Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης

Add Newmoney.gr on Google

Μια απρόσμενη ανατροπή βρίσκεται σε εξέλιξη στην ευρωπαϊκή αγορά ενέργειας, καθώς το ακριβό φυσικό αέριο επαναφέρει τον άνθρακα στο προσκήνιο της ηλεκτροπαραγωγής, δημιουργώντας νέες πιέσεις τόσο στο κόστος παραγωγής όσο και στην αγορά δικαιωμάτων εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα. Η ενεργειακή κρίση που πυροδότησε ο πόλεμος στο Ιράν υποχρεώνει τις επιχειρήσεις ηλεκτρισμού να επανεξετάσουν το μείγμα καυσίμων τους, με αποτέλεσμα η προσπάθεια περιορισμού των εκπομπών να βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα προσωρινό πισωγύρισμα.

Η εξέλιξη αυτή δημιουργεί ένα ιδιαίτερα σύνθετο περιβάλλον για την ευρωπαϊκή οικονομία. Από τη μία πλευρά, οι παραγωγοί ηλεκτρικής ενέργειας αναζητούν οικονομικότερες λύσεις απέναντι στην εκτόξευση του φυσικού αερίου. Από την άλλη, η μεγαλύτερη χρήση άνθρακα αυξάνει τις ανάγκες αγοράς δικαιωμάτων CO₂, ενισχύοντας ένα πρόσθετο στοιχείο του ενεργειακού κόστους. Μέσα σε αυτές τις συνθήκες, η Bank of America εκτιμά ότι η τιμή των ευρωπαϊκών δικαιωμάτων εκπομπών θα μπορούσε να φτάσει τα 100 ευρώ ανά τόνο τον χειμώνα.

Το ενεργειακό σοκ αλλάζει το κόστος ηλεκτροπαραγωγής

Η αναστάτωση στις διεθνείς αγορές ενέργειας έχει ανατρέψει τους οικονομικούς συσχετισμούς μεταξύ των συμβατικών καυσίμων. Από τα τέλη Φεβρουαρίου, όταν ξεκίνησε ο πόλεμος στο Ιράν, οι τιμές του πετρελαίου έχουν αυξηθεί περίπου 40%, ενώ το ευρωπαϊκό φυσικό αέριο έχει υπερδιπλασιαστεί. Ταυτόχρονα, η περιορισμένη διαθεσιμότητα ντίζελ ενισχύει τις πιέσεις στις μεταφορές και στη βιομηχανία.

Για τις επιχειρήσεις ηλεκτροπαραγωγής, η αύξηση του φυσικού αερίου δημιουργεί ισχυρό κίνητρο αξιοποίησης των ανθρακικών μονάδων που εξακολουθούν να λειτουργούν. Παρότι ο άνθρακας επιβαρύνεται περισσότερο από το ευρωπαϊκό σύστημα εμπορίας εκπομπών, η μεγάλη διαφορά στις τιμές των καυσίμων μπορεί να τον καταστήσει οικονομικά ανταγωνιστικότερο.

Η επιστροφή στον άνθρακα, ωστόσο, έχει συγκεκριμένα όρια. Η Ευρώπη έχει αποσύρει σημαντικό μέρος της ανθρακικής παραγωγικής δυναμικότητάς της τα τελευταία χρόνια, περιορίζοντας τη δυνατότητα μαζικής υποκατάστασης του φυσικού αερίου. Επομένως, η αλλαγή στο μείγμα ηλεκτροπαραγωγής μπορεί να ενισχύσει βραχυπρόθεσμα την προσφορά, χωρίς να αποτελεί μόνιμη απάντηση στις ενεργειακές ανάγκες.

Γιατί οι ρύποι μπορεί να φτάσουν τα 100 ευρώ

Η μεγαλύτερη κατανάλωση άνθρακα συνεπάγεται αυξημένες εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα. Στο ευρωπαϊκό σύστημα εμπορίας εκπομπών, οι επιχειρήσεις οφείλουν να διαθέτουν τα αντίστοιχα δικαιώματα για τις ποσότητες CO₂ που εκπέμπουν. Κατά συνέπεια, όσο ενισχύεται η ανθρακική ηλεκτροπαραγωγή, τόσο αυξάνεται η δυνητική ζήτηση για ευρωπαϊκά δικαιώματα εκπομπών (EUAs).

Αυτή η μεταβολή βρίσκεται πίσω από την εκτίμηση της Bank of America για πιθανή άνοδο έως τα 100 ευρώ ανά τόνο. Πρόκειται για σενάριο που συνδέεται με τη διατήρηση των υψηλών τιμών φυσικού αερίου και όχι για δεδομένη εξέλιξη της αγοράς.

Πρόσθετο παράγοντα αποτελεί ο Μηχανισμός Συνοριακής Προσαρμογής Άνθρακα (CBAM), ο οποίος επιβάλλει σταδιακά κόστος ενσωματωμένων εκπομπών σε συγκεκριμένα εισαγόμενα προϊόντα. Παράλληλα, η σταδιακή κατάργηση δωρεάν δικαιωμάτων για ορισμένους ευρωπαϊκούς παραγωγούς μεταβάλλει τις συνθήκες συμμόρφωσης και ενισχύει τη σημασία της αγοράς άνθρακα για τη βιομηχανία.

Το 2027 και η πιθανότητα αποκλιμάκωσης

Παρά τις βραχυπρόθεσμες ανοδικές πιέσεις, οι μακροπρόθεσμες προοπτικές μπορεί να διαφέρουν σημαντικά. Μια πιθανή εξομάλυνση της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή, σε συνδυασμό με την αύξηση των εξαγωγών υγροποιημένου φυσικού αερίου από νέες εγκαταστάσεις στις ΗΠΑ, θα μπορούσε να οδηγήσει σε χαμηλότερες ευρωπαϊκές τιμές αερίου.

Εφόσον αποκατασταθούν και οι ροές LNG από τον Περσικό Κόλπο, η ηλεκτροπαραγωγή με φυσικό αέριο ενδέχεται να ανακτήσει την ανταγωνιστικότητά της έναντι του άνθρακα. Μια τέτοια εξέλιξη θα περιόριζε τις εκπομπές και τις ανάγκες αγοράς δικαιωμάτων, οδηγώντας ενδεχομένως τις τιμές κάτω από τα 80 ευρώ ανά τόνο στο δεύτερο εξάμηνο του 2027.

Η πρόβλεψη προϋποθέτει, πάντως, ότι τα νέα ενεργειακά έργα θα ολοκληρωθούν σύμφωνα με τον προγραμματισμό και ότι οι γεωπολιτικές διαταραχές δεν θα παραταθούν.

Η ηλεκτροκίνηση δημιουργεί την αντίθετη τάση

Την ώρα που ο ηλεκτρικός τομέας αντιμετωπίζει αυξημένες εκπομπές, οι μεταφορές κινούνται προς διαφορετική κατεύθυνση. Οι υψηλές τιμές βενζίνης και ντίζελ περιορίζουν τη χρήση συμβατικών καυσίμων, ενώ ενισχύουν το οικονομικό κίνητρο για τη μετάβαση σε ηλεκτρικά οχήματα.

Η αύξηση των πωλήσεων ηλεκτρικών αυτοκινήτων, αλλά και η σταδιακή διείσδυση ηλεκτρικών φορτηγών, δημιουργούν προϋποθέσεις περιορισμού της κατανάλωσης πετρελαίου και των εκπομπών από τις οδικές μεταφορές. Πρόκειται για μια αλλαγή που μπορεί να επηρεάσει και το νέο ευρωπαϊκό σύστημα εμπορίας εκπομπών ETS2, το οποίο αφορά τις μεταφορές, τα κτίρια και επιπλέον δραστηριότητες.

Η εφαρμογή του νέου μηχανισμού, ωστόσο, βρίσκεται αντιμέτωπη με πολιτικές πιέσεις για αναβολή, καθώς οι κυβερνήσεις προσπαθούν να περιορίσουν τις επιβαρύνσεις στους καταναλωτές. Αντίστοιχες αντιδράσεις καταγράφονται γύρω από τους αυστηρότερους κανόνες για τις εκπομπές μεθανίου.

Το παράδοξο είναι ότι η ίδια ενεργειακή κρίση μπορεί να αυξάνει προσωρινά τις εκπομπές στην ηλεκτροπαραγωγή, αλλά ταυτόχρονα να επιταχύνει τη μείωσή τους στις μεταφορές.

Για την Ευρώπη, το κρίσιμο στοίχημα είναι να μετατρέψει τη σημερινή πίεση σε ταχύτερη ενεργειακή μετάβαση. Η μεγαλύτερη ανάπτυξη ανανεώσιμων πηγών, η εξοικονόμηση ενέργειας και η ηλεκτροκίνηση μπορούν να περιορίσουν μακροπρόθεσμα την εξάρτηση από τα ακριβά ορυκτά καύσιμα.

Ο άνθρακας μπορεί να προσφέρει μια προσωρινή οικονομική διέξοδο στην ηλεκτροπαραγωγή, αλλά η διαρκής λύση βρίσκεται στη μείωση της ανάγκης για εισαγόμενο φυσικό αέριο και πετρέλαιο.