Η κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας επιστρέφει σε ανοδική τροχιά στην Ευρώπη, έπειτα από χρόνια υποχώρησης. Η ανάπτυξη των data centers, η εξάπλωση των ηλεκτρικών οχημάτων και η ενεργειακή μετάβαση δημιουργούν νέες ανάγκες, ασκώντας ολοένα μεγαλύτερες πιέσεις στα ηλεκτρικά δίκτυα. Η ισχύς των ευρωπαϊκών κέντρων δεδομένων αναμένεται να διπλασιαστεί έως το 2032, ξεπερνώντας τα 30 γιγαβάτ.
Έπειτα από χρόνια συνεχούς υποχώρησης, η ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας στην Ευρώπη αρχίζει να ανακάμπτει, με ορισμένες από τις μεγαλύτερες οικονομίες της ηπείρου να καταγράφουν ήδη αυξημένη κατανάλωση. Πρόκειται για μια τάση που αναμένεται να ενισχυθεί τα επόμενα χρόνια, καθώς η σταδιακή απεξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα και η ανάπτυξη νέων ενεργοβόρων δραστηριοτήτων αλλάζουν τον ενεργειακό χάρτη.
Τα προηγούμενα χρόνια, η κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας στην Ευρώπη είχε περιοριστεί εξαιτίας της υποτονικής βιομηχανικής δραστηριότητας, των υψηλών τιμών ενέργειας και της μεγαλύτερης ενεργειακής αποδοτικότητας, στο πλαίσιο των προσπαθειών για μείωση των εκπομπών ρύπων.
Ωστόσο, η εικόνα αρχίζει να αντιστρέφεται. Ηλεκτρικά αυτοκίνητα, συστήματα κλιματισμού και κέντρα δεδομένων (data centers) αυξάνουν σταδιακά τις ανάγκες νοικοκυριών και επιχειρήσεων, σηματοδοτώντας την έναρξη μιας νέας περιόδου ανάπτυξης της ζήτησης ηλεκτρισμού.
Ανοδική στροφή σε Γερμανία, Ιταλία και Ισπανία
Η αλλαγή αποτυπώνεται στα στοιχεία του BloombergNEF. Αφού αφαιρεθεί η επίδραση των καιρικών συνθηκών, που μπορούν να προκαλέσουν μεγάλες διακυμάνσεις στην κατανάλωση, τα δεδομένα δείχνουν ότι η ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας αυξήθηκε τους περισσότερους μήνες του τελευταίου έτους σε μεγάλες ευρωπαϊκές οικονομίες, όπως η Γερμανία, η Ιταλία και η Ισπανία.
Αντίστοιχη τάση καταγράφεται συνολικά στην Ευρωπαϊκή Ένωση, σύμφωνα με στοιχεία του ενεργειακού think tank Ember.
Παρότι η αύξηση υπολείπεται σημαντικά της εκρηκτικής ανόδου που παρατηρείται στις Ηνωμένες Πολιτείες, κυρίως λόγω της ανάπτυξης της τεχνητής νοημοσύνης, οι εξελίξεις στην Ευρώπη υποδηλώνουν μια βαθύτερη, διαρθρωτική μεταβολή στην ενεργειακή κατανάλωση.
Καθώς ολοένα περισσότερες δραστηριότητες εγκαταλείπουν το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο και στρέφονται στον ηλεκτρισμό, η ζήτηση αναμένεται να ενισχυθεί περαιτέρω.
Η εξέλιξη αυτή μπορεί να δώσει νέα ώθηση στις επενδύσεις σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Ταυτόχρονα, όμως, ενδέχεται να επιβαρύνει σημαντικά τα ηλεκτρικά δίκτυα, ιδιαίτερα όταν η παραγωγή από αιολικά και φωτοβολταϊκά είναι περιορισμένη ή όταν οι υποδομές μεταφοράς δεν επαρκούν για να καλύψουν τις ανάγκες.
«Ένα ολοένα μεγαλύτερο μέρος της ενεργειακής κατανάλωσης καλύπτεται μέσω του ηλεκτρισμού. Ακόμη και αν η συνολική ζήτηση ενέργειας μειώνεται, η ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας αυξάνεται», επισημαίνει ο Περ Λεκάντερ, διευθύνων σύμβουλος του hedge fund Clean Energy Transition LLP, με έδρα το Λονδίνο.
«Πρόκειται για μια εξέλιξη που δεν μπορεί να ανακοπεί και θα συνεχιστεί για δεκαετίες», προσθέτει.
Δεκατρείς συνεχόμενοι μήνες αύξησης της κατανάλωσης
Σύμφωνα με τα στοιχεία του BNEF, η ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας στην Ευρωπαϊκή Ένωση είχε μειωθεί κατά περίπου 9% στη διάρκεια της 15ετίας έως το 2023.
Η τάση αυτή φαίνεται πλέον να αντιστρέφεται.
Όπως προκύπτει από τα δεδομένα της Ember, ο Σεπτέμβριος ήταν ο 13ος διαδοχικός μήνας κατά τον οποίο η κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας στην ΕΕ αυξήθηκε σε ετήσια βάση.
Πρόκειται για το μεγαλύτερο αντίστοιχο σερί που έχει καταγραφεί τουλάχιστον από το 2018.
Η αύξηση αποδίδεται σε διαφορετικούς παράγοντες ανά χώρα, από τη μεγαλύτερη χρήση κλιματιστικών μέχρι την ανάπτυξη της ηλεκτροκίνησης και την ανάκαμψη ορισμένων βιομηχανικών δραστηριοτήτων.
Παράλληλα, η ενεργειακή ασφάλεια αποκτά ολοένα μεγαλύτερη σημασία για τις κυβερνήσεις και τις επιχειρήσεις, ενισχύοντας την ανάγκη περιορισμού της εξάρτησης από εισαγόμενα ορυκτά καύσιμα.
Data centers: Διπλασιασμός της ισχύος έως το 2032
Ένας από τους σημαντικότερους παράγοντες που αναμένεται να επηρεάσουν τη μελλοντική ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας είναι η ταχεία επέκταση των data centers.
Η ανάπτυξη των ψηφιακών υπηρεσιών και της τεχνητής νοημοσύνης δημιουργεί αυξανόμενες ανάγκες για υπολογιστική ισχύ, με αποτέλεσμα τα κέντρα δεδομένων να εξελίσσονται σε έναν από τους πλέον δυναμικούς καταναλωτές ηλεκτρικής ενέργειας.
Σύμφωνα με τις προβλέψεις του BloombergNEF, η ηλεκτρική ισχύς των ευρωπαϊκών data centers αναμένεται να διπλασιαστεί έως το 2032, ξεπερνώντας τα 30 γιγαβάτ (GW).
Μέχρι το 2035, εκτιμάται ότι θα φτάσει περίπου τα 39 γιγαβάτ.
Ιδιαίτερα ευνοημένες αναμένεται να είναι χώρες που διαθέτουν πρόσβαση σε σχετικά φθηνή ηλεκτρική ενέργεια χαμηλών εκπομπών άνθρακα, όπως η Φινλανδία και η Ισπανία, όπου προβλέπεται σημαντική ανάπτυξη των συγκεκριμένων εγκαταστάσεων.
«Εμφανίζονται νέες πηγές ζήτησης», αναφέρει ο αναλυτής του BNEF, Άρνου Ταν.
«Δεν πρόκειται για μια θεαματική αύξηση που γίνεται αμέσως αισθητή, ωστόσο η συνολική μας εκτίμηση είναι ότι η ζήτηση θα συνεχίσει να αυξάνεται», σημειώνει.
Τα data centers, η καθαρή ενέργεια, τα ηλεκτρικά δίκτυα και η ενεργειακή ασφάλεια συγκαταλέγονται στα βασικά θέματα της συνόδου BNEF Summit, που πραγματοποιείται τη Δευτέρα και την Τρίτη στο Λονδίνο, με τη συμμετοχή εκατοντάδων στελεχών από τους κλάδους της ενέργειας και της τεχνολογίας.
Η ενεργειακή κρίση και ο κίνδυνος νέας ανόδου των τιμών
Παρά τις ενδείξεις ανάκαμψης, η συνολική κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας στην Ευρώπη παραμένει σημαντικά χαμηλότερη από τα ιστορικά επίπεδα, κυρίως λόγω της εξασθένησης της βιομηχανικής δραστηριότητας σε μεγάλες οικονομίες, όπως η Γερμανία.
Επιπλέον, οι υψηλές τιμές του φυσικού αερίου κατά τη διάρκεια του χειμώνα ενδέχεται να αποτελέσουν τροχοπέδη για την αύξηση της ζήτησης, καθώς επηρεάζουν άμεσα το κόστος ηλεκτροπαραγωγής.
Τα ευρωπαϊκά συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης φυσικού αερίου έχουν αναρριχηθεί στα υψηλότερα επίπεδα από το 2022, καθώς οι εξαγωγές από τον Περσικό Κόλπο εξακολουθούν να διαταράσσονται λόγω του πολέμου με το Ιράν.
Η περιοχή αντιπροσώπευε περίπου το ένα πέμπτο της παγκόσμιας προσφοράς φυσικού αερίου το προηγούμενο έτος.
Την ίδια στιγμή, τα ευρωπαϊκά αποθέματα φυσικού αερίου βρίσκονται σε εποχικά χαμηλά επίπεδα, γεγονός που καθιστά την αγορά ιδιαίτερα ευάλωτη σε νέες ανατιμήσεις όταν αυξηθεί η ζήτηση για θέρμανση.
Η εξέλιξη αυτή δημιουργεί έναν πρόσθετο παράγοντα αβεβαιότητας για την ευρωπαϊκή οικονομία, η οποία καλείται να επιταχύνει την ενεργειακή της μετάβαση σε ένα περιβάλλον αυξημένων γεωπολιτικών κινδύνων.
Το μεγάλο στοίχημα για τα ευρωπαϊκά ηλεκτρικά δίκτυα
Η επιστροφή της ζήτησης σε ανοδική τροχιά θα μπορούσε να αποτελέσει ισχυρό κίνητρο για νέες επενδύσεις σε αιολικά και φωτοβολταϊκά πάρκα, που θα είναι απαραίτητα για την κάλυψη των αυξανόμενων ενεργειακών αναγκών.
Ωστόσο, η ανάπτυξη της παραγωγής δεν αρκεί από μόνη της.
Η Ευρώπη χρειάζεται επειγόντως να επεκτείνει και να εκσυγχρονίσει τα δίκτυα μεταφοράς και διανομής ηλεκτρικής ενέργειας, τα οποία ήδη δυσκολεύονται να ακολουθήσουν τον ρυθμό ανάπτυξης των ανανεώσιμων πηγών.
Μια νέα, ισχυρή αύξηση της κατανάλωσης θα μπορούσε να επιτείνει αυτές τις πιέσεις, καθιστώντας τις επενδύσεις σε υποδομές καθοριστικό παράγοντα για την επιτυχία της ενεργειακής μετάβασης.
Σύμφωνα με τον Κίνγκσμιλ Μποντ, αναλυτή ενεργειακής στρατηγικής της Ember, οι βασικοί παράγοντες που ενισχύουν σήμερα τη ζήτηση διαφέρουν από χώρα σε χώρα, ανάλογα με το επίπεδο οικονομικής και βιομηχανικής ανάπτυξης.
Σε ορισμένες αγορές κυριαρχεί η αυξημένη χρήση κλιματιστικών, σε άλλες η ανάπτυξη της βιομηχανίας και αλλού η ταχύτερη διείσδυση των ηλεκτρικών οχημάτων.
Παράλληλα, ο πόλεμος με το Ιράν αναγκάζει κυβερνήσεις και επιχειρήσεις να επανεξετάσουν πόσο ασφαλής και αξιόπιστη είναι η μακροχρόνια εξάρτηση από τις εισαγωγές ενέργειας.
Αυτή η αβεβαιότητα λειτουργεί ως πρόσθετος καταλύτης για την επιτάχυνση του εξηλεκτρισμού.
«Το μεγαλύτερο μέρος του κόσμου δεν διαθέτει σημαντικά αποθέματα πετρελαίου και φυσικού αερίου», υπογραμμίζει ο Μποντ.
«Οι άνθρωποι ανησυχούν ολοένα περισσότερο για την αστάθεια», καταλήγει.
