Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης

Add Newmoney.gr on Google

Πολλά πράγματα είναι αυτά που χωρίζουν τα 27 κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης αυτές τις μέρες, αλλά μια διαμάχη, ειδικότερα, συνοψίζει το θεμελιώδες δίλημμα του ευρωπαϊκού μπλοκ. Αυτό έχει να κάνει με τη “διεύρυνση”, και συγκεκριμένα με το αν θα αρχίσουν επίσημα οι ενταξιακές συνομιλίες με τη Βόρεια Μακεδονία και την Αλβανία. Κοιτάζοντας βαθύτερα το θέμα, το πραγματικό ερώτημα κατά κατά πόσο η ΕΕ μπορεί να συνεχίσει να «διευρύνεται» και να «εμβαθύνει» την ίδια στιγμή, για να ακολουθήσουμε τη φρασεολογία που χρησιμοποιούν οι ευρωκράτες.

Για να το θέσουμε αλλιώς, εάν η ΕΕ εξακολουθεί να υποδέχεται νέα μέλη, είτε αυτά είναι έτοιμα είτε όχι, δεν θα γίνει απλώς ακυβέρνητη, αλλά θα ευνοήσει και φυγόκεντρες δυνάμεις.

Ως συνήθως, το θέμα έθεσε ο Γάλλος πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν, ο οποίος κτίζει τη φήμη του ηγέτη που είναι αδιαπραγμάτευτα ειλικρινής, ώστε να επισημάνει αυτό το πρόβλημα. Ο Γάλλος πρόεδρος έχει σοκάρει άλλους ηγέτες της ΕΕ, όταν εμπόδισε με βέτο την έναρξη επίσημων ενταξιακών συνομιλιών με τη Βόρεια Μακεδονία και την Αλβανία, έχοντας μόνο την υποστήριξη της Δανίας και της Ολλανδίας.. Η Γερμανίδα καγκελάριος Άνγκελα Μέρκελ, μεταξύ άλλων, ήταν εξοργισμένη. Τα δυτικά Βαλκάνια ήταν αβοήθητα. Η ΕΕ προσπαθεί τώρα να πείσει τον Μακρόν να παραιτηθεί από το βέτο του, πριν από την ευρωπαϊκή διάσκεψη κορυφής τον Μάρτιο.

Δύο κύρια επιχειρήματα τέθηκαν απέναντι σε εκείνα του Μακρόν. Πρώτον, το βέτο ήταν άδικο επειδή δεν αναγνώριζε πόσα έχουν κάνει οι δύο χώρες για να γίνουν υποψήφια προς ένταξη μέλη. Η Αλβανία έχει εξυγιάνει το δικαστικό της σώμα και έχει ξεπεράσει το οργανωμένο έγκλημα. Η άλλη χώρα άλλαξε ακόμη και το όνομά της (προσθέτοντας το “Βόρεια”), μόνο και μόνο για να κατευνάσει την Ελλάδα, που είναι μέλος της ΕΕ, και στο έδαφος της οποίας υπάρχει μια περιοχή που ονομάζεται Μακεδονία. Η ΕΕ είχε υποσχεθεί ότι αυτό θα αρκούσε για να ξεκινήσει η ενταξιακή διαπραγμάτευση.

Δεύτερον, ο Μακρόν κατηγορήθηκε ότι ήταν στρατηγικά μυωπικός, καθώς η ΕΕ πρέπει να αρχίσει να σκέφτεται «γεωπολιτικά». Η Ρωσία και η Κίνα επεκτείνουν ήδη τα πλοκάμια τους στη νοτιοανατολική Ευρώπη, με τη δεύτερη να χρηματοδοτεί λιμάνια, γέφυρες και σιδηροδρομικές γραμμές ως μέρος αδιαφανών πολιτικών διαπραγματεύσεων. Εάν τα Βαλκάνια αισθάνονται ότι έχουν απορριφθεί από την ΕΕ, θα τρέξουν, αντί να περπατήσουν, στην αγκαλιά μη δυτικών αυτοκρατοριών.

Όλα αυτά, είναι αλήθεια. Υπάρχει όμως και ένας καλός λόγος για την αντίθεση στη διεύρυνση: αναπόφευκτα ενοχλεί την ολοκλήρωση της ΕΕ με τα σημερινά της μέλη. Η συνεργασία μεταξύ των έξι ιδρυτικών χωρών ήταν αρκετά δύσκολη από τη δεκαετία του 1950. Με κάθε νεοεισερχόμενο, συνεχίστηκε να γίνεται όλο και πιο δύσκολη, καθώς έπρεπε να ενσωματωθούν νέες γλώσσες, πολιτικές κουλτούρες, ιστορικά παράπονα και εθνικά συμφέροντα. Αυτό ήταν αλήθεια μετά την ένταξη του Ηνωμένου Βασιλείου το 1973 και μετά από τις μεσογειακές και σκανδιναβικές επεκτάσεις αργότερα.

Το δίλημμα έγινε ιδιαίτερα ξεκάθαρο μετά τις δύο ανατολικές διευρύνσεις το 2004 και το 2007. Τα ίδια επιχειρήματα χρησιμοποιήθηκαν τότε, όπως και τώρα: Η μη αποδοχή των μετακομμουνιστικών κρατών θα ήταν γεωπολιτικά ανελέητη αδράνεια στις περιοχές που επί δεκαετίες κυριαρχούσε η Ρωσία. Και θα ήταν άδικο για τους ανθρώπους που είχαν μακρά και γενναία αγωνιστεί για την ελευθερία τους και επιθυμούσαν να ενταχθούν στην «Δύση».