Ο Πενγκ Τζιν-λουνγκ, πρώην ακαδημαϊκός και σήμερα επικεφαλής της πανίσχυρης Financial Supervisory Commission της Ταϊβάν, επιχειρεί να αλλάξει ένα επενδυτικό μοντέλο που χρησιμοποιούν εδώ και δεκαετίες οι ασφαλιστικές ζωής της χώρας.
Στόχος του είναι να περιορίσει την εξάρτησή τους από περιουσιακά στοιχεία σε δολάρια, μια στρατηγική που πέρυσι προκάλεσε ζημιές δισεκατομμυρίων στον κλάδο μέσα σε λίγες ημέρες, όταν το νόμισμα της Ταϊβάν ενισχύθηκε απότομα. Οι ασφαλιστικές εταιρείες ζωής της χώρας διαχειρίζονται περισσότερα από 1,2 τρισεκατομμύρια δολάρια, ποσό μεγαλύτερο από το ετήσιο ΑΕΠ της Ταϊβάν.
Περισσότερα από 690 δισεκατομμύρια δολάρια έχουν επενδυθεί στο εξωτερικό, μεταξύ των οποίων περίπου 162 δισεκατομμύρια δολάρια στην αγορά εταιρικών ομολόγων των ΗΠΑ. Το πρόβλημα είναι ότι μεγάλο μέρος αυτών των επενδύσεων καλύπτει υποχρεώσεις εκφρασμένες σε δολάρια Ταϊβάν, δημιουργώντας εδώ και χρόνια σημαντική αναντιστοιχία μεταξύ νομισμάτων.
Το σχέδιο για να επιστρέψουν κεφάλαια στην Ταϊβάν
Ο Πενγκ πιέζει τις ασφαλιστικές να μειώσουν την έκθεσή τους σε ξένα περιουσιακά στοιχεία που συνδέονται με υποχρεώσεις σε τοπικό νόμισμα και παράλληλα να αυξήσουν τις εγχώριες επενδύσεις τους. Η στρατηγική αποτελεί μέρος ενός ευρύτερου σχεδίου για την επιστροφή περισσότερων κεφαλαίων στην Ταϊβάν και τη μετατροπή της σε περιφερειακό χρηματοπιστωτικό κόμβο.
Η αλλαγή έρχεται σε μια ιδιαίτερα ευαίσθητη περίοδο για τις διεθνείς αγορές ομολόγων. Οι δημοσιονομικές ανησυχίες, οι εμπορικές εντάσεις και οι συγκρούσεις στη Μέση Ανατολή έχουν περιορίσει τη διάθεση για μακροπρόθεσμο κρατικό χρέος, ενώ ορισμένοι επενδυτές επανεξετάζουν την έκθεσή τους στα αμερικανικά ομόλογα. Οι αποδόσεις των 30 ετών αμερικανικών κρατικών ομολόγων έχουν φτάσει στα υψηλότερα επίπεδα από το 2007.
Οι αλλαγές που προωθούνται στην Ταϊβάν αναμένεται σταδιακά να μειώσουν τα κεφάλαια που τοποθετούν οι ασφαλιστικές σε ομόλογα ξένων εταιρειών και αμερικανικά Treasuries. Παράλληλα, ενδέχεται να περιοριστούν οι επενδύσεις σε offshore private equity funds, με περισσότερα χρήματα να κατευθύνονται σε υποδομές και ακίνητα στην Ταϊβάν.
Από πανεπιστημιακός, «αρχιτέκτονας» της χρηματοπιστωτικής αγοράς
Ο 61χρονος Πενγκ διαφοροποιείται αισθητά από την παραδοσιακά συντηρητική προσέγγιση της FSC. Φιλοδοξία του είναι να μετατρέψει τον χρηματοπιστωτικό τομέα σε μία από τις επόμενες κινητήριες δυνάμεις ανάπτυξης της Ταϊβάν, ακόμη και αν αυτό απαιτεί αλλαγές στους κανόνες.
«Ο πρόεδρος Πενγκ και η FSC που διοικεί δεν είναι πλέον απλώς μια εποπτική αρχή υπεύθυνη για την εφαρμογή των νόμων και την παρακολούθηση των κινδύνων», αναφέρει η Έλεν Κούο, partner και επικεφαλής χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών της PwC Taiwan. Όπως σημειώνει, ο Πενγκ εξελίσσεται σε βασικό αρχιτέκτονα του μακροπρόθεσμου μετασχηματισμού του χρηματοπιστωτικού κλάδου. Πριν αναλάβει την FSC, ήταν ένας από τους γνωστότερους πανεπιστημιακούς στον ασφαλιστικό κλάδο της Ταϊβάν και διατηρούσε στενές επαφές τόσο με την ακαδημαϊκή κοινότητα όσο και με στελέχη της αγοράς.
Πώς δημιουργήθηκε η εξάρτηση από τις ΗΠΑ
Οι ρίζες του σημερινού προβλήματος βρίσκονται στις αρχές της δεκαετίας του 2000. Τα νοικοκυριά της Ταϊβάν στράφηκαν μαζικά σε ασφαλιστήρια συμβόλαια σε τοπικό νόμισμα, τα οποία υπόσχονταν αποδόσεις έως και 6% και εξελίχθηκαν σε δημοφιλές εργαλείο διαχείρισης περιουσίας.
Με τεράστια κεφάλαια στη διάθεσή τους, οι ασφαλιστικές αναζήτησαν υψηλότερες αποδόσεις στο εξωτερικό και έγιναν σημαντικοί επενδυτές στην αμερικανική αγορά εταιρικών ομολόγων. Για χρόνια, η στρατηγική απέδωσε. Τα καθαρά κέρδη των ασφαλιστικών ζωής έφτασαν στο ιστορικό υψηλό των 361 δισεκατομμυρίων δολαρίων Ταϊβάν, περίπου 11 δισεκατομμύρια δολάρια, το 2021. Ταυτόχρονα, όμως, δημιουργήθηκε μια μεγάλη συναλλαγματική αναντιστοιχία που άφησε τον κλάδο εκτεθειμένο σε απότομες κινήσεις του νομίσματος.
Η κρίσιμη στιγμή ήρθε τον Μάιο του 2025, όταν το δολάριο Ταϊβάν κατέγραψε τη μεγαλύτερη άνοδό του από το 1988. Η κίνηση συνδέθηκε με ανησυχίες ότι η Ταϊβάν θα μπορούσε να επιδιώξει ισχυρότερο νόμισμα στο πλαίσιο των εμπορικών διαπραγματεύσεων με τον Αμερικανό πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ.
Η απότομη ενίσχυση του τοπικού νομίσματος μείωσε την αξία των αμερικανικών περιουσιακών στοιχείων των ασφαλιστικών. Παρότι τα στελέχη του κλάδου επιχείρησαν δημοσίως να καθησυχάσουν τους μετόχους, στο παρασκήνιο υπήρχαν φόβοι για συστημικό κίνδυνο, καθώς ορισμένες εταιρείες πλησίαζαν κρίσιμα όρια φερεγγυότητας. Ο Πενγκ, ο οποίος είχε αναλάβει την FSC λιγότερο από έναν χρόνο νωρίτερα, είδε την κρίση ως ευκαιρία για αλλαγή. «Ποτέ μην αφήνεις μια κρίση να πάει χαμένη», δήλωσε στο Bloomberg.
Μετά από περίπου 20 κλειστές συναντήσεις με στελέχη ασφαλιστικών εταιρειών και αξιωματούχους της FSC, η εποπτική αρχή αποφάσισε να επιτρέψει στις εταιρείες να αναγνωρίζουν τα συναλλαγματικά κέρδη και τις ζημιές τους σε βάθος χρόνου, αντί να τα αποτιμούν κάθε μήνα στις τρέχουσες τιμές της αγοράς.
Η αλλαγή επέτρεψε στις ασφαλιστικές να μειώσουν μέσα σε δύο μήνες κατά 55 δισ. δολάρια τις θέσεις αντιστάθμισης συναλλαγματικού κινδύνου σε δολάρια. Η κίνηση περιόρισε την πίεση στον ασφαλιστικό κλάδο, αλλά είχε σημαντικές παράπλευρες επιπτώσεις στις χρηματοπιστωτικές αγορές. Ο όγκος συναλλαγών στα offshore non-deliverable forwards μειώθηκε απότομα, αφαιρώντας ρευστότητα από μια αγορά που είχε εξελιχθεί σε αγαπημένο πεδίο κερδοσκοπικών συναλλαγών και σημαντική πηγή εσόδων για τις διεθνείς τράπεζες.
Οι αποδόσεις των forwards έφτασαν σε υψηλό δεκαετίας, οδηγώντας εταιρείες τεχνολογίας της Ταϊβάν να εγκαταλείψουν σχέδια άντλησης κεφαλαίων ύψους τουλάχιστον 2,7 δισ. δολαρίων. Έκτοτε, το δολάριο Ταϊβάν έχει χάσει το μεγαλύτερο μέρος των περσινών κερδών του. Στο πλαίσιο της μεταρρύθμισης, η FSC έχει καθιερώσει τριμηνιαίους ελέγχους των επενδύσεων των ασφαλιστικών στο εξωτερικό, προκειμένου να παρακολουθεί την έκθεσή τους στο αμερικανικό δολάριο.
Παράλληλα, τις ενθαρρύνει να διαθέτουν περισσότερα ασφαλιστήρια συμβόλαια σε δολάρια. Με αυτόν τον τρόπο, τα έσοδα από τα συγκεκριμένα προϊόντα μπορούν να επενδύονται σε dollar assets χωρίς να δημιουργείται η ίδια συναλλαγματική αναντιστοιχία. Από φέτος, οι ασφαλιστικές πρέπει να συμφωνούν με την FSC ετήσιους στόχους για τη μείωση των συναλλαγματικών αναντιστοιχιών, περιορίζοντας την έκθεση στο εξωτερικό που συνδέεται με υποχρεώσεις σε δολάρια Ταϊβάν, αυξάνοντας τις εγχώριες επενδύσεις και ενισχύοντας τις πωλήσεις ασφαλιστηρίων σε αμερικανικό νόμισμα.
Οι στόχοι συνδέονται πλέον ακόμη και με την αξιολόγηση των ανώτερων στελεχών. «Θέλουμε έναν κόμβο διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων που θα βασίζεται στα δυνατά σημεία και τα χαρακτηριστικά των βιομηχανιών της Ταϊβάν, που θα επενδύει στην Ταϊβάν και θα υποστηρίζει τις ταϊβανέζικες επιχειρήσεις», δηλώνει ο Πενγκ.
Πόσο μπορούν να μειωθούν οι ξένες επενδύσεις
Η αλλαγή δεν αναμένεται να γίνει από τη μία ημέρα στην άλλη. Η Στέλα Νγκ, senior director για τις ασφαλιστικές Ασίας-Ειρηνικού στη Fitch Ratings, εκτιμά ότι μακροπρόθεσμα το ποσοστό των ξένων επενδύσεων στα χαρτοφυλάκια των ασφαλιστικών θα μπορούσε να υποχωρήσει κατά αρκετές ποσοστιαίες μονάδες, προς τα μέσα ή τα χαμηλότερα επίπεδα της ζώνης του 60%. Ήδη, ορισμένες ασφαλιστικές έχουν καταρτίσει σχέδια πέντε έως επτά ετών για την επιστροφή μέρους των κεφαλαίων τους στην εγχώρια αγορά. Η FSC επιβεβαίωσε ότι έχει εισαγάγει νέο δείκτη κατανομής συναλλάγματος στις αξιολογήσεις των ασφαλιστικών, με στόχο τον περιορισμό των αναντιστοιχιών και την ενίσχυση των επενδύσεων στο εσωτερικό. Οι εταιρείες που δεν επιτυγχάνουν τους στόχους τους θα πρέπει να εξηγούν τους λόγους και να ενημερώνουν την εποπτική αρχή για τα διορθωτικά μέτρα που λαμβάνουν.
Η επιστροφή κεφαλαίων στην Ταϊβάν δημιουργεί, ωστόσο, μια πρακτική δυσκολία, η εγχώρια αγορά δεν διαθέτει αρκετά μεγάλα επενδυτικά projects για να απορροφήσει εύκολα τα τεράστια ποσά που διαχειρίζονται οι ασφαλιστικές. Παρά την έκρηξη της τεχνητής νοημοσύνης στη χώρα, οι κατάλληλες εγχώριες επενδυτικές ευκαιρίες παραμένουν περιορισμένες.
Κυβερνητικοί φορείς αναζητούν περισσότερα έργα υποδομών που θα μπορούσαν να προσελκύσουν ασφαλιστικά κεφάλαια, όμως τα μεγέθη των περισσότερων projects εξακολουθούν να είναι μικρά σε σχέση με τις ανάγκες των εταιρειών. Η FSC έχει θέσει στόχο να προσελκύσει πίσω στην Ταϊβάν 300 δισεκατομμύρια δολάρια Ταϊβάν ασφαλιστικών κεφαλαίων μέσα στα επόμενα τρία χρόνια, χαλαρώνοντας επενδυτικούς περιορισμούς και μειώνοντας τις κεφαλαιακές επιβαρύνσεις σε τομείς όπως η AI, οι ημιαγωγοί και η μακροχρόνια φροντίδα.
Στροφή και προς τα ακίνητα
Ορισμένες ασφαλιστικές έχουν ήδη αρχίσει να κινούνται προς αυτή την κατεύθυνση. Η Nan Shan Life Insurance σχεδιάζει να επενδύσει 70 δισεκατομμύρια δολάρια Ταϊβάν σε δύο πύργους γραφείων στην οικονομική περιοχή Xinyi της Ταϊπέι, ποντάροντας στην αύξηση των ενοικίων μέχρι την ολοκλήρωση των έργων το 2028. Οι συνολικές επενδύσεις των ασφαλιστικών ζωής σε ακίνητα αυξήθηκαν στα 1,7 τρισεκατομμύρια δολάρια Ταϊβάν τον Ιούνιο, σύμφωνα με στοιχεία της κεντρικής τράπεζας.
Η Taiwan Life Insurance στρέφεται επίσης στην οικονομία του αθλητισμού, έχοντας αναδειχθεί προτιμητέος πλειοδότης για αθλητικό πάρκο αξίας 60 δισ. δολαρίων Ταϊβάν, μετά από προηγούμενες επενδύσεις σε γήπεδα μπέιζμπολ. Παράλληλα, η Fubon Life Insurance αύξησε το ποσοστό των εγχώριων μετοχών στο χαρτοφυλάκιό της σε πάνω από 12% το δεύτερο τρίμηνο, έναντι λιγότερο από 9% το 2022.
Ωστόσο, σύμφωνα με την Κούο της PwC, η απλή αντικατάσταση ξένων ομολόγων με μετοχές της Ταϊβάν δεν αρκεί. Η χώρα χρειάζεται μακροπρόθεσμα κεφάλαια για επενδύσεις σε data centers, υποδομές AI και ενεργειακή μετάβαση. Η απλή ανακύκλωση χρημάτων μεταξύ υφιστάμενων χρηματοοικονομικών assets, όπως επισημαίνει, δεν θα ενισχύσει ουσιαστικά την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας.
Ένας διαφορετικός επικεφαλής για την FSC
Στελέχη με πολυετή εμπειρία στον χρηματοπιστωτικό κλάδο χαρακτηρίζουν τον Πενγκ ως έναν από τους πιο ανοιχτούς σε νέες ιδέες επικεφαλής που έχει γνωρίσει η FSC. Σε προηγούμενες διοικήσεις, οι χρηματοπιστωτικές εταιρείες μπορούσαν να περιμένουν μήνες ή ακόμη και χρόνια μέχρι να προχωρήσουν νέες προτάσεις πολιτικής. Ο Πενγκ, αντίθετα, εμφανίζεται συχνά να προτείνει αλλαγές προτού ακόμη τις ζητήσει η ίδια η αγορά.
Ο Πολ Λέι, πρόεδρος της Taiwan Academy of Banking and Finance, θεωρεί ότι οι συνθήκες είναι ευνοϊκές για τον Πενγκ και ότι η φιλοδοξία του θα μπορούσε να τον καταστήσει έναν από τους σημαντικότερους επικεφαλής στην ιστορία της FSC. Το εάν θα πετύχει θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από το αν η Ταϊβάν μπορεί να δημιουργήσει αρκετές εγχώριες επενδυτικές ευκαιρίες για να απορροφήσει μέρος των εκατοντάδων δισεκατομμυρίων που οι ασφαλιστικές έχουν τοποθετήσει επί δεκαετίες στο εξωτερικό.
Διαβάστε ακόμη
Morgan Stanley: Ποιοι ευρωπαϊκοί κλάδοι ωφελούνται από πιθανή αποκλιμάκωση στη Μέση Ανατολή
Έρευνα ΙΕΛΚΑ: Φθηνότερο το καλάθι στα ελληνικά σούπερ μάρκετ από 8 ευρωπαϊκές χώρες
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφθείτε το Πρώτο ΘΕΜΑ
