Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης

Add Newmoney.gr on Google

Μπροστά σε ένα ασυνήθιστο δίλημμα βρίσκονται οι μεγαλύτεροι πετρελαϊκοί όμιλοι του κόσμου. Παρά τα τρίτα υψηλότερα τριμηνιαία κέρδη που έχουν καταγράψει ποτέ, οι εταιρείες του κλάδου εμφανίζονται ιδιαίτερα επιφυλακτικές ως προς τη διάθεση των τεράστιων χρηματικών ποσών που έχουν συσσωρεύσει.

Η ExxonMobil και η Chevron επιλέγουν να διακρατήσουν περισσότερα μετρητά, η BP επικεντρώνεται στη μείωση του χρέους και άλλων υποχρεώσεων, ενώ η Shell και η TotalEnergies δεσμεύονται να διατηρήσουν αυστηρή πειθαρχία στις μελλοντικές επενδύσεις.

Πίσω από αυτή τη στάση βρίσκεται η εμπειρία προηγούμενων περιόδων άνθησης, όταν οι πετρελαϊκές εταιρείες προχώρησαν σε ιδιαίτερα δαπανηρά επενδυτικά προγράμματα, για να βρεθούν στη συνέχεια αντιμέτωπες με την κατάρρευση των τιμών του αργού.

«Θα παραμείνουμε πειθαρχημένοι. Δεν θα επιτρέψουμε στην πλεονάζουσα ρευστότητα να μας παρασύρει σε άσκοπες δαπάνες», δήλωσε ο διευθύνων σύμβουλος της Shell, Γουάελ Σαουάν, μιλώντας σε αναλυτές.

Όπως παραδέχθηκε, πρόκειται για ένα από τα διαχρονικά προβλήματα τόσο του πετρελαϊκού κλάδου όσο και της ίδιας της Shell, τονίζοντας ότι αυτή τη φορά η εταιρεία έχει διδαχθεί από τα λάθη του παρελθόντος.

Το βαρύ τίμημα των προηγούμενων πετρελαϊκών κύκλων

Οι πέντε μεγαλύτερες δυτικές πετρελαϊκές εταιρείες είχαν επενδύσει τεράστια ποσά σε μεγάλα ενεργειακά έργα κατά τις προηγούμενες περιόδους υψηλών τιμών.

Όταν, όμως, οι τιμές υποχώρησαν, αναγκάστηκαν να προχωρήσουν σε σημαντικές απομειώσεις περιουσιακών στοιχείων.

Συνολικά, την περίοδο 2010-2020, οι απομειώσεις έφτασαν περίπου τα 180 δισ. δολάρια, σύμφωνα με στοιχεία του BloombergNEF.

Η εμπειρία αυτή έχει επηρεάσει τη σημερινή στρατηγική των διοικήσεων, οι οποίες αποφεύγουν να βασίζουν τις επενδυτικές τους αποφάσεις στις βραχυπρόθεσμες διακυμάνσεις της αγοράς.

«Δεν πρόκειται να παρασυρθούμε από τον κύκλο των τιμών», δήλωσε ο οικονομικός διευθυντής της ExxonMobil, Νιλ Χάνσεν, μετά την απόφαση της εταιρείας να μην αυξήσει τις επαναγορές μετοχών, παρά την εκτόξευση της κερδοφορίας της.

Όπως εξήγησε, ο όμιλος δεν σκοπεύει να αναλάβει υπερβολικές οικονομικές δεσμεύσεις εξαιτίας μιας προσωρινής αναταραχής στην αγορά.

Πετρέλαιο πάνω από τα 100 δολάρια και χρηματιστηριακό ράλι

Ο πόλεμος των ΗΠΑ με το Ιράν έχει προκαλέσει σημαντικές διαταραχές στην αγορά ενέργειας, διατηρώντας τις τιμές του πετρελαίου πάνω από τα 100 δολάρια το βαρέλι για μεγάλο μέρος του 2026.

Σε συνδυασμό με τις περιορισμένες δυνατότητες διύλισης διεθνώς, οι υψηλές τιμές έχουν ενισχύσει κατακόρυφα την κερδοφορία των πετρελαϊκών εταιρειών.

Τα κέρδη αυτά έχουν αποτυπωθεί και στις χρηματιστηριακές αποτιμήσεις.

Από τις αρχές του έτους, η BP έχει ενισχυθεί κατά 45%, η ExxonMobil κατά 56% και η Chevron κατά 55%.

Ωστόσο, οι μετοχές των τριών εταιρειών δεν κατάφεραν να ακολουθήσουν την άνοδο 2,4% των τιμών του πετρελαίου την Παρασκευή.

Ένας από τους λόγους ήταν η απουσία πρόσθετων προγραμμάτων επαναγοράς μετοχών, καθώς οι διοικήσεις εμφανίζονται απρόθυμες να αυξήσουν τις επιστροφές κεφαλαίων παρά την ισχυρή κερδοφορία.

Παρά ταύτα, υπάρχουν ενδείξεις ότι αρκετοί επενδυτές επικροτούν αυτή τη συντηρητική προσέγγιση.

Σύμφωνα με στοιχεία που συγκέντρωσε το Bloomberg, το συνολικό χρέος των πέντε μεγαλύτερων δυτικών πετρελαϊκών ομίλων ανέρχεται πλέον σε περίπου 276 δισ. δολάρια, επίπεδο σχεδόν 30% χαμηλότερο από εκείνο του τέλους του 2020.

«Αυτό που αναζητούμε είναι πειθαρχία», δήλωσε ο Μάρκους ΜακΓκρέγκορ, επικεφαλής έρευνας εμπορευμάτων της Conning, η οποία διαχειρίζεται περιουσιακά στοιχεία περίπου 191 δισ. δολαρίων.

Κατά την άποψή του, οι εταιρείες θα πρέπει να επιμείνουν στη σημερινή στρατηγική τους, αποφεύγοντας τις υπερβολικές αντιδράσεις στις μεταβολές των τιμών και δίνοντας προτεραιότητα στην προστασία των ισολογισμών τους.

Chevron και Shell κρατούν τις επαναγορές υπό έλεγχο

Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της Chevron, η οποία περιόρισε τις επαναγορές μετοχών στα 2,5 δισ. δολάρια το τρίτο τρίμηνο, δηλαδή στο κατώτατο όριο του εύρους που είχε προαναγγείλει.

Η απόφαση ελήφθη παρά το γεγονός ότι η εταιρεία ανακοίνωσε την τέταρτη υψηλότερη τριμηνιαία κερδοφορία στην ιστορία της.

Αντίστοιχα, η Shell αύξησε τις επαναγορές μετοχών κατά 65%, αλλά η κίνηση αυτή πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο μιας αυστηρής πολιτικής κατανομής κεφαλαίων, η οποία προβλέπει την επιστροφή συγκεκριμένου ποσοστού των ταμειακών ροών στους μετόχους.

«Διαχειριζόμαστε την επιχείρησή μας με ορίζοντα δεκαετιών και όχι τριμήνων», δήλωσε η οικονομική διευθύντρια της Chevron, Ίμαρ Μπόνερ.

Όπως επισήμανε, η εταιρεία δεν πρόκειται να αλλάξει τις επενδυτικές και χρηματοοικονομικές προτεραιότητές της εξαιτίας ενός τριμήνου έντονης μεταβλητότητας.

Η μεγάλη αντίθεση με τους τεχνολογικούς κολοσσούς

Η συντηρητική στρατηγική των πετρελαϊκών εταιρειών έρχεται σε έντονη αντίθεση με όσα συμβαίνουν στον τεχνολογικό κλάδο.

Οι μεγάλοι όμιλοι τεχνολογίας πραγματοποιούν τεράστιες επενδύσεις στην τεχνητή νοημοσύνη, χρηματοδοτώντας μέρος αυτών μέσω δανεισμού, την ώρα που οι επενδυτές εμφανίζονται ολοένα πιο ανήσυχοι για τον χρόνο που θα χρειαστεί ώστε οι δαπάνες αυτές να αποφέρουν ουσιαστικές ταμειακές αποδόσεις.

Ωστόσο, δεν συμφωνούν όλοι ότι η αυστηρή επενδυτική πειθαρχία αποτελεί τη βέλτιστη στρατηγική για τις πετρελαϊκές.

Ο Μπράιαν Μάλμπερι, επικεφαλής στρατηγικής αγορών της Zacks Investment Management, η οποία διαχειρίζεται περίπου 33 δισ. δολάρια, υποστηρίζει ότι οι εταιρείες θα μπορούσαν να αξιοποιήσουν μέρος της σημερινής ρευστότητας για επενδύσεις που θα ενίσχυαν περισσότερο τη μακροπρόθεσμη ανάπτυξή τους.

Έτσι, παρά τα οφέλη της χρηματοοικονομικής πειθαρχίας, παραμένει ο κίνδυνος οι πετρελαϊκοί όμιλοι να επενδύσουν λιγότερα από όσα απαιτούνται για τη μελλοντική τους ανάπτυξη.

Γιατί οι πετρελαϊκοί αποφεύγουν τα μεγάλα deals

Η τελευταία φορά που η ExxonMobil και η Chevron είχαν καταγράψει αντίστοιχα υψηλά επίπεδα κερδοφορίας ήταν το 2022.

Έναν χρόνο αργότερα, οι δύο εταιρείες ανακοίνωσαν μεγάλες εξαγορές, αξίας περίπου 60 δισ. δολαρίων η καθεμία.

Η ExxonMobil προχώρησε στην εξαγορά της Pioneer Natural Resources, ενώ η Chevron συμφώνησε να αποκτήσει τη Hess.

Ωστόσο, παρά τη σημερινή ισχυρή κερδοφορία, ο διευθύνων σύμβουλος της Chevron, Μάικ Γουίρθ, εμφανίστηκε ιδιαίτερα επιφυλακτικός ως προς το ενδεχόμενο μιας νέας εξαγοράς αντίστοιχου μεγέθους.

«Η ιστορία δεν είναι γεμάτη από εξαιρετικές συμφωνίες που πραγματοποιήθηκαν όταν το πετρέλαιο βρισκόταν στα 100 δολάρια», σχολίασε χαρακτηριστικά.

Ανάλογη προσέγγιση υιοθετεί και ο επικεφαλής της TotalEnergies, Πατρίκ Πουγιανέ, ο οποίος προτιμά να πραγματοποιεί εξαγορές σε περιόδους υποχώρησης της αγοράς.

Ο γαλλικός όμιλος διαθέτει ήδη πολλές δυνατότητες ανάπτυξης μέσω μικρότερων, συμπληρωματικών επενδύσεων και δεν θεωρεί αναγκαίο να προχωρήσει σε μεγάλες συναλλαγές μόνο και μόνο επειδή διαθέτει αυξημένη ρευστότητα.

«Δεν θα αρχίσουμε να ακολουθούμε τον κύκλο των τιμών απλώς και μόνο επειδή ξαφνικά έχουμε περισσότερα μετρητά», τόνισε.

Η BP δίνει προτεραιότητα στη μείωση του χρέους

Για τη BP, η σημερινή περίοδος υψηλής κερδοφορίας έχει ακόμη μεγαλύτερη σημασία σε σχέση με τους ανταγωνιστές της.

Ο βρετανικός πετρελαϊκός όμιλος εξακολουθεί να αντιμετωπίζει τις συνέπειες των σημαντικών απομειώσεων που πραγματοποίησε σε επενδύσεις καθαρής ενέργειας, αλλά και του τεράστιου οικονομικού κόστους από την καταστροφή της πλατφόρμας Deepwater Horizon το 2010.

Το συνολικό κόστος που συνδέθηκε με το δυστύχημα ξεπέρασε τα 60 δισ. δολάρια, επιβαρύνοντας για χρόνια τον ισολογισμό της εταιρείας.

Η Μεγκ Ο’Νιλ, η οποία ανέλαβε τη θέση της διευθύνουσας συμβούλου νωρίτερα φέτος, έχει θέσει ως βασική προτεραιότητα την ενίσχυση της χρηματοοικονομικής θέσης της BP.

«Είναι πολύ εύκολο να παρασυρθεί κανείς από τις υψηλές τιμές και να θεωρήσει ότι αποτελούν ευκαιρία για επιστροφή κεφαλαίων», ανέφερε σε συνομιλία με δημοσιογράφους την Παρασκευή.

Όπως προειδοποίησε, η BP εξακολουθεί να έχει περισσότερο χρέος και υψηλότερη μόχλευση από όση θα μπορούσε να αντέξει σε ένα περιβάλλον χαμηλών τιμών πετρελαίου.