Η σκωτσέζικη βιομηχανία ουίσκι βρίσκεται αντιμέτωπη με μια από τις δυσκολότερες περιόδους των τελευταίων ετών, καθώς η ζήτηση υποχωρεί, τα αποθέματα διογκώνονται και οι παραγωγοί περιορίζουν τη δραστηριότητά τους.
Μετά από περίπου 15 χρόνια ανάπτυξης, που ενισχύθηκε περαιτέρω κατά την πανδημία, η παγκόσμια κατανάλωση έχει επιβραδυνθεί αισθητά. Αποστακτήρια σε ολόκληρη τη Σκωτία αναστέλλουν την παραγωγή προκειμένου να περιορίσουν τη συσσώρευση αποθεμάτων, σε μια κατάσταση που η αγορά αποκαλεί «whisky loch», κατ’ αναλογία με το «wine lake».
Πλέον, πληροφορίες θέλουν δεκάδες από τα 156 ενεργά αποστακτήρια της χώρας να αναζητούν αγοραστή, ενώ η πίεση μεταφέρεται και στην απασχόληση.
Η Diageo και οι περικοπές θέσεων εργασίας
Ενδεικτική της νέας πραγματικότητας είναι η περίπτωση της Diageo, η οποία επενδύει σε αποθηκευτικές εγκαταστάσεις στη Σκωτία, με δυνατότητα φύλαξης σχεδόν 3 εκατομμυρίων βαρελιών σκωτσέζικου ουίσκι. Η εταιρεία παράγει περίπου μία στις τρεις φιάλες σκωτσέζικου ουίσκι παγκοσμίως, μεταξύ άλλων μέσω εμπορικών σημάτων όπως το Johnnie Walker.
Τη Δευτέρα, εργαζόμενοι στο Cameronbridge, το μεγαλύτερο αποστακτήριο της Diageo, προχώρησαν σε απεργιακές κινητοποιήσεις, αντιδρώντας στα σχέδια της εταιρείας για περικοπές εκατοντάδων θέσεων εργασίας στις δραστηριότητές της στη Σκωτία.
Η πίεση δεν αφορά μόνο τους μεγάλους ομίλους. Την περασμένη εβδομάδα, το αποστακτήριο GlenWyvis στα Χάιλαντς ανακοίνωσε ότι θα διορίσει διαχειριστές, λόγω των συνεχιζόμενων οικονομικών πιέσεων.
Η αλλαγή στις καταναλωτικές συνήθειες
Ένας από τους βασικούς παράγοντες της κρίσης είναι η αλλαγή στη συμπεριφορά των καταναλωτών. Κατά την πανδημία, πολλοί αγόρασαν σημαντικές ποσότητες ουίσκι για το σπίτι, με αποτέλεσμα αρκετοί να διαθέτουν σήμερα αποθέματα που επαρκούν ακόμη και για δύο ή τρία χρόνια.
Παράλληλα, η μεγαλύτερη ευαισθητοποίηση για την υγεία έχει οδηγήσει μέρος του κοινού σε μείωση της κατανάλωσης αλκοόλ, ενώ οι υψηλότερες τιμές των ποτών λειτουργούν επιπλέον ανασταλτικά.
Η προσαρμογή της παραγωγής είναι ιδιαίτερα δύσκολη λόγω της φύσης του προϊόντος. Η αγορά εξαγωγών σκωτσέζικου ουίσκι έχει αξία περίπου 6,25 δισ. ευρώ, ενώ η νομοθεσία απαιτεί ωρίμανση τουλάχιστον τριών ετών σε δρύινα βαρέλια. Για τα υψηλής ποιότητας ουίσκι, η παλαίωση μπορεί να φτάσει έως και τα 40 χρόνια.
Αυτό σημαίνει ότι οι παραγωγοί πρέπει να λαμβάνουν αποφάσεις για την παραγωγή πολλά χρόνια πριν γνωρίζουν πώς θα εξελιχθεί η ζήτηση.
Το πλήγμα από τους αμερικανικούς δασμούς
Σημαντική επιβάρυνση αποτέλεσε και η πολιτική των ΗΠΑ. Παρότι ο Donald Trump αποφάσισε αργότερα να καταργήσει τους δασμούς στις εισαγωγές σκωτσέζικου ουίσκι, οι εξαγωγές είχαν ήδη υποστεί σημαντικό πλήγμα.
Οι δασμοί της «Ημέρας Απελευθέρωσης», που επιβλήθηκαν τον Απρίλιο του 2025, συνδέθηκαν με πτώση κατά 15% των εξαγωγών σκωτσέζικου ουίσκι προς τις ΗΠΑ.
Την ίδια στιγμή, η ζήτηση στη Γαλλία, η οποία μέχρι πρόσφατα αποτελούσε τη μεγαλύτερη αγορά σε όγκο, έχει υποχωρήσει. Η αγορά της Κίνας, από την άλλη, δεν αναπτύχθηκε στον βαθμό που ανέμενε ο κλάδος.
Η Ινδία δημιουργεί νέες προσδοκίες
Μέσα στο δύσκολο περιβάλλον, υπάρχουν πάντως ενδείξεις σταθεροποίησης. Ο κλάδος επέστρεψε σε τροχιά ανάπτυξης κατά το πρώτο εξάμηνο του τρέχοντος έτους, ενώ η Ινδία εξελίσσεται σε αγορά με ιδιαίτερο δυναμισμό.
Οι εξαγωγές προς την Ινδία έχουν αυξηθεί σημαντικά, δημιουργώντας μια νέα πηγή ζήτησης για τους παραγωγούς. Η άνοδος, ωστόσο, δεν έχει ακόμη αντισταθμίσει τις απώλειες σε άλλες μεγάλες αγορές.
Η σκωτσέζικη βιομηχανία καλείται έτσι να διαχειριστεί τα υψηλά αποθέματα και τον μακρύ κύκλο παραγωγής, ενώ παράλληλα αναζητεί νέους καταναλωτές και αγορές. Η επόμενη περίοδος θα δείξει εάν η πρόσφατη βελτίωση μπορεί να μετατραπεί σε σταθερή ανάκαμψη.
Διαβάστε ακόμη
Η ζωή με το μήνα: Γιατί όλο και περισσότερα πράγματα τα νοικιάζουμε αντί να τα αγοράζουμε
Πληροφορική: Προς νέο κύμα εισαγωγών και μετατάξεων στο Euronext Athens – Οι 7 περιπτώσεις
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφθείτε το Πρώτο ΘΕΜΑ
Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.