search icon

Διεθνή

G20: Η αμερικανική συνταγή Μπέσεντ δοκιμάζεται στο Ασβιλ – Χρέος, Κίνα, Ιράν και CEOs

Η ανάπτυξη βρίσκεται στο επίκεντρο της διήμερης συνόδου των υπ, Οικονομικών και κεντρικών τραπεζιτών της G20 στο Άσβιλ, με τον Σκοτ Μπέσεντ να προωθεί την αμερικανική οικονομική συνταγή, ενώ χρέος, Ιράν, Κίνα και εμπορικές εντάσεις δοκιμάζουν τις ισορροπίες

Allison Joyce / AFP

Mε ένα ξεκάθαρο μήνυμα ότι η παγκόσμια οικονομία πρέπει να «αναπτυχθεί για να ξεφύγει» από το βουνό του χρέους, ο Αμερικανός υπουργός Οικονομικών Σκοτ Μπέσεντ έδωσε το στίγμα της συνόδου των υπουργών Οικονομικών και των κεντρικών τραπεζιτών της G20, που ξεκίνησε τη Δευτέρα στο Άσβιλ της Βόρειας Καρολίνας και ολοκληρώνεται την Τρίτη, 1η Σεπτεμβρίου.

Η Ουάσιγκτον επιχειρεί να χρησιμοποιήσει την αμερικανική προεδρία της G20 για να επαναφέρει την οικονομική ανάπτυξη στον πυρήνα της ατζέντας, προβάλλοντας ουσιαστικά το μοντέλο της κυβέρνησης Τραμπ ως συνταγή που θα μπορούσαν να ακολουθήσουν και άλλες μεγάλες οικονομίες.

Το εγχείρημα, ωστόσο, πραγματοποιείται σε μια εξαιρετικά δύσκολη συγκυρία: το παγκόσμιο χρέος έχει αγγίξει επίπεδα-ρεκόρ κοντά στα 353 τρισ. δολάρια, ο πόλεμος με το Ιράν έχει προκαλέσει νέο ενεργειακό σοκ, οι εμπορικές εντάσεις αυξάνονται και οι αγορές παρακολουθούν με μεγαλύτερη νευρικότητα ακόμη και την αμερικανική αγορά ομολόγων.

«Ο κόσμος είναι πλημμυρισμένος από χρέος μετά την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση και την Covid και ο μόνος τρόπος για να ξεφύγουμε από αυτό είναι μέσω της ανάπτυξης», δήλωσε ο Μπέσεντ κατά την έναρξη της συνόδου, εκφράζοντας παράλληλα την πεποίθηση ότι πολλοί από τους συμμετέχοντες εμφανίζονται δεκτικοί σε αυτή την προσέγγιση.

Η ανάπτυξη αποτελεί, άλλωστε, τον κεντρικό άξονα της αμερικανικής προεδρίας του οικονομικού σκέλους της G20. Η επίσημη ατζέντα της συνόδου περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, τον εκσυγχρονισμό της χρηματοπιστωτικής ρύθμισης, την αντιμετώπιση των υπερβολικών παγκόσμιων οικονομικών ανισορροπιών, τη μεγαλύτερη διαφάνεια στη διαχείριση του χρέους συνάμα με αποτελεσματικότερες διαδικασίες αναδιάρθρωσης του, καθώς και ζητήματα ψηφιακών περιουσιακών στοιχείων και διασυνοριακών πληρωμών.

Τα εμπόδια στην ανάπτυξη

Ο Μπέσεντ επιχείρησε από την πρώτη ημέρα της συνόδου να καταστήσει σαφές το αμερικανικό μήνυμα. Κατά την έναρξη ειδικής συνεδρίας για την ανάπτυξη ανέφερε ότι οι συμμετέχοντες έχουν εντοπίσει σειρά εμποδίων που συγκρατούν τις οικονομίες.

Μεταξύ αυτών περιέλαβε το υπερβολικό ρυθμιστικό και διοικητικό βάρος, τα ανεπαρκώς σχεδιασμένα χρηματοδοτικά κίνητρα και φορολογικά συστήματα, την έλλειψη δημόσιων και ιδιωτικών επενδύσεων, τον κατακερματισμό των εσωτερικών αγορών, καθώς και τα κενά στις δεξιότητες και την κινητικότητα του εργατικού δυναμικού.

Κατά τον Αμερικανό υπουργό Οικονομικών, οι ΗΠΑ υπό τον Τραμπ «δίνουν τον ρυθμό» στην αντιμετώπιση αυτών των προβλημάτων. Η βασική ιδέα της Ουάσιγκτον είναι ότι η απορρύθμιση, οι επενδύσεις και η ενίσχυση του ιδιωτικού τομέα μπορούν να αυξήσουν τη δυνητική ανάπτυξη και να καταστήσουν ευκολότερη τη διαχείριση του τεράστιου δημόσιου χρέους.

Πάντως, δεδομένου πως το αμερικανικό χρέος έχει ήδη ξεπεράσει τα 40 τρισ. δολάρια, η συγκεκριμένη συζήτηση είναι ιδιαίτερα κρίσιμη και για τις ίδιες τις ΗΠΑ. Ο Μπέσεντ έχει επανειλημμένα υποστηρίξει ότι η χώρα μπορεί να αντιμετωπίσει το βάρος μέσω ταχύτερης ανάπτυξης, ενώ η κυβέρνηση Τραμπ έχει στηρίξει την οικονομική στρατηγική της σε ένα μείγμα απορρύθμισης, φορολογικών κινήτρων και δασμών.

Η δύσκολη πλευρά της «αμερικανικής ατζέντας»

Το πρόβλημα για τον Μπέσεντ είναι ότι καλείται να πείσει τους ομολόγους του να υιοθετήσουν μια «αμερικανική ατζέντα ανάπτυξης», σε μια περίοδο κατά την οποία αρκετές από τις μεγαλύτερες απειλές για την παγκόσμια οικονομία συνδέονται με επιλογές της ίδιας της Ουάσιγκτον.

Ο πόλεμος με το Ιράν έχει προκαλέσει άνοδο των τιμών της ενέργειας και διαταραχές στη διέλευση από τα Στενά του Ορμούζ, ενώ οι νέες δασμολογικές αντιπαραθέσεις των ΗΠΑ έχουν αναζωπυρώσει τις ανησυχίες για το παγκόσμιο εμπόριο.

Παράλληλα, η εμπορική σύγκρουση με τον Καναδά, επίσης μέλος της G20, έχει κλιμακωθεί μετά την αποτυχία των τελευταίων διαπραγματεύσεων και την εκατέρωθεν επιβολή νέων κυρώσεων.

Χαρακτηριστική είναι η στάση του Γερμανού υπουργού Οικονομικών Λαρς Κλίνγκμπαϊλ, ο οποίος έχει προαναγγείλει ότι θα πιέσει για τον τερματισμό συγκρούσεων που πλήττουν την οικονομία, από τις δασμολογικές διαμάχες έως τους πολέμους στο Ιράν και την Ουκρανία.
«Όλα αυτά είναι δηλητήριο για την οικονομική ανάπτυξη παγκοσμίως», δήλωσε πριν από τη σύνοδο.

Το Ιράν στη σκιά της οικονομικής ατζέντας

Πίσω από την επίσημη ατζέντα ανάπτυξης βρίσκεται και μία από τις σημαντικότερες γεωπολιτικές επιδιώξεις της Ουάσιγκτον: η περαιτέρω οικονομική απομόνωση του Ιράν.

Ο Μπέσεντ αναμένεται να ζητήσει από τους ομολόγους του στις διμερείς επαφές που θα πραγματοποιήσει να συνταχθούν με την αμερικανική προσπάθεια περιορισμού των οικονομικών διαύλων της Τεχεράνης, με την κυβέρνηση Τραμπ να χρησιμοποιεί ακόμη και την απειλή δευτερογενών κυρώσεων.

Παράλληλα, οι ΗΠΑ θέλουν να πιέσουν τα μέλη της G20 να επανεξετάσουν τις εμπορικές τους σχέσεις με την Κίνα, την οποία η Ουάσιγκτον κατηγορεί ότι στηρίζεται υπερβολικά στις εξαγωγές.

Η Κίνα αποτελεί ταυτόχρονα τον μεγαλύτερο εμπορικό εταίρο και αγοραστή ιρανικού πετρελαίου, γεγονός που την τοποθετεί στο κέντρο της αμερικανικής στρατηγικής.

Σε συνέντευξή του στο CNBC τη Δευτέρα, ο Μπέσεντ απέρριψε την άποψη ότι το σχέδιο οικονομικού στραγγαλισμού του Ιράν δεν μπορεί να λειτουργήσει χωρίς τη συνεργασία του Πεκίνου.

«Θα αμφισβητούσα αυτό το λανθασμένο αφήγημα στο οποίο έχει προσχωρήσει κατά κάποιον τρόπο ο Τύπος, ότι “δεν μπορείτε να το κάνετε χωρίς την Κίνα”», δήλωσε στο CNBC, επιμένοντας ότι «μπορεί να γίνει».

Ο ίδιος αποκάλυψε ότι είχε την Κυριακή συνομιλίες με τον διοικητή της κεντρικής τράπεζας της Κίνας Παν Γκονγκσένγκ, τις οποίες χαρακτήρισε «πολύ ουσιαστικές».

Μπέσεντ: Δεν υπάρχει αναταραχή στα αμερικανικά ομόλογα

Η σύνοδος αποτελεί παράλληλα ένα τεστ αξιοπιστίας για τον ίδιο τον Μπέσεντ απέναντι στους διεθνείς ομολόγους του, έπειτα από ένα καλοκαίρι έντονων παρεμβάσεων στις αγορές.

Οι κινήσεις του για τη στήριξη του γιεν, οι προσπάθειες περιορισμού του μακροπρόθεσμου κόστους δανεισμού των ΗΠΑ και η απειλή νέων κυρώσεων σε όσους συναλλάσσονται με το Ιράν έχουν προκαλέσει ερωτήματα σε επενδυτές και κυβερνήσεις.

Ο Μπέσεντ, πάντως, απορρίπτει την εικόνα κρίσης στην αγορά αμερικανικού χρέους. Σε συνέντευξή του στο CNBC, στο περιθώριο της G20, υποστήριξε ότι η απόδοση του αμερικανικού 10ετούς είναι ουσιαστικά αμετάβλητη από την επιστροφή του Τραμπ στον Λευκό Οίκο.

«Εάν υπήρχε πρόβλημα στην αμερικανική αγορά ομολόγων, τότε ο κόσμος θα πουλούσε αμερικανικά ομόλογα και θα αγόραζε ομόλογα άλλων χωρών. Όμως εμείς είμαστε η αγορά με την καλύτερη επίδοση», δήλωσε στο CNBC.

Τα δεδομένα, πάντως, δίνουν μια περισσότερο σύνθετη εικόνα. Η απόδοση του 10ετούς ομολόγου έχει αυξηθεί περίπου κατά 15 μονάδες βάσης από την ανάληψη της προεδρίας από τον Τραμπ τον Ιανουάριο του 2025, ενώ η απόδοση του 30ετούς έχει ενισχυθεί περίπου κατά 40 μονάδες βάσης και βρίσκεται σταθερά εδώ και μήνες πάνω από το ψυχολογικό όριο του 5%.

Το υψηλότερο κόστος δανεισμού επιβαρύνει περαιτέρω τα δημόσια οικονομικά, καθώς οι τόκοι αποτελούν πλέον μία από τις μεγαλύτερες δαπάνες της ομοσπονδιακής κυβέρνησης.

Για πρώτη φορά οι CEOs στη G20

Η φετινή σύνοδος στο Άσβιλ έχει και μία σημαντική καινοτομία. Για πρώτη φορά στην ιστορία των συναντήσεων των υπουργών Οικονομικών της G20, κορυφαίοι CEOs έχουν προσκληθεί να συμμετάσχουν απευθείας στις εργασίες, σύμφωνα με την αμερικανική πλευρά.

Η κίνηση εντάσσεται στην προσπάθεια της κυβέρνησης Τραμπ να ενισχύσει τον ρόλο του ιδιωτικού τομέα στη διαμόρφωση της οικονομικής ατζέντας της G20.

Μεταξύ των επιχειρηματικών ηγετών που βρίσκονται στο Άσβιλ είναι ο Τζέιμι Ντάιμον της JPMorgan, ο Ντέιβιντ Σόλομον της Goldman Sachs, ο Ντέιβιντ Ρικς της Eli Lilly, καθώς και οι επικεφαλής των Deere & Co., Medtronic και 3M.

Αμερικανός αξιωματούχος χαρακτήρισε τη συμμετοχή του ιδιωτικού τομέα πρωτοφανή για τη G20, με τα στελέχη των επιχειρήσεων να καλούνται να συμβάλουν στις συζητήσεις για την ανάπτυξη, τις επενδύσεις και τη ρύθμιση.

Γουόρς: Από τη «στασιμότητα» στην εποχή της ανάπτυξης

Στην ίδια κατεύθυνση κινήθηκε και ο πρόεδρος της Federal Reserve Κέβιν Γουόρς, ο οποίος εμφανίστηκε αισιόδοξος για τις προοπτικές της αμερικανικής και της παγκόσμιας οικονομίας.

Μιλώντας κατά την έναρξη των εργασιών, υποστήριξε ότι η εποχή της λεγόμενης «μακροχρόνιας στασιμότητας» ανήκει πλέον στο παρελθόν και ότι η παγκόσμια οικονομία περνά σε μια περίοδο «μακροχρόνιας ανάπτυξης».

Κατά τον Γουόρς, η σημερινή συγκυρία χαρακτηρίζεται από ένα «παγκόσμιο κύμα επενδύσεων», με την τεχνητή νοημοσύνη να λειτουργεί ως βασικός καταλύτης για νέες επιχειρηματικές δαπάνες και επενδύσεις σε υποδομές.

Η επενδυτική έκρηξη γύρω από την AI αποτελεί ένα από τα επιχειρήματα της αμερικανικής πλευράς ότι η παγκόσμια οικονομία διαθέτει ισχυρότερες αναπτυξιακές δυνατότητες από ό,τι υποδηλώνουν οι φόβοι για το χρέος. Ωστόσο, ο ίδιος ο Γουόρς έστειλε μόλις την Παρασκευή από το Τζάκσον Χολ σαφώς πιο «γερακίσιο» μήνυμα για τον πληθωρισμό, αυξάνοντας τις προβλέψεις των αγορών για άνοδο των αμερικανικών επιτοκίων.

Η μεγάλη δοκιμασία για τον Μπέσεντ

Για τον Αμερικανό υπουργό Οικονομικών, επομένως, το διήμερο του Άσβιλ είναι κάτι περισσότερο από μια ακόμη σύνοδο της G20. Αποτελεί δοκιμασία της δυνατότητας της Ουάσιγκτον να εξαγάγει το οικονομικό μοντέλο Τραμπ και να πείσει τους μεγαλύτερους εταίρους της ότι η ανάπτυξη μπορεί να αποτελέσει την απάντηση στο παγκόσμιο χρέος.

Παράλληλα, όμως, ο Μπέσεντ πρέπει να καθησυχάσει τις ανησυχίες για το ίδιο το αμερικανικό χρέος, να υπερασπιστεί τις παρεμβάσεις του στις αγορές, να αντιμετωπίσει τις αντιδράσεις για τους δασμούς και να δημιουργήσει διεθνή συμμαχία για την οικονομική απομόνωση του Ιράν.

Σε κάθε περίπτωση, πάντως, το περιβάλλον απέχει πολύ από το ιδανικό. Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο προβλέπει παγκόσμια ανάπτυξη 3% το 2026, αλλά προειδοποιεί ότι οι κίνδυνοι παραμένουν προσανατολισμένοι προς τα κάτω. Την ίδια στιγμή, το ενεργειακό σοκ από τον πόλεμο στο Ιράν με το Brent να ξεπερνά και πάλι σήμερα το όριο των 90 δολαρίων, οι εμπορικές αντιπαραθέσεις και το τεράστιο παγκόσμιο χρέος αποτελούν ισχυρούς αντίθετους ανέμους.

Διαβάστε επίσης  

Wall Street: Ο «κακός» Σεπτέμβριος και οι ενδιάμεσες εκλογές – Τι δείχνουν 60 χρόνια ιστορίας

Τέλος εποχής στην Apple: Το τελευταίο συγκινητικό μήνυμα ως CEO του Τιμ Κουκ – «Θα μου λείψει αυτή η δουλειά»

ΝΑΤΟ και ΕΕ πιέζουν Ελλάδα και Ισπανία για παραχώρηση πυραύλων Patriot στην Ουκρανία

Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφθείτε το Πρώτο ΘΕΜΑ

Exit mobile version