Η επέλαση της αιολικής και της ηλιακής ενέργειας θα έπρεπε θεωρητικά να έχει κάνει αισθητή τη διαφορά στους λογαριασμούς των νοικοκυριών στη Γερμανία. Στην πράξη, όμως, συμβαίνει κάτι διαφορετικό: όσο περισσότερη φθηνή πράσινη ηλεκτρική ενέργεια εισέρχεται στο σύστημα, τόσο η τελική τιμή που βλέπει ο καταναλωτής εξακολουθεί να παραμένει μεταξύ των υψηλότερων στην Ευρώπη.
Στο δεύτερο εξάμηνο του 2025, σύμφωνα με το ZDF, τα γερμανικά νοικοκυριά πλήρωναν κατά μέσο όρο περίπου 39 λεπτά ανά κιλοβατώρα, επίδοση που έφερνε τη χώρα στη δεύτερη θέση μεταξύ των ακριβότερων αγορών ηλεκτρικής ενέργειας στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Υψηλότερα βρισκόταν μόνο η Ιρλανδία, με περίπου 40 λεπτά ανά κιλοβατώρα.
Το παράδοξο γίνεται εντονότερο εξαιτίας της αλλαγής του ενεργειακού μείγματος. Οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας έχουν αποκτήσει πολύ μεγαλύτερο μερίδιο στη γερμανική ηλεκτροπαραγωγή και το κόστος τους είναι σημαντικά χαμηλότερο από εκείνο των συμβατικών μονάδων. Η παραγωγή μιας κιλοβατώρας από αιολική ενέργεια μπορεί να κοστίζει έως και έξι φορές λιγότερο σε σχέση με έναν νέο λιγνιτικό σταθμό, στον οποίο προστίθεται και η επιβάρυνση από τα δικαιώματα εκπομπών CO2.
Κι όμως, η αποκλιμάκωση δεν έχει φτάσει στον τελικό λογαριασμό. Η κυβέρνηση του Φρίντριχ Μερτς δεν έχει μέχρι στιγμής καταφέρει να πετύχει την επιδιωκόμενη ουσιαστική μείωση του κόστους ηλεκτρικής ενέργειας για τα νοικοκυριά.
Πού πηγαίνουν τα 39 λεπτά της κιλοβατώρας
Η εξήγηση βρίσκεται στον τρόπο με τον οποίο σχηματίζεται η τελική τιμή. Ο λογαριασμός του καταναλωτή δεν περιλαμβάνει μόνο το κόστος παραγωγής του ρεύματος, αλλά ένα σύνολο από χρεώσεις δικτύου, φόρους, τέλη, εισφορές, κόστος προμήθειας και διανομής.
Από τα περίπου 39 λεπτά ανά κιλοβατώρα, τα 16 λεπτά αντιστοιχούν στην παραγωγή και την προμήθεια ηλεκτρικής ενέργειας. Η τιμή αυτού του τμήματος επηρεάζεται άμεσα από τις διακυμάνσεις στις χονδρεμπορικές αγορές.
Στο σύστημα της Γερμανίας, όπως και στην ευρωπαϊκή αγορά γενικότερα, προηγούνται στην ηλεκτροπαραγωγή οι φθηνότερες μονάδες. Συνήθως πρόκειται για αιολικά και φωτοβολταϊκά, τα οποία έχουν χαμηλό λειτουργικό κόστος. Ακολουθούν ακριβότερες μονάδες, μεταξύ αυτών εκείνες που χρησιμοποιούν άνθρακα και φυσικό αέριο.
Το κρίσιμο σημείο βρίσκεται στον μηχανισμό διαμόρφωσης της τιμής: η τελική χονδρική τιμή καθορίζεται από την ακριβότερη μονάδα που απαιτείται για να καλυφθεί η ζήτηση. Αυτό σημαίνει ότι ακόμη και όταν μεγάλο μέρος της παραγωγής προέρχεται από φθηνές ΑΠΕ, η παρουσία ακριβότερων θερμικών μονάδων μπορεί να κρατά ψηλά την τιμή της αγοράς.
Τα περιθώρια των εταιρειών προμήθειας, από την άλλη πλευρά, παραμένουν συνήθως σε μονοψήφια ποσοστά, επομένως μόνο ένα μέρος του προβλήματος βρίσκεται στο εμπορικό σκέλος.
Το μεγάλο κόστος των δικτύων
Περίπου το ένα τέταρτο της τελικής τιμής αφορά τα τέλη δικτύου. Και εδώ βρίσκεται μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις της γερμανικής ενεργειακής μετάβασης.
Η παραγωγή αιολικής ενέργειας είναι ιδιαίτερα ισχυρή στον Βορρά, ενώ σημαντικά κέντρα κατανάλωσης βρίσκονται στον Νότο. Για να μεταφερθεί η φθηνή ηλεκτρική ενέργεια εκεί όπου χρειάζεται, απαιτούνται νέες γραμμές και μεγάλες επενδύσεις στα δίκτυα.
Οι υφιστάμενες υποδομές δεν επαρκούν πάντοτε. Σε περιόδους συμφόρησης μπορεί να απαιτείται ακόμη και περιορισμός της λειτουργίας ανεμογεννητριών στον Βορρά, την ώρα που ακριβότερες μονάδες στον Νότο αυξάνουν την παραγωγή τους.
Έτσι δημιουργείται ένα ακόμη γερμανικό παράδοξο: φθηνή πράσινη ενέργεια υπάρχει, αλλά δεν μπορεί πάντοτε να φτάσει αποτελεσματικά εκεί όπου υπάρχει ζήτηση.
Η σχεδιαζόμενη μεταρρύθμιση του πλαισίου για τις ΑΠΕ επιχειρεί να κατευθύνει νέες επενδύσεις σε περιοχές όπου υπάρχει διαθέσιμη χωρητικότητα δικτύου. Υπάρχουν, ωστόσο, ανησυχίες ότι οι αλλαγές θα μπορούσαν τελικά να επιβραδύνουν την ανάπτυξη νέων αιολικών και φωτοβολταϊκών εγκαταστάσεων.
Φόροι και επιβαρύνσεις στον λογαριασμό
Εξίσου βαρύ είναι το δημοσιονομικό σκέλος. Φόροι, εισφορές και λοιπές επιβαρύνσεις αντιστοιχούν σχεδόν στο ένα τρίτο της τιμής των 39 λεπτών.
Η μείωση του φόρου ηλεκτρικής ενέργειας είχε συμπεριληφθεί στις κυβερνητικές δεσμεύσεις, ωστόσο η απαιτούμενη χρηματοδότηση για μια γενικευμένη ελάφρυνση των καταναλωτών δεν εξασφαλίστηκε.
Αυτό σημαίνει ότι ένα σημαντικό μέρος της τελικής τιμής δεν εξαρτάται άμεσα ούτε από το κόστος παραγωγής ούτε από την αύξηση των ΑΠΕ, αλλά από ρυθμιζόμενες και φορολογικές επιβαρύνσεις.
Οι δρόμοι για φθηνότερο ρεύμα
Η αποκλιμάκωση των λογαριασμών απαιτεί, επομένως, περισσότερα από την εγκατάσταση νέων ανεμογεννητριών και φωτοβολταϊκών. Ένα από τα βασικά ζητήματα είναι ο ίδιος ο μηχανισμός τιμολόγησης της ηλεκτρικής ενέργειας, ώστε η χαμηλότερη τιμή των ΑΠΕ να περνά αποτελεσματικότερα στον καταναλωτή.
Καθοριστική θεωρείται επίσης η ανάπτυξη της αποθήκευσης ενέργειας. Περισσότερες μπαταρίες θα επέτρεπαν στο σύστημα να αποθηκεύει την πλεονάζουσα φθηνή παραγωγή από ήλιο και άνεμο και να τη χρησιμοποιεί όταν η παραγωγή των ΑΠΕ μειώνεται, περιορίζοντας την ανάγκη ενεργοποίησης ακριβότερων μονάδων.
Στην ίδια κατεύθυνση μπορεί να λειτουργήσει η μεγαλύτερη εξάπλωση των έξυπνων ψηφιακών μετρητών, οι οποίοι παραμένουν σχετικά περιορισμένοι στα γερμανικά νοικοκυριά. Με δυναμικά τιμολόγια, οι καταναλωτές θα μπορούσαν να μεταφέρουν μέρος της κατανάλωσής τους στις ώρες κατά τις οποίες το ρεύμα είναι φθηνότερο.
Το παράδειγμα από τη Γερμανία δείχνει τελικά ότι η ενεργειακή μετάβαση δεν αποτελεί από μόνη της εγγύηση χαμηλότερων λογαριασμών. Η φθηνή παραγωγή πρέπει να συνοδεύεται από επαρκή δίκτυα, αποθήκευση, διαφορετικό τρόπο διαχείρισης της ζήτησης και μικρότερες επιβαρύνσεις. Διαφορετικά, οι ΑΠΕ μπορούν να γίνονται ολοένα φθηνότερες, χωρίς ο καταναλωτής να βλέπει αντίστοιχη διαφορά στην τσέπη του.
Διαβάστε ακόμη
Επενδυτικό μπαράζ από τους Ελληνες εφοπλιστές
Tα ραντεβού για νέες γνωριμίες έγιναν είδος πολυτελείας
Forbes 50 Over 50: Οι 200 γυναίκες που ξεχωρίζουν σε επιχειρήσεις, επενδύσεις και καινοτομία
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφθείτε το Πρώτο ΘΕΜΑ
