Καθώς ολοένα και περισσότερες περιοχές του βόρειου ημισφαιρίου βιώνουν παρατεταμένους καύσωνες και θερμοκρασίες που καταρρίπτουν ιστορικά ρεκόρ, εντείνεται η συζήτηση γύρω από τον ρόλο της βιομηχανίας ορυκτών καυσίμων στην επιτάχυνση της κλιματικής κρίσης. Το βασικό ερώτημα που επανέρχεται είναι γιατί, σε μια περίοδο όπου οι συνέπειες της υπερθέρμανσης του πλανήτη γίνονται ολοένα πιο εμφανείς, οι μεγάλοι ενεργειακοί όμιλοι συνεχίζουν να αυξάνουν την παραγωγή πετρελαίου και φυσικού αερίου αντί να περιορίζουν τις εξορύξεις και να επιταχύνουν τη μετάβαση σε καθαρότερες μορφές ενέργειας.
Η επιστημονική κοινότητα συγκλίνει στην εκτίμηση ότι η καύση πετρελαίου, φυσικού αερίου και άνθρακα αποτελεί τον σημαντικότερο παράγοντα ενίσχυσης της κλιματικής αλλαγής. Όσο αυξάνεται η χρήση ορυκτών καυσίμων, τόσο ενισχύεται η συγκέντρωση αερίων του θερμοκηπίου στην ατμόσφαιρα, οδηγώντας σε υψηλότερες θερμοκρασίες, συχνότερα ακραία καιρικά φαινόμενα και μεγαλύτερη πίεση στα φυσικά οικοσυστήματα.
Παρά τις προειδοποιήσεις αυτές, η ενεργειακή κρίση και οι γεωπολιτικές εντάσεις των τελευταίων ετών εκτόξευσαν τις τιμές του πετρελαίου, αυξάνοντας σημαντικά την κερδοφορία των μεγάλων πετρελαϊκών ομίλων. Τα αυξημένα έσοδα αξιοποιούνται πλέον για την επέκταση νέων εξορυκτικών δραστηριοτήτων, δημιουργώντας μια νέα δυναμική που απομακρύνει την παγκόσμια οικονομία από τους στόχους της ενεργειακής μετάβασης.
Νέα ώθηση στις εξορύξεις
Τα τελευταία στοιχεία δείχνουν ότι οι μεγαλύτερες εισηγμένες πετρελαϊκές επιχειρήσεις σχεδιάζουν σημαντική αύξηση της παραγωγής τους έως το τέλος της δεκαετίας. Οι στρατηγικές αυτές δεν περιορίζονται σε μεμονωμένες επενδύσεις, αλλά συνθέτουν μια συνολική στροφή προς μεγαλύτερη εκμετάλλευση κοιτασμάτων πετρελαίου και φυσικού αερίου.
Εταιρείες όπως η Shell, η ExxonMobil, η Chevron και άλλοι μεγάλοι ενεργειακοί όμιλοι εκτιμάται ότι θα αυξήσουν την παραγωγή τους κατά περίπου 14% μεταξύ 2024 και 2030. Η τάση αυτή βρίσκεται σε ευθεία αντίθεση με τις διεθνείς δεσμεύσεις για περιορισμό των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου και δημιουργεί νέους προβληματισμούς για την πορεία της παγκόσμιας κλιματικής πολιτικής.
Οι αναλύσεις δείχνουν ότι, προκειμένου να διατηρηθεί η άνοδος της μέσης θερμοκρασίας του πλανήτη εντός των ορίων που προβλέπει η Συμφωνία του Παρισιού, η παραγωγή πετρελαίου θα έπρεπε να ακολουθήσει πτωτική πορεία μέσα στην τρέχουσα δεκαετία και όχι να συνεχίσει να αυξάνεται.
Ακόμη και τα πιο απαισιόδοξα ενεργειακά σενάρια θεωρούν μικρότερη την αναμενόμενη άνοδο της παραγωγής από εκείνη που σχεδιάζουν σήμερα αρκετοί ενεργειακοί όμιλοι, γεγονός που ενισχύει τους φόβους για περαιτέρω επιδείνωση της υπερθέρμανσης του πλανήτη κατά τις επόμενες δεκαετίες.
Από τις πράσινες δεσμεύσεις στη στροφή προς το πετρέλαιο
Η εικόνα διαφέρει αισθητά από εκείνη που επικρατούσε πριν από περίπου έξι χρόνια. Τότε πολλές κυβερνήσεις, χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί και μεγάλες επιχειρήσεις είχαν υιοθετήσει ιδιαίτερα φιλόδοξους στόχους για μηδενικές καθαρές εκπομπές άνθρακα, ενώ αρκετές ευρωπαϊκές πετρελαϊκές ανακοίνωναν σχέδια περιορισμού της παραγωγής και ενίσχυσης των επενδύσεων στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτέλεσε η BP, η οποία είχε παρουσιάσει πρόγραμμα σημαντικής μείωσης της παραγωγής πετρελαίου και φυσικού αερίου, συνοδευόμενο από μεγάλη αύξηση των επενδύσεων σε έργα πράσινης ενέργειας. Στην πορεία όμως, η στρατηγική αυτή άλλαξε. Οι προσδοκίες ότι τεχνολογίες όπως η δέσμευση και αποθήκευση διοξειδίου του άνθρακα θα επέτρεπαν τη συνέχιση της παραγωγής χωρίς σοβαρές περιβαλλοντικές επιπτώσεις δεν επιβεβαιώθηκαν στον βαθμό που αναμενόταν. Παράλληλα, η ενεργειακή κρίση και η εκτίναξη των τιμών των υδρογονανθράκων κατέστησαν εκ νέου ιδιαίτερα ελκυστικές τις επενδύσεις στα ορυκτά καύσιμα.
Ρεκόρ κερδών και νέοι στόχοι παραγωγής
Οι μεγαλύτεροι ευρωπαϊκοί ενεργειακοί όμιλοι κατέγραψαν εντυπωσιακή αύξηση κερδών τα τελευταία χρόνια, γεγονός που συνοδεύτηκε από αναθεώρηση των επενδυτικών τους σχεδίων. Σε αρκετές περιπτώσεις περιορίστηκαν οι δαπάνες για ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, ενώ αυξήθηκαν τα κονδύλια για νέες γεωτρήσεις και εξορύξεις.
Ανάλογη στρατηγική ακολουθούν και κρατικές πετρελαϊκές επιχειρήσεις. Η Equinor έχει αυξήσει τους στόχους παραγωγής της έως το 2030, ενώ η Petrobras προγραμματίζει ακόμη μεγαλύτερη επέκταση των εξορύξεων. Η εικόνα που διαμορφώνεται διεθνώς δείχνει ότι ολοένα περισσότερες χώρες και επιχειρήσεις επιδιώκουν να αξιοποιήσουν στο μέγιστο τα διαθέσιμα αποθέματα υδρογονανθράκων πριν η ενεργειακή μετάβαση περιορίσει τη ζήτησή τους.
Στις Ηνωμένες Πολιτείες, που παραμένουν η μεγαλύτερη παραγωγός χώρα πετρελαίου και φυσικού αερίου παγκοσμίως, πολλές εταιρείες δεν υιοθέτησαν εξαρχής φιλόδοξους στόχους περιορισμού των εκπομπών, διατηρώντας σταθερή προτεραιότητα στην αύξηση της παραγωγής.
Η συνολική εικόνα αποτυπώνει μια σαφή μετατόπιση των προτεραιοτήτων της παγκόσμιας πετρελαϊκής βιομηχανίας. Παρά τις προειδοποιήσεις των επιστημόνων και τις διεθνείς δεσμεύσεις για το κλίμα, οι υψηλές αποδόσεις των εξορύξεων εξακολουθούν να υπερισχύουν των περιβαλλοντικών ανησυχιών, εντείνοντας τον προβληματισμό για το κατά πόσο η διεθνής κοινότητα μπορεί να επιτύχει τους στόχους περιορισμού της κλιματικής αλλαγής τις επόμενες δεκαετίες.
Διαβάστε ακόμη
Από τους 13 τόνους κοκαΐνης στη Wall Street – Δίκτυο με bitcoin και επαύλεις στο Ντουμπάι (pics+vid)
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφτείτε το Πρώτο Θέμα
Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.