Η κλιματική αλλαγή δεν φέρνει μόνο κινδύνους για την ευρωπαϊκή γεωργία, αλλά δημιουργεί και ένα νέο πεδίο ευκαιριών για περιοχές που μέχρι σήμερα δεν θεωρούνταν κατάλληλες για τροπικές καλλιέργειες. Σε αυτό το νέο περιβάλλον, η Ελλάδα εμφανίζεται ως μία από τις χώρες της νότιας Ευρώπης που μπορούν να διεκδικήσουν ρόλο στην παραγωγή προϊόντων υψηλότερης αξίας, όπως το αβοκάντο και το μάνγκο, σύμφωνα με νέα ανάλυση της Rabobank.
Η έκθεση επισημαίνει ότι η άνοδος των θερμοκρασιών, οι λιγότεροι παγετοί και η μετατόπιση των καλλιεργητικών περιόδων δημιουργούν νέες δυνατότητες για τμήματα της Μεσογείου, όπου η παραγωγή υποτροπικών και τροπικών φρούτων μπορεί να εξελιχθεί σε μια εναλλακτική λύση για τους παραγωγούς, που αναζητούν καλλιέργειες με μεγαλύτερη προστιθέμενη αξία.
Η Rabobank υπογραμμίζει ότι το κλειδί δεν είναι μόνο το ευνοϊκότερο κλίμα, αλλά ο συνδυασμός κατάλληλων συνθηκών, επάρκειας νερού, τεχνογνωσίας, επενδύσεων, υποδομών και πρόσβασης σε αγορές υψηλής αξίας.

Η Ελλάδα στον νέο χάρτη των τροπικών φρούτων
Η μελέτη εξετάζει την εξέλιξη της κλιματικής καταλληλότητας έως το 2050 και καταλήγει ότι οι προοπτικές ενισχύονται γύρω από τις ήδη υπάρχουσες περιοχές παραγωγής στην Ισπανία και την Πορτογαλία, αλλά και σε τμήματα της νότιας Ιταλίας, της Ελλάδας και της Ανατολικής Μεσογείου.
Όπως φαίνεται από τους παρακάτω χάρτες, επί του παρόντος στην Ελλάδα το κλίμα είναι ευνοϊκότερο για τροπικές καλλιέργειες σε Κρήτη και Πελοπόνησσο, ενώ σταδιακά η καταλληλότητα για τις εν λόγω περιοχές μεγαλώνει, ιδίως στη Δυτική Κρήτη (Χανιά, Ρέθυμνο), αλλά και στην Νοτιανατολική Πελοπόνησσο (Λακωνία).

Η Ελλάδα δεν βρίσκεται σήμερα στο επίπεδο ανάπτυξης που έχουν πετύχει η Ισπανία και η Πορτογαλία, όμως η γεωγραφική της θέση και το μεσογειακό κλίμα δημιουργούν προϋποθέσεις για την ανάπτυξη συγκεκριμένων καλλιεργειών σε επιλεγμένες περιοχές.
Σε σημαντικό βαθμό, η ανάλυση πατάει και πάνω στην ελληνική πραγματικότητα, αφού ειδικότερα το αβοκάντο ευδοκιμεί κατά βάση στα Χανιά και λιγότερο σε Καλαμάτα και Λακωνία, ενώ αντίστοιχα μικρότερες ποσότητες μάνγκο ευδοκιμούν σε Χανιά και Πελοπόνησσο, όπως συμβαίνει και με τα dragonfruits (πιτάγια).
Πρόσφατα, η ερευνήτρια του ΕΛΓΟ-ΔΗΜΗΤΡΑ, στο Ινστιτούτο Ελιάς, Υποτροπικών Φυτών και Αμπέλου, Τζατζάνη Θηρεσία-Τερέζα, είχε δηλώσει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ, ότι η δημοφιλία του αβοκάντο στην Κρήτη είναι τόσο μεγάλη, που έχει δημιουργηθεί έκταση 15.000 στρεμμάτων με μέση παραγωγή 1,2 τόνους ανά στρέμμα.
Aντίστοιχα, ο υπεύθυνος πωλήσεων του Αγροτικού Συνεταιρισμού Χανίων, Γιώργος Κορναράκης, μιλώντας τον Μάιο στο newmoney, είχε γνωστοποιήσει πως πάνω από 200 παραγωγοί στον Νομό ασχολούνται με την καλλιέργεια αβοκάντο, ενώ η εκτίμηση ήταν ότι η φετινή παραγωγή θα φτάσει τους 700 τόνους.
Η Rabobank πάντως, ξεκαθαρίζει ότι η προοπτική για τις εξεταζόμενες χώρες, αφορά κυρίως στοχευμένη ανάπτυξη και όχι μια μαζική αλλαγή του αγροτικού μοντέλου.
Οι περιοχές που θα μπορέσουν να συνδυάσουν τις κατάλληλες θερμοκρασίες με διαθέσιμους υδάτινους πόρους, οργανωμένη παραγωγή και εμπορικές υποδομές είναι εκείνες που θα έχουν τις περισσότερες πιθανότητες επιτυχίας.
Η ευρωπαϊκή ζήτηση για αβοκάντο και μάνγκο αυξάνεται
Η συγκυρία στην αγορά πάντως, λειτουργεί υπέρ των νέων καλλιεργειών. Η ζήτηση για τροπικά φρούτα στην Ευρώπη αυξάνεται, παρά το γεγονός ότι η συνολική κατανάλωση φρούτων και λαχανικών παραμένει σχετικά σταθερή. Ιδιαίτερα το αβοκάντο και το μάνγκο καταγράφουν ισχυρότερη δυναμική σε αρκετές ευρωπαϊκές αγορές.

Παράλληλα, τα τροπικά φρούτα έχουν υψηλότερη μέση αξία εισαγωγής σε σχέση με τα συμβατικά φρούτα. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Rabobank, η μέση αξία εισαγωγής στην ΕΕ για τα φρέσκα φρούτα διαμορφώθηκε περίπου στα 1,26 ευρώ ανά κιλό, ενώ για τα τροπικά φρούτα – εξαιρουμένων της μπανάνας και του ανανά – έφτασε τα 2,54 ευρώ ανά κιλό.
Αυτό δημιουργεί ένα διαφορετικό μοντέλο ευκαιρίας για τους Ευρωπαίους παραγωγούς: όχι ανταγωνισμό με τις μεγάλες παραγωγικές χώρες σε επίπεδο κόστους, αλλά επένδυση σε προϊόντα ποιότητας, μικρότερες αλυσίδες εφοδιασμού και premium τοποθέτηση.
Η Ευρώπη εξακολουθεί να εξαρτάται από εισαγωγές
Η αγορά της ΕΕ παραμένει σε μεγάλο βαθμό εξαρτημένη από τρίτες χώρες. Περίπου το 90% των τροπικών φρούτων που καταναλώνονται στην Ευρωπαϊκή Ένωση προέρχεται από χώρες εκτός του μπλοκ, γεγονός που σημαίνει ότι η ευρωπαϊκή παραγωγή δεν μπορεί να αντικαταστήσει τις εισαγωγές, αλλά μπορεί να λειτουργήσει συμπληρωματικά.
Η ανάγκη για διαφοροποίηση ενισχύεται και από τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι μεγάλες χώρες προμηθευτές. Το Περού, ένας από τους σημαντικότερους προμηθευτές αβοκάντο της Ευρώπης, αντιμετωπίζει αυξανόμενες πιέσεις από τη λειψυδρία και τις υψηλές θερμοκρασίες. Στην περιοχή Olmos, μία από τις βασικές ζώνες παραγωγής, οι ακραίες θερμοκρασίες το 2024 συνδέθηκαν με απώλειες αποδόσεων περίπου 40%.
Για την Ευρώπη, η ανάπτυξη τοπικής παραγωγής μπορεί να προσφέρει μικρότερες αλυσίδες μεταφοράς, μεγαλύτερη φρεσκάδα και προϊόντα με ισχυρότερα χαρακτηριστικά βιωσιμότητας και ιχνηλασιμότητας.
Το μεγάλο στοίχημα: Νερό, επενδύσεις και οργάνωση παραγωγής
Παρά τις νέες δυνατότητες, η Rabobank προειδοποιεί ότι το κλίμα από μόνο του δεν αρκεί για τη δημιουργία μιας βιώσιμης βιομηχανίας τροπικών φρούτων. Η εμπειρία της Ισπανίας και της Πορτογαλίας δείχνει ότι απαιτούνται κεφάλαια, μεγάλες παραγωγικές μονάδες, εξειδικευμένο εργατικό δυναμικό και αποτελεσματικές αλυσίδες εφοδιασμού.
Ιδιαίτερα κρίσιμος παράγοντας για χώρες της Μεσογείου είναι το νερό. Η αυξανόμενη πίεση από την ξηρασία και ο ανταγωνισμός για υδάτινους πόρους καθιστούν αναγκαίες τις επενδύσεις σε σύγχρονα συστήματα άρδευσης, αποθήκευση νερού και τεχνολογίες διαχείρισης.
Η Ελλάδα, επομένως, μπορεί να αξιοποιήσει το κλιματικό πλεονέκτημα μόνο εφόσον αυτό συνοδευτεί από οργανωμένες επενδύσεις και παραγωγικά μοντέλα που θα επιτρέψουν στα προϊόντα να φτάσουν στην αγορά με σταθερή ποιότητα.
Στρατηγικό πλεονέκτημα τα premium προϊόντα
Η Rabobank εκτιμά ότι η Ευρώπη δεν μπορεί να ανταγωνιστεί τις μεγάλες χώρες παραγωγής σε χαμηλό κόστος. Η ευκαιρία βρίσκεται στη δημιουργία προϊόντων υψηλότερης αξίας, με έμφαση στη φρεσκάδα, τη μικρότερη απόσταση από τον καταναλωτή, την τοπική ταυτότητα και τη βιωσιμότητα.
Για την Ελλάδα, αυτό σημαίνει ότι η ανάπτυξη τροπικών καλλιεργειών δεν αφορά απλώς την αλλαγή ενός προϊόντος στο χωράφι, αλλά τη δημιουργία μιας νέας αλυσίδας αξίας γύρω από επιλεγμένες καλλιέργειες.
Η Rabobank καταλήγει ότι η κλιματική αλλαγή μπορεί να καταστήσει τμήματα της νότιας Ευρώπης πιο ελκυστικά για την παραγωγή αβοκάντο, μάνγκο και άλλων τροπικών φρούτων, αλλά η επιτυχία θα κριθεί από το αν οι περιοχές αυτές διαθέτουν ασφάλεια νερού, τεχνική γνώση και δυνατότητα παραγωγής σταθερά υψηλής ποιότητας προϊόντων
Διαβάστε ακόμη
Τριπλή ενεργειακή παγίδα στον δρόμο για τον χειμώνα
Ανησυχητική σύμπνοια: Άλτμαν, Αμοντέι και Μασκ ζητούν να μπει«φρένο» στην κούρσα της AI
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφθείτε το Πρώτο ΘΕΜΑ
Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.