Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης

Add Newmoney.gr on Google

Ελπίδες για φθηνότερα καύσιμα και αποκλιμάκωση του ενεργειακού κόστους γεννά η συντριπτική εκλογική ήττα του Ντόναλντ Τραμπ, χωρίς όμως να εξασφαλίζει έναν φθηνότερο χειμώνα για τα ελληνικά και κατά επέκταση τα ευρωπαϊκά νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις.

Την πτώση των τιμών ενίσχυσαν οι δηλώσεις του Αμερικάνου Πρόεδρου ότι οι ΗΠΑ δεν έχουν άμεσα σχέδια για νέα πλήγματα στο Ιράν, καθώς και η εκτίμηση ότι ένα Κογκρέσο υπό τον έλεγχο των Δημοκρατικών μπορεί να αυξήσει την πίεση για διπλωματική διέξοδο.

Νωρίτερα χθες, ο ίδιος ο Αμερικανός Πρόεδρος αναγνώρισε ότι ο πόλεμος είχε πολιτικό κόστος για το κόμμα του. Η αύξηση των τιμών της βενζίνης και η επιβάρυνση των οικογενειακών προϋπολογισμών αναδεικνύουν πόσο καθοριστική μπορεί να γίνει η ενεργειακή ακρίβεια στην κάλπη, αποτελώντας ένα ισχυρό μήνυμα που αφορά και τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις.

Στην ευρωπαϊκή αγορά φυσικού αερίου ο δείκτης του TTF που αποτελεί σημείο αναφοράς για τις συναλλαγές φυσικού αερίου στην Ευρώπη, υποχώρησε κατά 6,7%, στα 84,5 ευρώ ανά μεγαβατώρα. Η αντίδραση αποτυπώνει την ελπίδα ότι η εκλογική ανατροπή θα περιορίσει τον κίνδυνο νέας κλιμάκωσης. Δεν αποτελεί, ωστόσο επιβεβαίωση ότι η ενεργειακή κρίση πλησιάζει στο τέλος της.

Η κάλπη δεν αλλάζει τις προμήθειες

Για την Ευρώπη, το κρίσιμο ερώτημα είναι αν η ήττα των Ρεπουμπλικανών θα οδηγήσει σε πραγματική αποκλιμάκωση στη Μέση Ανατολή. Μια συμφωνία που θα διευκόλυνε την αποκατάσταση των εξαγωγών πετρελαίου και LNG από τον Κόλπο, θα μπορούσε να περιορίσει το γεωπολιτικό ασφάλιστρο που επιβαρύνει τις τιμές. «Αν δεν καταφέρει να εξασφαλίσει συμφωνία με την Τεχεράνη για την επαναλειτουργία των Στενών του Ορμούζ, το παρατεταμένο ενεργειακό σοκ θα συνεχίσει να επιβαρύνει την Ευρώπη» ανέφερε χθες το Politico. Νέα πλήγματα και διαταραχές στις μεταφορές που παραμένουν ανοικτά σε πείσμα των προεδρικών δηλώσεων, θα μπορούσαν να ανατρέψουν γρήγορα τη σημερινή εικόνα.

Ο Ντόναλντ Τραμπ εξακολουθεί να διαθέτει σημαντικά περιθώρια χειρισμών στην εξωτερική πολιτική και στις στρατιωτικές επιχειρήσεις καθώς το νέο Κογκρέσο αναλαμβάνει τον Ιανουάριο. Συνεπώς, η αυξημένη δυνατότητα κοινοβουλευτικού ελέγχου δεν ισοδυναμεί με άμεση αλλαγή της αμερικανικής στρατηγικής.

Η νέα πολιτική ισορροπία έχει και μια δεύτερη διάσταση για την ευρωπαϊκή αγορά. Όπως αναφέρει το Montel, η νίκη των Δημοκρατικών θα μπορούσε να οδηγήσει σε αυστηρότερες κυρώσεις κατά των ρωσικών ενεργειακών εξαγωγών, δυσκολεύοντας ενδεχόμενη αποκατάσταση των προμηθειών ρωσικού αερίου στην Ευρώπη.

Νωρίτερα, σε προεκλογική εκτίμηση είχε επισημάνει ότι ακόμη και η επικράτηση των Δημοκρατικών δύσκολα θα προκαλούσε άμεσα μεγάλη μεταβολή στην πολιτική εξαγωγών αμερικανικού LNG. Για την Ευρώπη, επομένως, το εκλογικό αποτέλεσμα δεν συνεπάγεται αυτομάτως περισσότερα ή φθηνότερα φορτία αερίου.

Οι ζημιές που θα μείνουν και μετά τον πόλεμο

Ακόμη και ο τερματισμός των εχθροπραξιών θα πάρει μήνες για να αποκαταστήσει τις συνθήκες στην αγορά και δεν θα επαναφέρει γρήγορα τις ενεργειακές προμήθειες στην κανονικότητα. Οι εγκαταστάσεις που έχουν πληγεί στο Κατάρ και τις χώρες του περσικού κόλπου χρειάζονται επισκευές και χρόνο για να ανακτήσουν την παραγωγική τους δυνατότητα. Αυτό σημαίνει ότι, οι διεθνείς τιμές μπορούν να υποχωρήσουν γρήγορα πάνω στην προσδοκία μιας συμφωνίας, αλλά η αποκατάσταση της φυσικής προσφοράς ακολουθεί διαφορετικό χρονοδιάγραμμα.

Ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας επισημαίνει ότι οι ζημιές στις υποδομές φυσικού αερίου, περιλαμβανομένων των εγκαταστάσεων υγροποίησης του Κατάρ, περιορίζουν την αναμενόμενη αύξηση της παγκόσμιας προσφοράς LNG. Οι επιπτώσεις στην ανάπτυξη της προσφοράς συγκεντρώνονται κυρίως στο 2026 και το 2027, διατηρώντας την αγορά πιο πιεσμένη από όσο αναμενόταν πριν από τη σύγκρουση.

Επιπλέον, η Ευρώπη εισέρχεται στον χειμώνα με αποθέματα αερίου που αντιστοιχούν σε ποσοστά δυναμικότητας 74% που είναι από τα χαμηλότερα επίπεδα από το 2013. Αυτό ενισχύει την εξάρτησή της από τα διαθέσιμα φορτία LNG και αυξάνει την έκθεσή της σε ένα κύμα ψύχους ή σε πρόσθετες διακοπές εφοδιασμού. Οι αναλυτές εκτιμούν ότι οι ανάγκες αναπλήρωσης των αποθηκών το καλοκαίρι του 2027 μπορούν να παρατείνουν την πίεση στην αγορά.

Υπό αυτές τις συνθήκες, ο κίνδυνος δεν περιορίζεται στον φετινό χειμώνα. Εάν οι επισκευές καθυστερήσουν και τα αποθέματα παραμείνουν χαμηλά, οι δυσκολίες μπορούν να επηρεάσουν και την προετοιμασία για τον χειμώνα 2027-2028. Πρόκειται για ένα ενδεχόμενο παρατεταμένης πίεσης, χωρίς αυτό να προδικάζει ότι οι τιμές θα διατηρηθούν αμετάβλητες στα σημερινά επίπεδα.

Το κυβερνητικό αγκάθι στην Ελλάδα

Για την ελληνική κυβέρνηση, το διεθνές ενεργειακό κόστος μεταφράζεται σε μια καθημερινή πολιτική δοκιμασία. Από το πόσο θα πληρώσουν οι καταναλωτές για μετακινήσεις, θέρμανση και ηλεκτρισμό μέχρι πόσο θα επιβαρυνθεί η λειτουργία των επιχειρήσεων.

Η υποχώρηση του Brent δημιουργεί περιθώριο ανακούφισης, εφόσον διατηρηθεί και περάσει στις τιμές των διυλισμένων προϊόντων. Δεν μεταφέρεται όμως αυτούσια και ταυτόχρονα στην αντλία, καθώς στην τελική χρέωση συμμετέχουν επίσης η ισοτιμία ευρώ–δολαρίου, οι φόροι και τα κόστη της αλυσίδας εφοδιασμού. Η πολιτική της στήριξης θα συνεχιστεί όμως με το ύψος των ανατιμήσεων ουσιαστικά εξανεμίζεται.

Στον ηλεκτρισμό, η κυβέρνηση δίνει βάρος στα σταθερά τιμολόγια, με βασικό στήριγμα τη ΔΕΗ, επιδιώκοντας να προσφέρει μεγαλύτερη προβλεψιμότητα στα νοικοκυριά και στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Τα συμβόλαια αυτά περιορίζουν την έκθεση του πελάτη στις βραχυπρόθεσμες διακυμάνσεις για τη διάρκειά τους. Μια παρατεταμένη κρίση, ωστόσο, επιβαρύνει και το κόστος των νέων σταθερών τιμολογίων.

Όσο οι υψηλές τιμές επιμένουν, τόσο αυξάνεται η πίεση για πρόσθετη στήριξη. Με περιορισμένα δημοσιονομικά περιθώρια και αμέτοχη την Ευρώπη σε μια κοινή ευρωπαϊκή πολιτική μπροστά στη νέα βαθιά ενεργειακή και ενώ πλησιάζει η επόμενη εκλογική αναμέτρηση, η ενεργειακή ακρίβεια εξελίσσεται σε ένα από τα δυσκολότερα μέτωπα για το κυβερνητικό στρατόπεδο. Αν η κρίση παραταθεί και οι λογαριασμοί επιβαρυνθούν περαιτέρω, το ενδεχόμενο νέων επιδοτήσεων στο ρεύμα θα επανέλθει αναπόφευκτα στη συζήτηση.

Γιατί οι ΑΠΕ δεν αρκούν για φθηνό ρεύμα όλο το 24ωρο

Η έκθεση της Ελλάδας στις διεθνείς ανατιμήσεις παραμένει, παρά την αυξημένη συμμετοχή των ανανεώσιμων πηγών στο ενεργειακό μείγμα και αυτό δεν προκαλεί εφησυχασμό. Οι ΑΠΕ λειτουργούν ως ανάχωμα, αλλά η παραγωγή τους δεν συμπίπτει πάντοτε με τις ώρες που χρειάζεται περισσότερο το σύστημα την ηλεκτρική ενέργεια.

Το πρόβλημα αποτυπώνεται καθαρά στις τιμές. Στις 29 Οκτωβρίου 2026, η ηλεκτρική ενέργεια στην ελληνική χονδρεμπορική αγορά κόστιζε κατά μέσο όρο περίπου 106 ευρώ/MWh στο διάστημα 09:00–15:00. Το βράδυ, όταν υποχώρησε η ηλιακή παραγωγή και η ζήτηση παρέμεινε υψηλή, η μέση τιμή για το διάστημα 17:00–22:00 ανέβηκε στα 409 ευρώ/MWh, με ανώτατη τιμή τα 450 ευρώ/MWh. Η μέση βραδινή χρέωση ήταν, δηλαδή, σχεδόν τετραπλάσια!

Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσίασε χθες στο συνέδριο του ΙΕΝΕ ο Ανδρέας Πετροπουλέας, διευθυντής Διαχείρισης Ενέργειας της ENERWAVE και πρόεδρος της Επιτροπής Ηλεκτρισμού του ΙΕΝΕ, το βασικό μήνυμά είναι ότι το ζητούμενο πλέον δεν είναι πόσα «πράσινα» MW εγκαθίστανται, αλλά πώς μετατρέπονται σε ανταγωνιστικές MWh, διαθέσιμες όταν και όπου υπάρχει ανάγκη.

Ήλιος με… δόντια

Στο παράδειγμα που παρουσιάστηκε, ένα φωτοβολταϊκό πάρκο ισχύος 100 MW παράγει 600 MWh σε ένα 24ωρο, όσες ακριβώς καταναλώνει μια εγκατάσταση με σταθερή ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας 25 MW. Ωστόσο, επειδή η ηλιακή παραγωγή συγκεντρώνεται σε συγκεκριμένες ώρες, καλύπτει απευθείας μόνο το 42,5% της κατανάλωσης. Για τις υπόλοιπες ώρες απαιτείται ενέργεια από άλλες πηγές, ενώ το μεσημεριανό πλεόνασμα πρέπει να αποθηκευτεί ή να αξιοποιηθεί αλλού.

Χωρίς επαρκή αποθήκευση και δυνατότητα προσαρμογής της κατανάλωσης, το σύστημα εξακολουθεί να χρειάζεται τις ακριβές θερμικές μονάδες και το αυξημένο κόστος του καυσίμου περνά στην αγορά ηλεκτρισμού.

Την ίδια στιγμή, η ανάπτυξη των δικτύων δυσκολεύεται να ακολουθήσει τον ρυθμό εγκατάστασης νέων ΑΠΕ. Σύμφωνα με την ανάλυση του κ. Πετροπουλέα, τα έργα ανανεώσιμης ενέργειας χρειάζονται από ένα έως πέντε χρόνια για να υλοποιηθούν, ενώ τα νέα δίκτυα μπορεί να απαιτήσουν από 5 έως 15 χρόνια. Οι περιορισμοί αυτοί έχουν και οικονομικό αποτύπωμα καθώς το κόστος διαχείρισης της συμφόρησης στα ευρωπαϊκά ηλεκτρικά δίκτυα έφτασε τα 4,3 δισ. ευρώ το 2024, σύμφωνα με τον Οργανισμό Συνεργασίας των Ρυθμιστικών Αρχών Ενέργειας της ΕΕ (ACER).

Η πίεση στη βιομηχανία

Παρά τη διείσδυση των ΑΠΕ, το ενεργειακό κόστος εξακολουθεί να επιβαρύνει και την ευρωπαϊκή βιομηχανία. Το 2025 οι ανανεώσιμες πηγές κάλυψαν το 49,9% της ακαθάριστης κατανάλωσης ηλεκτρισμού στην ΕΕ. Ωστόσο, η υψηλή συμμετοχή τους δεν έχει φέρει τις τιμές κοντά σε εκείνες των ανταγωνιστών της Ευρώπης.

Η τιμή ηλεκτρικής ενέργειας για την ενεργοβόρο βιομηχανία στην ΕΕ διαμορφώνεται στα 94,7 ευρώ/MWh, έναντι 60,2 ευρώ/MWh στην Κίνα και 44,2 ευρώ/MWh στο Τέξας. Στην Ελλάδα, η τιμή για τους μεγάλους βιομηχανικούς καταναλωτές έφτασε τα 113 ευρώ/MWh το πρώτο εξάμηνο του 2026, κοντά στον ευρωπαϊκό μέσο όρο των 112,8 ευρώ/MWh.

Η αύξηση της πράσινης παραγωγής, επομένως, χρειάζεται να συνοδευτεί από επενδύσεις που θα επιτρέψουν στο όφελός της να φτάσει πιο σταθερά στον καταναλωτή.

Αυτό εξηγεί γιατί η ελληνική αγορά εξακολουθεί να παρακολουθεί στενά τις εξελίξεις μετά τις αμερικανικές εκλογές. Μια διατηρήσιμη αποκλιμάκωση των διεθνών τιμών φυσικού αερίου θα μπορούσε να μειώσει το κόστος της ηλεκτροπαραγωγής και στις ώρες που δεν επαρκούν οι ΑΠΕ. Αντίθετα, μια νέα κλιμάκωση στη Μέση Ανατολή θα διατηρούσε την πίεση, παρά την αυξημένη συμμετοχή της πράσινης ενέργειας.