Σημαντική αλλαγή για τις εταιρείες ρούχων και κυρίως τους κορυφαίους οίκους ειδών πολυτελείας συνιστά η ενεργοποίηση του νέου καθεστώτος που αποφάσισε η ΕΕ με το οποίο απαγορεύεται η καταστροφή των απούλητων ρούχων και παπουτσιών, στο πλαίσιο των νέων μέτρων των Βρυξελλών για τη μείωση των αποβλήτων, την προστασία του περιβάλλοντος αλλά και την προώθηση της κυκλικής οικονομίας.
Κάθε χρόνο, εκατοντάδες χιλιάδες τόνοι ενδυμάτων και υποδημάτων καταστρέφονται στα 27 κράτη-μέλη εξαιτίας ελαττωμάτων, αδιάθετων αποθεμάτων ή επιστροφών από ηλεκτρονικές αγορές. Επίσης είναι ένα μέτρο που για τους μεγάλους οίκους πολυτελείας, όπως η LVMH, η Prada και η Inditex, σημαίνει ότι τα αποθέματα παραμένουν περιορισμένα και άρα οι τιμές σε υψηλά επίπεδα.
Πλέον, η απαγόρευση που τέθηκε σε εφαρμογή από χθες Κυριακή 19/7 οδηγεί σε νέα δεδομένα.
Το νέο μέτρο αφορά κυρίως μεγάλες αλυσίδες λιανικής, χονδρεμπόρους και κατασκευαστές ειδών ένδυσης, τη στιγμή που μόλις το 20% των προϊόντων αυτών παράγεται εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Τι προβλέπει η νέα νομοθεσία
Σύμφωνα με τον Κανονισμό για τον Οικολογικό Σχεδιασμό Βιώσιμων Προϊόντων (Ecodesign for Sustainable Products Regulation – ESPR), οι μεγάλες επιχειρήσεις με περισσότερους από 250 εργαζομένους και ετήσιο καθαρό κύκλο εργασιών άνω των 50 εκατ. ευρώ απαγορεύεται πλέον να καταστρέφουν απούλητα αποθέματα ρούχων, αξεσουάρ και υποδημάτων.
Οι επιχειρήσεις υποχρεώνονται να αναζητούν εναλλακτικές λύσεις διάθεσης των προϊόντων, όπως πωλήσεις με εκπτώσεις, διοχέτευσή τους σε άλλες αγορές ή δωρεές σε φιλανθρωπικούς οργανισμούς.
Η καταστροφή απούλητων προϊόντων θα επιτρέπεται μόνο σε ειδικές περιπτώσεις, όπως όταν τα είδη είναι επικίνδυνα, κατεστραμμένα, παραποιημένα ή όταν έχουν απορριφθεί από φιλανθρωπικούς φορείς.
Παράλληλα, οι εταιρείες θα πρέπει να δημοσιεύουν ετήσια στοιχεία για τα προϊόντα που απορρίπτουν και να διατηρούν σχετικό αρχείο για τουλάχιστον πέντε χρόνια.
Ο κανονισμός, ο οποίος είχε εγκριθεί από την Ευρωπαϊκή Ένωση πριν από περισσότερο από δύο χρόνια, θα επεκταθεί και στις μεσαίες επιχειρήσεις από το 2030.
Το πρόβλημα της «γρήγορης μόδας»
Οι ανησυχίες γύρω από τη λεγόμενη fast fashion, δηλαδή τα μαζικά παραγόμενα ρούχα χαμηλού κόστους και ποιότητας, έχουν ενταθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια.
Σύμφωνα με τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Περιβάλλοντος (European Environment Agency – EEA), κάθε χρόνο καταστρέφεται περίπου το 4% έως 9% των απούλητων κλωστοϋφαντουργικών προϊόντων, ποσοστό που μεταφράζεται σε 264.000 έως 594.000 τόνους υφασμάτων. Μεγάλο μέρος από τα ρούχα καταστρέφεται πριν χρησιμοποιηθεί, πριν καν πλησιάσει στα δίκτυα διανομής.
Το πρόβλημα επιδεινώνεται από τη ραγδαία ανάπτυξη του ηλεκτρονικού εμπορίου και τις επιστροφές προϊόντων. Στην Ευρωπαϊκή Ένωση, μία στις πέντε παραγγελίες ειδών μόδας που πραγματοποιούνται μέσω διαδικτύου επιστρέφεται στον έμπορο, χωρίς τελικά να μεταπωλείται.
Συνολικά, αυτό μεταφράζεται σε εκατοντάδες χιλιάδες τόνους ρούχων, αξεσουάρ και υποδημάτων που παραμένουν αδιάθετα.
Η νέα απαγόρευση αποσκοπεί στη μείωση του περιβαλλοντικού αποτυπώματος της βιομηχανίας, καθώς η αποτέφρωση εκατομμυρίων ενδυμάτων δυσχεραίνει τις προσπάθειες περιορισμού των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου.
Παράλληλα, τα κράτη-μέλη καλούνται να αντιμετωπίσουν συνολικά τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις του κλάδου της ένδυσης, από την κατανάλωση πρώτων υλών, νερού και ενέργειας έως τις μεταφορές, ενθαρρύνοντας παράλληλα την ανακύκλωση και την επαναχρησιμοποίηση προϊόντων.
Σε πρόσφατη ανάρτησή του στο LinkedIn, ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Περιβάλλοντος υπογράμμισε ότι η ΕΕ επιδιώκει να καταστήσει τη βιομηχανία κλωστοϋφαντουργίας πιο βιώσιμη. «Η κυκλική οικονομία, όπου τα προϊόντα σχεδιάζονται ώστε να έχουν μεγαλύτερη διάρκεια ζωής και να επαναχρησιμοποιούνται, να επισκευάζονται και να ανακυκλώνονται, δεν αποτελεί πλέον απλώς ένα όραμα, αλλά ενσωματώνεται πλέον στη νομοθεσία μέσω των νέων αυτών μέτρων», ανέφερε ο οργανισμός.
Έντονες διαμαρτυρίες από τους οίκους πολυτελείας
Το μπλόκο πλήττει ιδιαίτερα τους οίκους πολυτελείας, διότι τους στερεί ένα από τα εργαλεία που έχουν στα χέρια τους ώστε να διασφαλίσουν ότι η διαθεσιμότητα των προϊόντων τους παραμένει χαμηλή, τονώνοντας το αγοραστικό ενδιαφέρον από τους πλούσιους και άρα κρατώντας τις τιμές ψηλά.
Έτσι, τα επώνυμα brands θα κληθούν τώρα να επιλέξουν είτε να παράγουν λιγότερα προϊόντα εξαρχής είτε να κρατούν αναγκαστικά μεγαλύτερα αποθέματα, ανεβάζοντας το λειτουργικό τους κόστος.
Η βιομηχανία της μόδας έχει επανειλημμένα υποστηρίξει ότι η καταστροφή απούλητων προϊόντων είναι συχνά οικονομικά φθηνότερη από την αποθήκευση, την επισκευή ή τη διάθεσή τους με μεγάλες εκπτώσεις.
Αν και δεν υπάρχουν επίσημα στοιχεία για το ποσοστό των αδιάθετων ρούχων που καταστρέφεται από τους οίκους πολυτελείας, σε σχέση με τις πιο λαϊκές φίρμες, εκτιμάται ότι στα επώνυμα ακριβά brands αναλογεί η μερίδα του λέοντος.
Πάντως, υπάρχουν ερωτηματικά για το κατά πόσο οι όμιλοι πολυτελείας καταφέρουν να παρακάμψουν το μπλόκο με τα αδιάθετα ρούχα στις διεθνείς αγορές, κυρίως στην Ασία.
Διαβάστε ακόμη
72 δόσεις: Ο επίσημος οδηγός της ΑΑΔΕ με τα «ψιλά γράμματα» της ρύθμισης
Η Citi αλλάζει το αφήγημα για τις «Magnificent Seven» – Αυτές είναι οι νέες επενδυτικές ευκαιρίες
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφτείτε το Πρώτο Θέμα
Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.