Η συλλογή βρόχινου νερού από τις στέγες και η στρατηγική χρήση του για την ψύξη των κτιρίων θα μπορούσε να αποτελέσει ένα νέο «όπλο» απέναντι στην ακραία ζέστη και τις υψηλές ενεργειακές ανάγκες, μετά και το ιδιαίτερα θερμό καλοκαίρι που βιώνει η Ευρώπη με διαδοχικούς καύσωνες.
Νέα έρευνα του University of Manchester στη Βρετανία δημιούργησε ένα μοντέλο συστήματος, το οποίο συλλέγει και αποθηκεύει το νερό της βροχής από τις στέγες και στη συνέχεια το ψεκάζει αυτόματα πάνω στα κτίρια όταν επικρατούν υψηλές θερμοκρασίες.
Η μελέτη, η οποία δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό Earth’s Future, διαπίστωσε ότι οι στέγες που διατηρούνται πιο δροσερές μεταφέρουν λιγότερη θερμότητα στο εσωτερικό των κτιρίων, περιορίζοντας την ανάγκη για κλιματισμό και, κατά συνέπεια, μειώνοντας την κατανάλωση ενέργειας που απαιτείται για την ψύξη.
Η μικρότερη χρήση κλιματιστικών σημαίνει επίσης ότι λιγότερη θερμότητα αποβάλλεται στο εξωτερικό περιβάλλον των πόλεων. Ο συνδυασμός των δύο επιδράσεων, σύμφωνα με τους ερευνητές, θα μπορούσε να συμβάλει στη μείωση των αστικών θερμοκρασιών, περιορίζοντας συνολικά τον αριθμό των ημερών καύσωνα αλλά και την ένταση των ακραίων επεισοδίων ζέστης.
Η έρευνα χρησιμοποίησε ως μελέτη περίπτωσης το Τόκιο και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η χρονική στιγμή κατά την οποία ενεργοποιούνται οι ψεκαστήρες —για παράδειγμα όταν η θερμοκρασία της στέγης ξεπεράσει ένα συγκεκριμένο όριο— έχει μεγαλύτερη σημασία από το μέγεθος της δεξαμενής ή ακόμη και από την ποσότητα νερού που χρησιμοποιείται.
«Οι πόλεις σε όλο τον κόσμο βρίσκονται αντιμέτωπες με ολοένα μεγαλύτερες προκλήσεις από την ακραία ζέστη», δήλωσε ο επικεφαλής συγγραφέας της μελέτης, Δρ Ζονγκχουά Ζενγκ, από το University of Manchester. «Ο κλιματισμός μπορεί να συμβάλει στην ασφάλεια και την άνεση των ανθρώπων, αλλά ταυτόχρονα καταναλώνει μεγάλες ποσότητες ενέργειας και απελευθερώνει πρόσθετη θερμότητα στο αστικό περιβάλλον. Η μελέτη μας δείχνει ότι η συλλογή βρόχινου νερού από τις στέγες και η στρατηγική χρήση του για ψύξη θα μπορούσε να αποτελέσει έναν πρακτικό τρόπο για τη μείωση τόσο της ενεργειακής ζήτησης όσο και των θερμοκρασιών στις πόλεις», ανέφερε
Μάλιστα, τα οφέλη από τη συλλογή βρόχινου νερού στις στέγες γίνονται «ακόμη μεγαλύτερα κατά τη διάρκεια θερμότερων ετών», γεγονός που υποδηλώνει ότι η συγκεκριμένη προσέγγιση θα μπορούσε να αποκτήσει ολοένα μεγαλύτερη σημασία καθώς το κλίμα συνεχίζει να θερμαίνεται.
Η μελέτη θα μπορούσε να βοηθήσει τις τοπικές αρχές και τους πολεοδόμους να αξιολογήσουν τον τρόπο με τον οποίο συστήματα ψύξης που βασίζονται στο βρόχινο νερό θα μπορούσαν να εφαρμοστούν στις δικές τους περιοχές, λαμβάνοντας παράλληλα υπόψη πρακτικές παραμέτρους, όπως το κόστος και η διαθεσιμότητα νερού.
Ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας (IEA) εκτιμά ότι η ψύξη χώρων —η οποία αφορά κυρίως τον κλιματισμό, αλλά περιλαμβάνει και τους ανεμιστήρες— κατανάλωσε περίπου 2.100 τεραβατώρες (TWh) ηλεκτρικής ενέργειας το 2022. Η ποσότητα αυτή αντιστοιχούσε περίπου στο 7% της παγκόσμιας κατανάλωσης ηλεκτρικής ενέργειας εκείνο το έτος.
Οι ειδικοί προειδοποιούν ότι ο αριθμός των κλιματιστικών θα μπορούσε να τριπλασιαστεί μέσα στις επόμενες τρεις δεκαετίες, φτάνοντας τον εντυπωσιακό αριθμό των 5,5 δισεκατομμύρια εγκαταστάσεις, καθώς η ακραία ζέστη εξελίσσεται στη «νέα κανονικότητα».
Η προοπτική αυτή έχει προκαλέσει ανησυχίες ότι η αυξανόμενη ζήτηση για ψύξη θα ασκήσει πρόσθετες πιέσεις στο ήδη επιβαρυμένο ευρωπαϊκό ηλεκτρικό δίκτυο, ενώ παράλληλα θα μπορούσε να οδηγήσει σε περαιτέρω αύξηση των εκπομπών.
Παρότι θεωρητικά τα κλιματιστικά μπορούν να τροφοδοτούνται με καθαρή ενέργεια, όπως η ηλιακή, παραμένουν ανησυχίες σχετικά με τη χρήση ψυκτικών ουσιών όπως οι υδροφθοράνθρακες (HFC) και οι υδροχλωροφθοράνθρακες (HCFC). Πρόκειται για ισχυρά αέρια του θερμοκηπίου, τα οποία μπορούν να παγιδεύουν στην ατμόσφαιρα χιλιάδες φορές περισσότερη θερμότητα σε σύγκριση με το διοξείδιο του άνθρακα.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση και η Βρετανία βρίσκονται ήδη στη διαδικασία σταδιακής κατάργησης των φθοριούχων αερίων, προωθώντας φυσικά ψυκτικά μέσα όπως οι υδρογονάνθρακες —μεταξύ των οποίων το προπάνιο— και το CO2, τα οποία είναι πολύ λιγότερο επιβαρυντικά για το κλίμα. Ωστόσο, η ευφλεκτότητα του προπανίου καθιστά την εγκατάσταση τέτοιων συστημάτων πιο περίπλοκη.
Υπάρχει όμως και ένα ακόμη πρόβλημα με τον κλιματισμό: η ίδια η διαδικασία κατά την οποία απορροφάται θερμότητα από το εσωτερικό ενός κτιρίου και αποβάλλεται στο εξωτερικό συμβάλλει στο φαινόμενο της αστικής θερμικής νησίδας. Το φαινόμενο δημιουργείται όταν η θερμότητα εγκλωβίζεται ανάμεσα στα ψηλά κτίρια και απορροφάται από τις μεγάλες επιφάνειες ασφάλτου και σκυροδέματος που κυριαρχούν στις πόλεις, προτού απελευθερωθεί ξανά στον αέρα.
Αυτός είναι ένας από τους λόγους για τους οποίους οι μεγαλύτερες πόλεις τείνουν να αντιμετωπίζουν εντονότερη θερμική καταπόνηση και υψηλότερες μέγιστες θερμοκρασίες σε σχέση με τις γειτονικές αγροτικές περιοχές.
Διαβάστε ακόμη
Οι νέες «συμμαχίες» του λιανεμπορίου: Γιατί οι αλυσίδες στέλνουν πελάτες η μία στην άλλη (pics)
Τα πιάτα των εστιατορίων που είναι πιο νόστιμα και από το φαγητό
Παιδικός κουμπαράς με τραπεζική «ένεση» – Τα κίνητρα για μεγαλύτερη απόδοση
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφθείτε το Πρώτο ΘΕΜΑ
Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.