέγραψε και η βιομηχανία κρυπτονομισμάτων, η οποία δαπάνησε συνολικά 166 εκατ. δολάρια για την υποστήριξη υποψηφίων και την παρέμβαση σε κρίσιμες εκλογικές αναμετρήσεις.
Από αυτά, 64 εκατ. δολάρια διατέθηκαν σε μια προσπάθεια να ηττηθεί ο Δημοκρατικός Σέροντ Μπράουν στο Οχάιο, ο οποίος τελικά επικράτησε και εξελέγη στη Γερουσία.
Αντίστοιχα απογοητευτικό ήταν το αποτέλεσμα για τη βιομηχανία τεχνητής νοημοσύνης και τους υποστηρικτές της ανεμπόδιστης ανάπτυξης των data centers.
Οι συγκεκριμένοι επιχειρηματικοί κύκλοι διέθεσαν εκατομμύρια δολάρια την τελευταία στιγμή για να ενισχύσουν την υποψηφιότητα της Ρεπουμπλικανής Νταρλίν Γκράχαμ στη Νότια Καρολίνα, την οποία είχε επιλέξει προσωπικά ο Πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ. Ωστόσο, η αντίπαλός της, Άνι Άντριους, επικράτησε, με αποτέλεσμα να γίνει η πρώτη Δημοκρατική που εκπροσωπεί τη συγκεκριμένη πολιτεία στην αμερικανική Γερουσία έπειτα από περισσότερες από δύο δεκαετίες.
Η έκβαση της αναμέτρησης αντανακλά την αυξανόμενη αντίδραση απέναντι στην ανεξέλεγκτη ανάπτυξη των κέντρων δεδομένων, η οποία ενισχύθηκε καθ’ όλη τη διάρκεια της προεκλογικής περιόδου.

Πάνω από 558 εκατ. δολάρια χωρίς νίκη στις πέντε σημαντικότερες μάχες
Ένας ακόμη μεγάλος χαμένος των εκλογών ήταν το Senate Leadership Fund (SLF), η πολιτική επιτροπή χρηματοδότησης που συνδέεται με τους Ρεπουμπλικανούς της Γερουσίας.
Το SLF δαπάνησε περισσότερα από 558 εκατ. δολάρια, αλλά οι υποψήφιοι που υποστήριξε στις πέντε σημαντικότερες εκλογικές αναμετρήσεις του ηττήθηκαν.
Στο Τέξας, δαπανήθηκαν 182 εκατ. δολάρια για τη στήριξη του Κεν Πάξτον, ο οποίος έχασε από τον Τζέιμς Ταλαρίκο.
Στο Οχάιο, η επιτροπή διέθεσε 96 εκατ. δολάρια για τον Τζον Χάστεντ, χωρίς να καταφέρει να αποτρέψει την ήττα του.
Στην Αϊόβα, δαπανήθηκαν 51 εκατ. δολάρια υπέρ της Άσλεϊ Χίνσον, ενώ στο Μίσιγκαν κατευθύνθηκαν 48 εκατ. δολάρια στην εκστρατεία του Μάικ Ρότζερς. Και οι δύο υποψήφιοι ηττήθηκαν.
Αντίστοιχα, στο Μέιν, το SLF επένδυσε 39 εκατ. δολάρια υπέρ της Σούζαν Κόλινς, η οποία επίσης δεν κατάφερε να επανεκλεγεί.
«Τα μεγάλα χρηματικά ποσά βρέθηκαν στο επίκεντρο της εκλογικής αναμέτρησης με τρόπο που δεν έχω ξαναδεί στη ζωή μου», δήλωσε ο Ντάνιελ Γουάινερ, ειδικός στη χρηματοδότηση προεκλογικών εκστρατειών στο Brennan Center for Justice.
Οι Δημοκρατικοί και η μάχη των δισεκατομμυρίων
Βεβαίως, οι Δημοκρατικοί διέθεσαν επίσης τεράστια ποσά για τις προεκλογικές τους εκστρατείες.
Υποψήφιοι του κόμματος σε ιδιαίτερα ανταγωνιστικές αναμετρήσεις για τη Γερουσία, όπως ο Τζέιμς Ταλαρίκο στο Τέξας, ο Τζον Όσοφ στην Τζόρτζια και ο Αμπντούλ Ελ-Σαγέντ στο Μίσιγκαν, συγκέντρωσαν και δαπάνησαν σημαντικά περισσότερα χρήματα από τους Ρεπουμπλικανούς αντιπάλους τους.
Ο Μάικλ Μπλούμπεργκ, ιδρυτής και βασικός μέτοχος της Bloomberg LP, μητρικής εταιρείας του Bloomberg News, διέθεσε 116 εκατ. δολάρια για τη στήριξη των Δημοκρατικών στις ενδιάμεσες εκλογές.
Παράλληλα, το Senate Majority PAC των Δημοκρατικών δαπάνησε 333 εκατ. δολάρια, με σημαντική ενίσχυση από δωρητές των οποίων η ταυτότητα δεν δημοσιοποιείται, μέσω της λεγόμενης αδιαφανούς πολιτικής χρηματοδότησης (dark money).
Ωστόσο, σε επίπεδο εξωτερικής χρηματοδότησης, οι Ρεπουμπλικανοί διατήρησαν σημαντικό προβάδισμα.
Το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα και τρεις μεγάλες πολιτικές επιτροπές χρηματοδότησης, που συνδέονται με τον Τραμπ ή με την ηγεσία των Ρεπουμπλικανών στη Βουλή και τη Γερουσία, συγκέντρωσαν συνολικά 2,1 δισ. δολάρια κατά τον εκλογικό κύκλο.
Το αντίστοιχο ποσό για τους Δημοκρατικούς και τις συνδεδεμένες πολιτικές επιτροπές ανήλθε σε 1,4 δισ. δολάρια.
Παρά την υπεροχή αυτή, οι Ρεπουμπλικανοί βρίσκονταν εξαρχής αντιμέτωποι με δυσμενείς πολιτικές συνθήκες.
Ιστορικά, το κόμμα του εν ενεργεία Προέδρου τείνει να χάνει έδρες στις ενδιάμεσες εκλογές, ενώ φέτος η δυσαρέσκεια των ψηφοφόρων είχε ενισχυθεί από την ακρίβεια και τον πόλεμο στο Ιράν.
Μετά το εκλογικό αποτέλεσμα, το οποίο ο Ρεπουμπλικανός κυβερνήτης της Φλόριντα, Ρον ΝτεΣάντις, χαρακτήρισε γεγονός που απειλεί την ίδια την πολιτική επιβίωση του κόμματος, ορισμένα στελέχη των Ρεπουμπλικανών έφτασαν να αμφισβητούν ακόμη και τη σημασία της χρηματοδότησης στις εκλογικές αναμετρήσεις.
«Τα χρήματα είναι ο πιο υπερεκτιμημένος παράγοντας στην πολιτική και αυτό ισχύει εδώ και πολύ καιρό», δήλωσε ο Σαμ Γκέντουλντιγκ, Ρεπουμπλικανός λομπίστας και πρώην σύμβουλος της ηγεσίας των Ρεπουμπλικανών στη Βουλή των Αντιπροσώπων.
Όπως εξήγησε, η χρηματοδότηση παραμένει σημαντική, αλλά οι Αμερικανοί ψηφοφόροι συχνά εναλλάσσουν τα κόμματα στην εξουσία, τιμωρώντας εκείνους που είχαν προηγουμένως στηρίξει. Πρόσθεσε ότι τα χρήματα συνήθως κατευθύνονται προς εκεί όπου οι δωρητές εκτιμούν ότι βρίσκεται η πολιτική ισχύς.

Οι ήττες των μεγάλων δωρητών σε Οχάιο και Ουισκόνσιν
Οι αποτυχίες των μεγάλων χρηματοδοτών δεν περιορίστηκαν στις αναμετρήσεις για το Κογκρέσο.
Αρκετοί Ρεπουμπλικανοί υποψήφιοι για τη θέση του κυβερνήτη, οι οποίοι είχαν λάβει ισχυρή οικονομική στήριξη από δισεκατομμυριούχους, αποκλείστηκαν τελικά από την εξουσία.
Στο Οχάιο, ο δισεκατομμυριούχος Ρεπουμπλικανός υποψήφιος Βίβεκ Ραμασουάμι ηττήθηκε, παρά την οικονομική ενίσχυση ύψους 30 εκατ. δολαρίων από τον μεγάλο δωρητή των Ρεπουμπλικανών Τζεφ Γιας, αλλά και τα επιπλέον εκατομμύρια που διέθεσε ο Έλον Μασκ.
Στο Ουισκόνσιν, η πολιτική επιτροπή Restoration of America, που χρηματοδοτείται από τον Ρεπουμπλικανό δωρητή Ρίτσαρντ Ούλαϊν, δαπάνησε περισσότερα από 12,7 εκατ. δολάρια για τη στήριξη του υποψηφίου κυβερνήτη Τομ Τίφανι, σύμφωνα με στοιχεία της εταιρείας ανάλυσης πολιτικής διαφήμισης AdImpact. Παρά την ενίσχυση αυτή, ο Τίφανι ηττήθηκε από τον Δημοκρατικό Ντέιβιντ Κρόουλι.
Σε ανάρτησή της στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, η επιτροπή του Ούλαϊν υποστήριξε ότι οι ψηφοφόροι απομακρύνθηκαν από τον Τραμπ εξαιτίας του απροσδόκητου πολέμου στο Ιράν και της επακόλουθης αύξησης των τιμών της βενζίνης και του ντίζελ.
Παράλληλα, απέδωσε μέρος της ήττας στη χαμηλότερη από την αναμενόμενη συμμετοχή των χριστιανών ψηφοφόρων, οι οποίοι, σύμφωνα με την επιτροπή, δεν προσήλθαν στις κάλπες σε επαρκείς αριθμούς.
Οι εξαιρέσεις στη Φλόριντα και η μάχη για τον φόρο στους δισεκατομμυριούχους
Παρά τη γενικευμένη απογοήτευση, υπήρξαν και ορισμένες εκλογικές επιτυχίες για τους μεγάλους δωρητές των Ρεπουμπλικανών.
Ο Κεν Γκρίφιν, διευθύνων σύμβουλος της Citadel, διέθεσε συνολικά 15 εκατ. δολάρια για τη στήριξη του Ρεπουμπλικανού Μπάιρον Ντόναλντς, ο οποίος κέρδισε την εκλογική αναμέτρηση για τη θέση του κυβερνήτη της Φλόριντα. Ο Γκρίφιν προσέφερε ακόμη 2,5 εκατ. δολάρια στη γερουσιαστή Άσλεϊ Μούντι, η οποία κατάφερε να αποκρούσει την ισχυρή πρόκληση της προοδευτικής υποψήφιας Άντζι Νίξον.
Παράλληλα, μια πολιτική επιτροπή χρηματοδοτούμενη από τη βιομηχανία τεχνητής νοημοσύνης διέθεσε περισσότερα από 2 εκατ. δολάρια για την υποστήριξη του Ντόναλντς.
Μια ακόμη πιθανή επιτυχία των μεγάλων δωρητών καταγράφηκε στην Καλιφόρνια, όπου το δημοψήφισμα για τη φορολόγηση των δισεκατομμυριούχων φαινόταν την Τετάρτη ότι οδηγούνταν σε απόρριψη.
Η πρόταση, γνωστή ως Proposition 40, προέβλεπε την επιβολή εφάπαξ φόρου 5% στη συσσωρευμένη περιουσία των δισεκατομμυριούχων, με στόχο τη χρηματοδότηση υπηρεσιών υγείας στην πολιτεία.
Οι υπερπλούσιοι αντίπαλοι του μέτρου, μεταξύ των οποίων και ο Σεργκέι Μπριν, συνιδρυτής της Google, συγκέντρωσαν περισσότερα από 375 εκατ. δολάρια και δαπάνησαν εκατοντάδες εκατομμύρια για να αποτρέψουν την έγκρισή του.
Οι δισεκατομμυριούχοι της Καλιφόρνιας δαπάνησαν 250 φορές περισσότερα χρήματα από τους υποστηρικτές του δημοψηφίσματος, επιχειρώντας να αποτρέψουν την επιβολή του νέου φόρου.
Η βιομηχανία crypto στρέφει το βλέμμα στο 2028
Μία ακόμη επιτυχία για τους μεγάλους χρηματοδότες καταγράφηκε στη Νεμπράσκα, όπου ο Ρεπουμπλικανός γερουσιαστής Πιτ Ρίκετς επανεξελέγη με άνεση, επικρατώντας ανεξάρτητου υποψηφίου. Η πολιτική επιτροπή Fairshake, που υποστηρίζεται από μεγάλες εταιρείες της βιομηχανίας κρυπτονομισμάτων, όπως οι Coinbase και Ripple, πρόβαλε τον ρόλο της στη συγκεκριμένη αναμέτρηση.
Ο Ρεπουμπλικανικός βραχίονας της Fairshake διέθεσε περισσότερα από 11,9 εκατ. δολάρια για την υποστήριξη του Ρίκετς.
«Ως ο μεγαλύτερος χρηματοδότης στην αναμέτρηση για τη Γερουσία στη Νεμπράσκα, είμαστε υπερήφανοι που βοηθήσαμε τον γερουσιαστή Ρίκετς να αντέξει τις πιέσεις ενός δύσκολου εκλογικού κύκλου», δήλωσε ο Τζεφ Βέτερ, εκπρόσωπος της Fairshake. Ο ίδιος ξεκαθάρισε ότι η επιτροπή σκοπεύει να επαναλάβει την προσπάθεια στις επόμενες προεδρικές εκλογές, σε δύο χρόνια.
«Θα παρακολουθούμε τις εξελίξεις και το 2028 θα έχουμε έναν νέο εκλογικό χάρτη», ανέφερε.
Παρά τις εκτεταμένες ήττες, οι μεγάλοι πολιτικοί δωρητές δεν φαίνεται να εγκαταλείπουν τη χρηματοδότηση των αμερικανικών εκλογών. Το αποτέλεσμα του 2026, ωστόσο, αναδεικνύει τα όρια της επιρροής του χρήματος σε μια περίοδο κατά την οποία η οικονομική δυσαρέσκεια, ο πόλεμος στο Ιράν και οι κοινωνικές αντιδράσεις απέναντι στη μεγάλη τεχνολογική βιομηχανία επηρέασαν καθοριστικά την πολιτική ατζέντα.
Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.