Η ακραία ζέστη παύει σταδιακά να αντιμετωπίζεται ως ένα περιστασιακό καλοκαιρινό φαινόμενο και μετατρέπεται σε μόνιμο εργασιακό κίνδυνο για εκατομμύρια εργαζομένους στην Ευρώπη. Κι όμως, το θεσμικό πλαίσιο παραμένει εξαιρετικά άνισο: σε ορισμένες χώρες προβλέπονται πληρωμένες απουσίες ή κρατικές αποζημιώσεις, αλλού ενεργοποιούνται περιορισμοί στις ώρες εργασίας, ενώ σε πολλές περιπτώσεις ο εργαζόμενος εξακολουθεί να βρίσκεται εκτεθειμένος χωρίς σαφή και ενιαία προστασία.
Η συζήτηση γύρω από την αποκαλούμενη «άδεια καύσωνα» διευρύνεται, αλλά προς το παρόν δεν υπάρχει ένα ενιαίο ευρωπαϊκό δικαίωμα που να ενεργοποιείται αυτόματα όταν ο υδράργυρος ξεπεράσει ένα συγκεκριμένο επίπεδο. Η κάθε χώρα έχει αναπτύξει διαφορετικούς μηχανισμούς, ανάλογα με το εργασιακό και ασφαλιστικό της σύστημα.
Στην Ισπανία εφαρμόζεται πληρωμένη «κλιματική άδεια», στην Ιταλία ενεργοποιούνται εισοδηματικές ενισχύσεις όταν η εργασία διακόπτεται λόγω υψηλών θερμοκρασιών, ενώ στην Ελλάδα το μοντέλο βασίζεται κυρίως σε προσωρινές απαγορεύσεις συγκεκριμένων εργασιών και ωρών κατά τη διάρκεια ακραίων θερμικών επεισοδίων.
Το βασικό ζήτημα, επομένως, δεν είναι μόνο πότε πρέπει να σταματά η εργασία. Είναι και το ποιος αναλαμβάνει το οικονομικό κόστος αυτής της διακοπής: ο εργαζόμενος, η επιχείρηση ή το κράτος.
130 εκατ. εργαζόμενοι εκτεθειμένοι στη ζέστη
Η διάσταση του προβλήματος είναι ήδη πολύ μεγάλη. Περίπου 130 εκατ. εργαζόμενοι στην Ευρώπη εκτίθενται κάθε χρόνο σε θερμική καταπόνηση στον χώρο εργασίας, με τη ζέστη να συνδέεται με περίπου 277.000 τραυματισμούς και 230 θανάτους ετησίως.
Ακόμη πιο ανησυχητικό είναι ότι οι περισσότερες περιπτώσεις δεν καταγράφονται αποκλειστικά στις ημέρες επίσημου καύσωνα. Περίπου εννέα στις δέκα περιπτώσεις έκθεσης και οκτώ στους δέκα τραυματισμούς που σχετίζονται με θερμική επιβάρυνση συμβαίνουν σε ημέρες που θεωρούνται απλώς πολύ ζεστές, χωρίς να έχουν χαρακτηριστεί απαραίτητα ως καύσωνας.
Παράλληλα, περίπου ένας στους πέντε εργαζομένους στην Ευρωπαϊκή Ένωση έχει δηλώσει έκθεση σε ακραία ζέστη κατά τη διάρκεια του τελευταίου έτους. Στους πιο ευάλωτους κλάδους, όπως η γεωργία, η δασοκομία και η αλιεία, το ποσοστό φτάνει το 35%, ενώ στις κατασκευές και την ενέργεια περίπου ένας στους τέσσερις εργαζομένους αναφέρει αντίστοιχη εμπειρία.
Σχεδόν ένας στους δέκα δηλώνει συμπτώματα όπως ζάλη, κράμπες ή θερμοπληξία, γεγονός που δείχνει ότι η θερμική καταπόνηση δεν αποτελεί απλώς ζήτημα άνεσης αλλά πραγματικό κίνδυνο για την υγεία.
Το οικονομικό κόστος είναι επίσης σημαντικό. Σε έναν μέσο καύσωνα, η απώλεια παραγωγικότητας στη Νότια Ευρώπη μπορεί να φτάσει το 20%-25%, έναντι 8%-14% στην Κεντρική Ευρώπη και 3%-6% στις σκανδιναβικές χώρες. Η αύξηση των θερμοκρασιών συνεπώς δεν επηρεάζει μόνο την υγεία των εργαζομένων, αλλά και την ίδια την παραγωγική ικανότητα των επιχειρήσεων και των οικονομιών.
Το ισπανικό μοντέλο των τεσσάρων ημερών
Η Ισπανία έχει προχωρήσει περισσότερο από πολλές άλλες ευρωπαϊκές χώρες, θεσπίζοντας από το 2024 την αποκαλούμενη «κλιματική άδεια».
Η ρύθμιση προβλέπει έως και τέσσερις ημέρες πληρωμένης απουσίας, όταν ο εργαζόμενος δεν μπορεί να φτάσει στον χώρο εργασίας λόγω απαγορεύσεων ή περιορισμών στις μετακινήσεις που έχουν επιβάλει οι αρχές ή όταν υπάρχει σοβαρός και άμεσος κίνδυνος από φυσική καταστροφή ή ακραίο καιρικό φαινόμενο.
Η άδεια, πάντως, δεν ενεργοποιείται απλώς όταν η θερμοκρασία ξεπεράσει έναν συγκεκριμένο αριθμό. Καθοριστικό στοιχείο είναι η πραγματική αδυναμία πρόσβασης στην εργασία ή η ύπαρξη άμεσου κινδύνου.
Εάν οι συνθήκες διαρκέσουν περισσότερο από τέσσερις ημέρες, οι επιχειρήσεις μπορούν να ενεργοποιήσουν προσωρινή αναστολή ή μείωση της απασχόλησης λόγω ανωτέρας βίας, εκτός εάν μπορεί να εφαρμοστεί τηλεργασία.
Το μέτρο δημιουργήθηκε μετά από ακραία καιρικά φαινόμενα και δεν αφορά αποκλειστικά τους καύσωνες. Ωστόσο, μπορεί να χρησιμοποιηθεί και σε περιπτώσεις ακραίας ζέστης όταν πληρούνται οι σχετικές προϋποθέσεις.
Ιταλία: Παύση εργασίας και εισοδηματική στήριξη
Η Ιταλία ακολουθεί διαφορετική προσέγγιση. Δεν υπάρχει ενιαίο εθνικό όριο θερμοκρασίας που να οδηγεί αυτομάτως σε παύση της εργασίας. Αντίθετα, λειτουργεί ένα σύστημα περιφερειακών αποφάσεων, πρωτοκόλλων και μηχανισμών εισοδηματικής ενίσχυσης.
Οι περιφερειακές αρχές μπορούν να απαγορεύουν τις υπαίθριες εργασίες στις πιο θερμές ώρες της ημέρας, συνήθως από τις 12:30 έως τις 16:00, όταν οι προβλέψεις δείχνουν αυξημένο κίνδυνο για εργαζομένους που εκτίθενται στον ήλιο και εκτελούν βαριά χειρωνακτική εργασία.
Σε περιπτώσεις αναστολής ή σημαντικού περιορισμού της εργασίας, οι επιχειρήσεις μπορούν να ζητούν την ενεργοποίηση μηχανισμού συμπλήρωσης μισθού. Ως βασικό σημείο αναφοράς χρησιμοποιούνται οι 35 βαθμοί Κελσίου, αλλά λαμβάνεται υπόψη και η αισθητή θερμοκρασία, το είδος της εργασίας και το επίπεδο σωματικής καταπόνησης.
Έτσι, το ιταλικό μοντέλο επιχειρεί να συνδυάσει την προστασία της υγείας με την προστασία του εισοδήματος, ώστε η υποχρεωτική παύση της εργασίας να μη μετατρέπεται αυτομάτως σε οικονομική απώλεια για τον εργαζόμενο.
Το βελγικό μοντέλο και ο δείκτης WBGT
Το Βέλγιο ακολουθεί περισσότερο τεχνική προσέγγιση. Αντί για έναν απλό αριθμό θερμοκρασίας, χρησιμοποιεί τον δείκτη WBGT, ο οποίος συνυπολογίζει θερμοκρασία, υγρασία, ηλιακή ακτινοβολία και άλλους παράγοντες που επηρεάζουν την ικανότητα του ανθρώπινου σώματος να αποβάλλει θερμότητα.
Τα όρια διαμορφώνονται ανάλογα με την ένταση της εργασίας: 29 για ελαφριά εργασία, 26 για μέτρια, 22 για βαριά και 18 για πολύ βαριά σωματική εργασία.
Όταν οι τιμές υπερβαίνουν αυτά τα επίπεδα, ο εργοδότης οφείλει να λάβει συγκεκριμένα μέτρα, όπως παροχή νερού, σκίαση και εξαερισμό. Εάν η θερμική καταπόνηση παραμένει, απαιτούνται επιπλέον διαλείμματα, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να ενεργοποιηθεί προσωρινή ανεργία με κρατική αποζημίωση.
Γερμανία και Γαλλία χωρίς αυτόματη «άδεια καύσωνα»
Στη Γερμανία δεν υπάρχει αυτόματο δικαίωμα αποχώρησης από την εργασία λόγω υψηλής θερμοκρασίας. Οι κανόνες προβλέπουν, ωστόσο, κλιμακωτές παρεμβάσεις ανάλογα με τις συνθήκες στους εσωτερικούς χώρους.
Πάνω από τους 26 βαθμούς Κελσίου πρέπει να εξετάζονται μέτρα προστασίας. Όταν η θερμοκρασία ξεπεράσει τους 30 βαθμούς, απαιτούνται ουσιαστικότερες παρεμβάσεις, όπως προσαρμογή ωραρίου, σκίαση, αερισμός και περισσότερα διαλείμματα.
Σε θερμοκρασίες πάνω από 35 βαθμούς, ο χώρος θεωρείται κατ’ αρχήν ακατάλληλος για εργασία, εκτός εάν εφαρμοστούν ειδικά μέτρα προστασίας αντίστοιχα με εκείνα που χρησιμοποιούνται σε περιβάλλοντα υψηλής θερμότητας.
Η Γαλλία ενίσχυσε επίσης τις υποχρεώσεις των εργοδοτών, συνδέοντας τα μέτρα προστασίας με τα επίπεδα προειδοποίησης για ακραία ζέστη. Οι επιχειρήσεις πρέπει να προσαρμόζουν τα ωράρια, να περιορίζουν την έκθεση, να παρέχουν δροσερό νερό, εξοπλισμό προστασίας και οργανωμένη διαχείριση του θερμικού κινδύνου.
Δεν προβλέπεται, πάντως, ένα ενιαίο ανώτατο όριο θερμοκρασίας ούτε γενικευμένη πληρωμένη άδεια. Σε ορισμένους κλάδους, όπως οι κατασκευές, η διακοπή εργασιών σε περίοδο σοβαρού συναγερμού μπορεί να συνοδεύεται από αποζημίωση.
Το ελληνικό μοντέλο
Στην Ελλάδα, η προστασία από τον καύσωνα βασίζεται κυρίως σε έκτακτες αποφάσεις του υπουργείου Εργασίας, οι οποίες ενεργοποιούνται όταν οι προβλέψεις δείχνουν πολύ υψηλές θερμοκρασίες και αυξημένο θερμικό κίνδυνο.
Χαρακτηριστικά, σε πρόσφατο επεισόδιο ακραίας ζέστης επιβλήθηκε υποχρεωτική παύση υπαίθριων χειρωνακτικών εργασιών από τις 13:00 έως τις 17:00 σε συγκεκριμένες περιοχές της χώρας.
Το μέτρο κάλυπτε οικοδομές, εργοτάξια, τεχνικά έργα, ναυπηγοεπισκευαστικές εργασίες και διανομές με δίκυκλα, περιλαμβάνοντας και εργαζομένους μέσω ψηφιακών πλατφορμών.
Για παραβίαση της υποχρεωτικής παύσης προβλεπόταν πρόστιμο 2.000 ευρώ ανά εργαζόμενο, ενώ οι επιχειρήσεις έπρεπε, όπου ήταν δυνατό, να διευκολύνουν την τηλεργασία για εργαζομένους υψηλού κινδύνου.
Η βασική διαφορά με την Ισπανία είναι ότι στην Ελλάδα δεν έχει θεσπιστεί ένα μόνιμο σύστημα πληρωμένης «άδειας καύσωνα». Πρόκειται περισσότερο για προσωρινό διοικητικό μέτρο αναστολής συγκεκριμένων εργασιών για συγκεκριμένες ώρες και περιοχές.
Το ζήτημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς περίπου ένας στους τρεις εργαζομένους στην Ελλάδα εκτιμάται ότι έχει εκτεθεί σε ακραία ζέστη στον χώρο εργασίας, ποσοστό αισθητά μεγαλύτερο από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Η μεγάλη συζήτηση στις Βρυξέλλες
Η διαφορετική μεταχείριση του ίδιου κινδύνου από χώρα σε χώρα έχει μεταφέρει πλέον τη συζήτηση σε ευρωπαϊκό επίπεδο.
Στο πλαίσιο των συζητήσεων για τη βελτίωση της ποιότητας των θέσεων εργασίας, εξετάζεται η ενίσχυση των ευρωπαϊκών κανόνων για τη θερμική καταπόνηση και τα ακραία καιρικά φαινόμενα.
Μεταξύ των επιλογών βρίσκονται η υποχρεωτική ένταξη της ζέστης στις αξιολογήσεις επαγγελματικού κινδύνου, η αναθεώρηση των κανόνων για τους χώρους εργασίας και η επέκταση της προστασίας σε εργαζομένους που σήμερα βρίσκονται εκτός ορισμένων βασικών ρυθμίσεων, όπως όσοι απασχολούνται σε αγρούς, δάση και άλλες υπαίθριες εγκαταστάσεις.
Οι εργατικές οργανώσεις πιέζουν για δεσμευτικά όρια θερμικής καταπόνησης, υποχρεωτικά πληρωμένα διαλείμματα, πρόσβαση σε νερό και σκιά, αλλαγές στα ωράρια και διασφάλιση του εισοδήματος όταν η εργασία πρέπει να διακόπτεται.
Το ζήτημα αναμένεται να γίνεται ολοένα πιο πιεστικό όσο τα επεισόδια ακραίας ζέστης γίνονται συχνότερα και μεγαλύτερης διάρκειας. Για τις επιχειρήσεις σημαίνει ανάγκη αναδιοργάνωσης των ωραρίων, πρόσθετο κόστος μέτρων προστασίας και ενδεχόμενες απώλειες παραγωγικότητας. Για τους εργαζομένους, όμως, το διακύβευμα είναι πρωτίστως η υγεία και το εισόδημά τους.
Η λεγόμενη «άδεια καύσωνα» αποτελεί επομένως μόνο ένα κομμάτι της συζήτησης. Το ευρύτερο ερώτημα που καλείται να απαντήσει η Ευρώπη είναι πώς θα προσαρμόσει την εργασία σε ένα θερμότερο κλίμα χωρίς να ζητήσει από τους εργαζομένους να πληρώσουν το τίμημα της κλιματικής αλλαγής με την υγεία ή τον μισθό τους.
Διαβάστε ακόμη
Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.