Ένα νέο παράδοξο κυριαρχεί στην παγκόσμια αγορά πετρελαίου: τα δεξαμενόπλοια επιστρέφουν σταδιακά στα Στενά του Ορμούζ, μεταφέροντας ολοένα μεγαλύτερες ποσότητες αργού, αλλά το καύσιμο που χρειάζεται περισσότερο η παγκόσμια οικονομία παραμένει σε έλλειψη. Το ντίζελ, βασικό καύσιμο των μεταφορών, της βιομηχανίας και της αγροτικής παραγωγής, εξακολουθεί να διακινείται σε πολύ μικρότερες ποσότητες από ό,τι πριν από τον πόλεμο με το Ιράν.
Η διαφορά ανάμεσα στην ανάκαμψη των εξαγωγών αργού και στη συνεχιζόμενη στενότητα των διυλισμένων προϊόντων δημιουργεί έναν νέο πονοκέφαλο για κυβερνήσεις και επιχειρήσεις. Ακόμη και αν αποκατασταθεί πλήρως η ναυσιπλοΐα στην περιοχή, οι τιμές των καυσίμων δεν είναι βέβαιο ότι θα αποκλιμακωθούν με την ίδια ταχύτητα.
Το πρόβλημα βρίσκεται πλέον λιγότερο στην εξόρυξη πετρελαίου και περισσότερο στη δυνατότητα μετατροπής του σε καύσιμα έτοιμα προς κατανάλωση. Οι ζημιές στα διυλιστήρια της Μέσης Ανατολής και τα εξαντλημένα αποθέματα έχουν δημιουργήσει ένα κενό προσφοράς που ενδέχεται να χρειαστεί πολλούς μήνες για να καλυφθεί.
Ορμούζ: Επιστρέφει το αργό, όχι όμως το ντίζελ
Τα τελευταία στοιχεία για τις θαλάσσιες μεταφορές αποκαλύπτουν το μέγεθος της ανισορροπίας. Ο μέσος όρος επτά ημερών για τις διελεύσεις αργού πετρελαίου από τα Στενά του Ορμούζ διαμορφώθηκε στα 10,3 εκατ. βαρέλια ημερησίως, ποσότητα που αντιστοιχεί περίπου στο 76% των προπολεμικών επιπέδων.
Αντίθετα, οι μεταφορές διυλισμένων προϊόντων, όπως ντίζελ, βενζίνη και αεροπορικά καύσιμα, περιορίστηκαν στα 1,3 εκατ. βαρέλια την ημέρα. Τα προϊόντα αυτά αντιπροσωπεύουν πλέον μόλις το 11% των συνολικών πετρελαϊκών ροών, όταν πριν από τη σύγκρουση το μερίδιό τους ξεπερνούσε συνήθως το 20%.
Η εικόνα αυτή εξηγεί γιατί η αύξηση της κυκλοφορίας δεξαμενόπλοιων δεν μεταφράζεται αυτομάτως σε επάρκεια καυσίμων. Μεγάλο μέρος του πετρελαίου που εξάγεται κατευθύνεται προς την Ασία, όπου θα πρέπει πρώτα να διυλιστεί, ενώ σημαντικές ασιατικές οικονομίες διατηρούν την παραγωγή καυσίμων κυρίως για τις εγχώριες ανάγκες τους.
Παράλληλα, οι επιθέσεις σε πλοία διατηρούν υψηλό τον κίνδυνο νέων διακοπών, παρά την πρόσφατη ανάκαμψη των διελεύσεων.
Οι ζημιές στα διυλιστήρια και το κόστος για την παγκόσμια οικονομία
Η βασική αιτία της έλλειψης εντοπίζεται στις εκτεταμένες διαταραχές της διυλιστικής δραστηριότητας στη Μέση Ανατολή. Εγκαταστάσεις στη Σαουδική Αραβία, στο Κουβέιτ, στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και στο Ιράκ έχουν υποστεί ζημιές ή έχουν διακόψει τη λειτουργία τους εξαιτίας επιθέσεων και άλλων προβλημάτων που συνδέονται με τον πόλεμο.
Η αποκατάσταση της παραγωγής απαιτεί τεχνικές εργασίες, χρόνο και ασφαλή λειτουργία των ενεργειακών υποδομών. Ακόμη και αν αυξηθεί η διαθέσιμη ποσότητα αργού, τα διυλιστήρια δεν μπορούν απαραίτητα να ανταποκριθούν αμέσως.
Οι συνέπειες μεταφέρονται σε ολόκληρη την οικονομία. Το ντίζελ χρησιμοποιείται στα φορτηγά που διακινούν τρόφιμα και καταναλωτικά αγαθά, στα γεωργικά μηχανήματα και σε μεγάλο μέρος του βιομηχανικού εξοπλισμού. Επομένως, η άνοδός του αυξάνει το κόστος μεταφοράς και παραγωγής, ενισχύοντας τις πληθωριστικές πιέσεις.
Στις Ηνωμένες Πολιτείες, η μέση τιμή του ντίζελ έφτασε πρόσφατα στο ιστορικό υψηλό των 6,53 δολαρίων ανά γαλόνι, ενώ στην Καλιφόρνια άγγιξε τα 8,44 δολάρια, καθώς οι περιορισμοί στην προσφορά συνδυάζονται με υψηλότερη φορολογία.
Η παρέμβαση Τραμπ και η προσπάθεια συγκράτησης των τιμών
Η άνοδος των τιμών έχει μετατρέψει το ντίζελ σε κεντρικό ζήτημα της αμερικανικής ενεργειακής πολιτικής. Η κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ προχώρησε σε προσωρινή χαλάρωση των περιορισμών για τη χρήση χρωματισμένου ντίζελ στους αυτοκινητοδρόμους, επιτρέποντας την αξιοποίηση καυσίμου που προορίζεται συνήθως για αγροτικές εργασίες.
Το μέτρο συνοδεύεται από αναβολή της καταβολής ομοσπονδιακού φόρου 24,4 σεντ ανά γαλόνι έως το τέλος του έτους, με στόχο την άμεση ελάφρυνση του κόστους.
Παράλληλα, οι χώρες της G7 συμφώνησαν στην αποδέσμευση 100 εκατ. βαρελιών αργού και διυλισμένων προϊόντων από αποθέματα έκτακτης ανάγκης σε διάστημα τεσσάρων μηνών.
Η παρέμβαση μπορεί να αυξήσει προσωρινά τη διαθεσιμότητα καυσίμων, χωρίς όμως να υποκαθιστά τη χαμένη παραγωγική ικανότητα των διυλιστηρίων.
Το στοίχημα της αποκατάστασης έως τα μέσα του 2027
Οι προοπτικές παραμένουν δύσκολες, καθώς η αγορά πρέπει να αντιμετωπίσει δύο προβλήματα ταυτόχρονα: την επαναλειτουργία των ενεργειακών εγκαταστάσεων και την αναπλήρωση εκατοντάδων εκατομμυρίων βαρελιών που χρησιμοποιήθηκαν για να καλυφθούν οι ελλείψεις.
Αναλυτές εκτιμούν ότι, ακόμη και με διατήρηση των σημερινών ροών, η πλήρης αποκατάσταση της αγοράς ενδέχεται να μην επιτευχθεί πριν από τα μέσα του 2027.
Στο μεταξύ, η Σαουδική Αραβία έχει αυξήσει σημαντικά τις εξαγωγές της, αξιοποιώντας τόσο τον Περσικό Κόλπο όσο και την Ερυθρά Θάλασσα. Οι αποστολές αργού έφτασαν τον Σεπτέμβριο τα 7 εκατ. βαρέλια ημερησίως, περίπου διπλάσιες από τον Αύγουστο.
Ωστόσο, η αύξηση αυτή δεν επιλύει την έλλειψη διυλισμένων προϊόντων. Η ασφάλεια των θαλάσσιων μεταφορών παραμένει κρίσιμη, ενώ παράγοντες της αμερικανικής πετρελαϊκής βιομηχανίας ζητούν να δοθεί μεγαλύτερη προτεραιότητα στη συνοδεία δεξαμενόπλοιων που μεταφέρουν καύσιμα αντί αργού.
Το ουσιαστικό πρόβλημα της αγοράς είναι πλέον σαφές: η επάρκεια αργού πετρελαίου δεν εγγυάται επάρκεια ντίζελ. Όσο η διυλιστική ικανότητα παραμένει περιορισμένη, η ανάκαμψη των εξαγωγών από το Ορμούζ θα προσφέρει μόνο μερική ανακούφιση, αφήνοντας τις τιμές των καυσίμων και το κόστος της παγκόσμιας οικονομίας εκτεθειμένα σε νέες πιέσεις.
Διαβάστε ακόμη
Πεντάστερα ξενοδοχεία μόνο για νέες μαμάδες
Evergood: Τι κρύβει η συμφωνία με τον Πρεμ Γουάτσα – Το παρασκήνιο, τα σχέδια και το χρονοδιάγραμμα
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφθείτε το Πρώτο ΘΕΜΑ
Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.