Ο Ντόναλντ Τραμπ δείχνει την Ουκρανία ως βασικό υπεύθυνο για την εκρηκτική άνοδο των τιμών του ντίζελ, κατηγορώντας τον Βολοντίμιρ Ζελένσκι ότι με τις επιθέσεις στα ρωσικά διυλιστήρια επιβαρύνει την παγκόσμια ενεργειακή αγορά. Ωστόσο, η πραγματική εικόνα είναι περισσότερο σύνθετη: οι απώλειες από τη Ρωσία είναι τεράστιες, αλλά η διαταραχή στις εξαγωγές από τον Περσικό Κόλπο αποδεικνύεται ακόμη μεγαλύτερη.
Η σύγκρουση με το Ιράν και ο συνεχιζόμενος πόλεμος στην Ουκρανία έχουν δημιουργήσει ένα διπλό σοκ στην προσφορά διυλισμένων καυσίμων. Το αποτέλεσμα αποτυπώνεται ήδη στις αντλίες, με το ντίζελ να πλησιάζει ιστορικά υψηλές τιμές σε μεγάλες οικονομίες και τις επιχειρήσεις να προετοιμάζονται για νέα αύξηση του μεταφορικού κόστους.
Η πίεση δεν αφορά μόνο τους οδηγούς πετρελαιοκίνητων οχημάτων. Το ντίζελ βρίσκεται στον πυρήνα της παγκόσμιας εφοδιαστικής αλυσίδας, καθώς χρησιμοποιείται από φορτηγά, επαγγελματικούς στόλους, βιομηχανικές δραστηριότητες και μέρος της ναυτιλίας. Κάθε σημαντική ανατίμησή του δημιουργεί προϋποθέσεις για νέες πληθωριστικές πιέσεις, οι οποίες μεταφέρονται σταδιακά από τις μεταφορές στα ράφια των καταστημάτων.
Η παρέμβαση Τραμπ και η κατάρρευση των ρωσικών εξαγωγών
Ο Αμερικανός Πρόεδρος έχει ασκήσει έντονη κριτική στις ουκρανικές επιχειρήσεις εναντίον των ρωσικών ενεργειακών εγκαταστάσεων, καλώντας το Κίεβο να σταματήσει τα πλήγματα. Παράλληλα, έχει αφήσει αιχμές για την ανάγκη πολιτικών αλλαγών στην Ουκρανία, συνδέοντας την προοπτική μιας συμφωνίας με την ανάδειξη διαφορετικής ηγεσίας.
Η ανησυχία για τις επιπτώσεις των ουκρανικών επιθέσεων δεν στερείται οικονομικής βάσης. Η Ρωσία, ένας από τους σημαντικότερους προμηθευτές ντίζελ διεθνώς, έχει καταγράψει δραματική συρρίκνωση των εξαγωγών της.
Από περίπου 810.000 βαρέλια ημερησίως το 2025, οι ρωσικές αποστολές περιορίστηκαν τον Σεπτέμβριο του 2026 σε μόλις 140.000 βαρέλια. Πρόκειται για απώλεια 670.000 βαρελιών την ημέρα, που αντιστοιχεί σε πτώση σχεδόν 83%.
Οι επαναλαμβανόμενες επιθέσεις με μη επανδρωμένα αεροσκάφη έχουν πλήξει κρίσιμες μονάδες διύλισης, περιορίζοντας τη δυνατότητα παραγωγής και εξαγωγής πετρελαϊκών προϊόντων. Η ουκρανική στρατηγική επιδιώκει να αποδυναμώσει τις ενεργειακές υποδομές που στηρίζουν τη ρωσική οικονομία, αλλά οι συνέπειες ξεπερνούν τα σύνορα των δύο εμπόλεμων χωρών.
Όπως επισημαίνει ο Τζόναθαν Λίντερ Μέιναρντ του King’s College London, αρκετοί αναλυτές θεωρούν ότι τα ουκρανικά πλήγματα έχουν συμβάλει περισσότερο στη μείωση των ρωσικών εξαγωγών προϊόντων πετρελαίου από ό,τι οι διεθνείς κυρώσεις.
Ορμούζ: Το μεγαλύτερο πλήγμα στην προσφορά ντίζελ
Παρά τη μεγάλη απώλεια ρωσικών ποσοτήτων, η σημαντικότερη διαταραχή καταγράφεται στη Μέση Ανατολή. Η σύγκρουση με το Ιράν έχει επηρεάσει τη ναυσιπλοΐα στα Στενά του Ορμούζ, δημιουργώντας σοβαρά εμπόδια στη μεταφορά διυλισμένων καυσίμων από τις χώρες του Περσικού Κόλπου.
Η Σαουδική Αραβία, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, το Κουβέιτ, το Μπαχρέιν και το Ομάν εξήγαν συνολικά περίπου 1,4 εκατ. βαρέλια ντίζελ ημερησίως το 2025. Τον Σεπτέμβριο του 2026, οι αντίστοιχες ποσότητες είχαν περιοριστεί κοντά στα 670.000 βαρέλια.
Η μείωση υπερβαίνει τα 700.000 βαρέλια ημερησίως, ενώ η ευρύτερη αποτίμηση των απωλειών από την περιοχή προσεγγίζει τα 810.000 βαρέλια. Το μέγεθος αυτό ξεπερνά την αντίστοιχη συρρίκνωση των ρωσικών εξαγωγών.
Ιδιαίτερη σημασία έχει ότι η μερική ανάκαμψη των μεταφορών αργού πετρελαίου μέσω του Ορμούζ δεν συνοδεύτηκε από ανάλογη αποκατάσταση των εξαγωγών ντίζελ. Παρά τη βελτίωση των θαλάσσιων ροών τον Σεπτέμβριο, με τη συμβολή της αμερικανικής ναυτικής παρουσίας, οι ποσότητες διυλισμένων προϊόντων παρέμειναν αισθητά μειωμένες.
Αυτό σημαίνει ότι η αποκατάσταση της προσφοράς αργού δεν αρκεί για να υποχωρήσουν αυτόματα οι τιμές των καυσίμων. Η λειτουργία των διυλιστηρίων, η διαθεσιμότητα δεξαμενόπλοιων και οι εμπορικές διαδρομές αποτελούν ξεχωριστούς παράγοντες που καθορίζουν την τελική προσφορά.
Από τα πρατήρια στον πληθωρισμό
Το εύρος της κρίσης αποτυπώνεται στις συνολικές διεθνείς ροές. Οι παγκόσμιες εξαγωγές ντίζελ, που το 2025 διαμορφώνονταν κοντά στα 6,8 εκατ. βαρέλια ημερησίως, υποχώρησαν τον Σεπτέμβριο του 2026 στα 5,8 εκατ. βαρέλια.
Η απώλεια ενός εκατομμυρίου βαρελιών την ημέρα αντιστοιχεί σε συρρίκνωση περίπου 15% της διεθνούς εξαγωγικής προσφοράς. Πρόκειται για ιδιαίτερα σημαντική μεταβολή, καθώς το διασυνοριακό εμπόριο καλύπτει περίπου το ένα τέταρτο της παγκόσμιας κατανάλωσης ντίζελ.
Στις Ηνωμένες Πολιτείες, η μέση λιανική τιμή έφτασε στις 5 Οκτωβρίου τα 6,20 δολάρια ανά γαλόνι, από περίπου 3,50 δολάρια πριν από την έναρξη του πολέμου με το Ιράν. Η αύξηση πλησιάζει το 77%.
Αντίστοιχα, στη Βρετανία, οι τιμές προσέγγισαν τις 199 πένες ανά λίτρο, επίπεδα κοντά σε ιστορικά υψηλά.
Το πρόβλημα για την παγκόσμια οικονομία είναι ότι το ακριβότερο ντίζελ λειτουργεί ως πολλαπλασιαστής κόστους. Οι μεταφορικές επιχειρήσεις επιβαρύνονται, οι προμηθευτές αναπροσαρμόζουν τις χρεώσεις τους και οι παραγωγοί αντιμετωπίζουν αυξημένες δαπάνες διανομής.
Για την Ευρώπη, που εξαρτάται από εισαγωγές ενεργειακών προϊόντων, η εξέλιξη αυτή ενισχύει τον κίνδυνο επίμονου πληθωρισμού και ασθενέστερης ανάπτυξης.
Η βασική αβεβαιότητα αφορά πλέον στη διάρκεια των διαταραχών. Όσο παραμένουν περιορισμένες οι εξαγωγές από τη Ρωσία και τον Περσικό Κόλπο, η διεθνής αγορά θα δυσκολεύεται να αναπληρώσει τις χαμένες ποσότητες. Και όσο το ντίζελ παραμένει ακριβό, η ενεργειακή κρίση θα συνεχίσει να μεταφέρεται στο κόστος ζωής, ακόμη και αν οι τιμές του αργού πετρελαίου εμφανίσουν σημάδια αποκλιμάκωσης.
Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.