© Απαγορεύεται από το δίκαιο της Πνευμ. Ιδιοκτησίας η καθ΄οιονδήποτε τρόπο παράνομη χρήση/ιδιοποίηση του παρόντος, με βαρύτατες αστικές και ποινικές κυρώσεις για τον παραβάτη
Τι κρύβουν οι αριθμοί και τα διμερή επιχειρηματικά deals την ώρα που η ένταση στο Αιγαίο ανεβαίνει και βρίσκεται σε εξέλιξη το διπλωματικό πόκερ για την τύχη των δύο συλληφθέντων Ελλήνων στρατιωτικών
Του Δημήτρη Μαρκόπουλου
Κάθε άλλο παρά εύκολη μπορεί να χαρακτηριστεί η παρτίδα διπλωματικού πόκερ που παίζεται τις τελευταίες εβδομάδες μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας αναφορικά με την τύχη των δύο συλληφθέντων στρατιωτικών μας στον Εβρο, αλλά και τις διαρκείς προκλήσεις στο Αιγαίο και την κυπριακή ΑΟΖ. Και αυτό διότι, εκτός του πολιτικού και στρατιωτικού, παρεμβαίνει κι ένας ακόμα παράγοντας: ο οικονομικός.
Με τις διμερείς εμπορικές σχέσεις να έχουν γνωρίσει τα τελευταία χρόνια αλματώδη πρόοδο χάρη στο άνοιγμα που συντελέστηκε κυρίως στα μέσα του 2000, αλλά και με τις συμφωνίες της κυβέρνησης Σαμαρά το 2013, κάθε πιθανή ένταση ή οποιαδήποτε αρνητική έκβαση σε στρατιωτικό και διπλωματικό επίπεδο θα έχει οπωσδήποτε αντανάκλαση στη δική μας ασθενική οικονομία, αλλά και στην τουρκική. Πολύ περισσότερο όταν η χώρα μας σε ετήσια βάση υποδέχεται εκατοντάδες χιλιάδες Τούρκους τουρίστες, αλλά και επειδή η Ελλάδα αποτελεί τον 9ο σημαντικότερο επενδυτή στη γειτονική χώρα. Κάπως έτσι, μια σχέση win-win θα εξελιχθεί σε lose-lose.
Λίγοι γνωρίζουν, για παράδειγμα, ότι η Τουρκία αυτή τη στιγμή αποτελεί τον κορυφαίο επενδυτικό προορισμό για τις ελληνικές επιχειρήσεις. Αλλάζοντας το δόγμα προώθησής τους στα Βαλκάνια λόγω σειράς γραφειοκρατικών προβλημάτων και αναζητώντας μια μεγαλύτερη πληθυσμιακά οικονομία για να τοποθετηθούν, πολλές ελληνικές βιομηχανίες και επιχειρήσεις στράφηκαν ανατολικά. Δεν είναι τυχαίο ότι οι επενδύσεις από την πατρίδα μας στην Τουρκία ξεπερνούν τα 6 δισ. ευρώ, με το εμπορικό ισοζύγιο Ελλάδας – Τουρκίας να είναι πλεονασματικό υπέρ της χώρας μας, πράγμα σπάνιο. Οι εξαγωγές από την Ελλάδα προς την Τουρκία κινούνται ετησίως κοντά στο 1,5 δισ. ευρώ, με την αντίστροφη τάση να είναι περίπου στο 1 δισ. ευρώ. Κι αυτά ενώ σε ετήσια βάση οι εξαγωγές μας προς τη συγκεκριμένη χώρα αυξάνονται με ρυθμό κοντά στο 50%, ενώ οι εισαγωγές από τη γείτονα σημειώνουν άνοδο μόλις κατά 2%-4%.
Η νέα συνθήκη βέβαια δεν ευχαριστεί την Τουρκία. Για τον λόγο αυτό προ μηνών το Τουρκικό Συμβούλιο Διεθνών Οικονομικών Σχέσεων δημιούργησε ξαφνικά το ελληνικό παράρτημά του, το οποίο ανέλαβε ο Λεβέντ Σαντίκ Αχμέτ, ο γνωστός μειονοτικός επιχειρηματίας που κινείται με τις πλάτες του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν. Προσπάθεια του συμβουλίου δεν είναι τόσο η ανάπτυξη των διμερών εμπορικών σχέσεων όσο η προώθηση με τρόπο δυναμικό των τουρκικών συμφερόντων, οι εξαγορές προβληματικών επιχειρήσεων στην πατρίδα μας και η περαιτέρω οικονομική διείσδυση μετά τις τοποθετήσεις της Ziraat Bank, της Cartopack, των ομίλων Dogus και Koc σε μαρίνες της χώρας μας ή και άλλων σχημάτων.
Πρέπει να τονίσουμε ότι το Συμβούλιο Εξωτερικών Οικονομικών Σχέσεων της Τουρκίας (DEIK) ιδρύθηκε το 1986 με αρμοδιότητες την οργάνωση και τη διαχείριση των εξωτερικών οικονομικών σχέσεων του τουρκικού ιδιωτικού τομέα, ιδίως σε ό,τι αφορά το εξωτερικό εμπόριο, τις διεθνείς επενδύσεις, τις συμβάσεις και την υλικοτεχνική υποστήριξη και με στόχο να αναλύσει τις επενδυτικές ευκαιρίες στο εσωτερικό και στο εξωτερικό, να συμβάλει στην τόνωση των εξαγωγών της Τουρκίας κ.ά. Βέβαια, μετά τη σύλληψη των δύο Ελλήνων στρατιωτικών αναγκάστηκε να αναβάλει εκδηλώσεις που είχε ανακοινώσει για τις 12 Μαρτίου εξαιτίας της άρνησης κάποιων Ελλήνων επιχειρηματιών να παραβρεθούν.
Πέραν των παραπάνω, πάντως, οι σχέσεις των δύο κρατών εξακολουθούν να είναι στενές, με αποτέλεσμα αρκετοί να θεωρούν πως πιθανά ακραία σενάρια θα αποτραπούν στον βωμό του κοινού οικονομικού συμφέροντος. Μια ματιά να ρίξει κανείς, κατανοεί πως ο βαθμός εξάρτησης της χώρας μας από τις εξαγωγές προς τη γειτονική χώρα οδηγεί σε ήπιες αντιδράσεις από την πλευρά της ελληνικής κυβέρνησης.
Και αν η ισχύς των όπλων είναι αυτή που αρχικά οδηγεί σε τέτοιες στρατηγικές την κυβέρνηση, η λογική της οικονομίας ίσως να είναι ακόμα σπουδαιότερη. Για παράδειγμα, οι εξαγωγές μας σε καύσιμα στην Τουρκία αποτελούν το 57,5% του συνόλου των ελληνικών εξαγωγών, ενώ σημαντικές είναι και οι εξαγωγές βαμβακιού (7,7% του συνόλου), πλαστικών (7,1%), μηχανολογικού εξοπλισμού, αλουμινίου, χαλκού και δημητριακών. Το εξαγόμενο βαμβάκι αποτελεί πρώτη ύλη για την τουρκική βιομηχανία, ενώ οι εξαγωγές δημητριακών αφορούν κυρίως ρύζι (87%) και σιτάρι (13%). Μεγάλες ελληνικές βιομηχανίες, όπως η Alumil, ο όμιλος Στασινόπουλου (ΧΑΛΚΟΡ, ΣΙΔΕΝΟΡ κ.λπ.), συνεταιρισμοί καλλιεργητών βάμβακος σε Εβρο, αλλά και μεγάλοι παίκτες της ένδυσης έχουν βασίσει μεγάλο μέρος της παρουσίας τους στην Τουρκία. Παράλληλα, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι τα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου ολοένα περισσότερο αυξάνουν το τουριστικό προς αυτά ρεύμα από την Τουρκία. Το 2017, σύμφωνα με παράγοντες της τουριστικής αγοράς, ήταν έτος-ρεκόρ για τις αφίξεις Τούρκων επισκεπτών, με τον αριθμό τους να ξεπερνά το 1,5 εκατομμύριο. Δηλαδή περίπου 1 στους 12 επισκέπτες της Ελλάδας είναι Τούρκος. Και μάλιστα πρόκειται για πολύ καλούς πελάτες: ξοδεύουν πέρα από τον μέσο ευρωπαϊκό όρο (90,8 ευρώ ανά διανυκτέρευση), ξεπερνώντας Αμερικανούς (90 ευρώ), Αυστραλούς (86 ευρώ), Γερμανούς και Γάλλους. Θα πρέπει να σημειώσουμε ότι χάρη στις πολιτικές της κυβέρνησης Ν.Δ.- ΠΑΣΟΚ το 2013 η πορεία μείωσης των ελληνικών εξαγωγών προς την Τουρκία αναστράφηκε. Κάπως έτσι, παρά τα προβλήματα του 2015, ήδη η πορεία που ακολουθήθηκε ήταν αυξητική.
Οι ελληνικές επιχειρήσεις πάντως πέρασαν δύσκολες μέρες με τη ραγδαία πτώση της τουρκικής λίρας το 2017. Τότε το τουρκικό νόμισμα υποχώρησε κατά 17% έναντι του δολαρίου, καταγράφοντας τη δεύτερη χειρότερη επίδοση μεταξύ των νομισμάτων των αναδυόμενων αγορών. Μεγάλος ήταν ο προβληματισμός για τον όμιλο Τιτάν, ο οποίος λειτουργεί εργοστάσιο παραγωγής τσιμέντου στην περιοχή Τοκάτ, κοντά στη Μαύρη Θάλασσα. Επιπλέον, βιομηχανική δραστηριότητα στη γειτονική χώρα έχουν και η Πλαστικά Κρήτης με τη Senkroma S.A. και η Eurodrip, η οποία ελέγχεται από αμερικανικά κεφάλαια, αλλά διατηρεί την έδρα της στην Ελλάδα. Από τα τέλη του 2014 η ΔΕΗ διαθέτει παρουσία στην Τουρκία μέσω της PPC Elektrik, η οποία δραστηριοποιείται στο διασυνοριακό εμπόριο ηλεκτρικής ενέργειας, στην εμπορία ηλεκτρικής ενέργειας μέσω της διασύνδεσης των δύο ηλεκτρικών δικτύων στην περιοχή της Θράκης. Εξάλλου, η πρώτη θυγατρική της κατασκευής και της εμπορίας ολοκληρωμένων συστημάτων ανελκυστήρων Kleemann στο εξωτερικό ήταν στην Τουρκία. Ο όμιλος Intracom ήταν από τις ελληνικές εταιρείες που επιχείρησαν άνοιγμα στην Τουρκία. Ακόμη, ο όμιλος Fourlis έχει επεκταθεί τα τελευταία χρόνια στη γειτονική χώρα, έχοντας αναλάβει την ανάπτυξη του δικτύου καταστημάτων της αλυσίδας Intersport. Και η Καρέλιας έχει μεγάλη παρουσία επίσης.
Και μετά τη Finansbank, τι;
Η επίσκεψη του Τούρκου υπουργού Εξωτερικών Μεχμέτ Τσαβούσογλου το 2016 στην Αθήνα και οι συναντήσεις του με τον Αλέξη Τσίπρα έδωσαν αφορμή για να πέσουν τα φώτα της δημοσιότητας στις οικονομικές σχέσεις των δύο χωρών, καθώς και στις προσπάθειες των κυβερνήσεων Ελλάδας και Τουρκίας να ανοίξουν νέα πεδία οικονομικής συνεργασίας. Τότε, η Κεντρική Τράπεζα της Τουρκίας υπολόγιζε ότι οι άμεσες ξένες επενδύσεις από Ελλάδα σε Τουρκία, την περίοδο 2004-2013, ανήλθαν σε 6,697 δισ. δολάρια, αναδεικνύοντας την Ελλάδα στον 9ο σημαντικότερο ξένο επενδυτή, με ποσοστό 6% επί του συνόλου, ποσοστό διόλου μικρό και αμελητέο.
Πάντως, σημαντικό στοιχείο είναι ότι οι ελληνικές επενδύσεις στο μεγαλύτερο ποσοστό τους πραγματοποιήθηκαν πριν από το 2008 ως αποτέλεσμα της καλής πορείας της οικονομίας μας. Κατόπιν η κρίση πάγωσε τις εξελίξεις, οι επενδύσεις ωστόσο έμειναν και προχώρησαν. Μοχλός αυτής της πορείας ήταν και η Finansbank, θυγατρική εταιρεία του ομίλου της Εθνικής Τράπεζας, η οποία όμως λόγω της κρίσης τελικά πουλήθηκε.
Οι Τούρκοι έρχονται
Βέβαια δεν λείπουν και οι τουρκικές τοποθετήσεις στην Ελλάδα, οι οποίες τα τελευταία χρόνια έχουν πληθύνει εντυπωσιακά. Είναι, για παράδειγμα, γνωστό ότι εύποροι Τούρκοι επενδύουν στη Ρόδο, στη Μύκονο και την ανατολική Αττική αγοράζοντας σπίτια και τονώνοντας με τις λίρες τους το τοπικό real estate. Παράλληλα, μια μορφή επένδυσης είναι και αυτή που έχει γίνει με την τηλεοπτική συνεργασία του ομίλου Acun για σειρά τηλεοπτικών παραγωγών ή οι επενδύσεις στον ελληνικό τουρισμό, καθώς ήδη δραστηριοποιούνται μεγάλοι τουρκικοί επιχειρηματικοί όμιλοι, μεταξύ των οποίων οι Koc και Dogus. Είναι γνωστό, για παράδειγμα, ότι η Folli Follie έχει αναλάβει μαζί με τον όμιλο Koc τη διαχείριση της μαρίνας Μυτιλήνης για 40 χρόνια.
Η Setur, η οποία κατέχει ηγετική θέση στη διαχείριση μαρινών στα παράλια της Τουρκίας, είχε ενδιαφερθεί και για άλλες στο πλαίσιο του προγράμματος αποκρατικοποιήσεων. Συμφωνία έχει συνάψει και η εταιρεία D-Marine Investments Holding B.V. του ομίλου Dogus, μέσω της οποίας υπάρχει κινητικότητα στις μαρίνες της χώρας αλλά και σε ξενοδοχειακές μονάδες. Συγκεκριμένα, η D-Marine έχει αναλάβει τη διαχείριση διαφόρων μαρινών στη χώρα, ενώ συμμετείχε και στο σχήμα που πήρε τον «Αστέρα» Βουλιαγμένης και το «Hilton».
Οι πρώτες κινήσεις για τουρκικές επενδύσεις στη χώρα μας είχαν γίνει στις αρχές της περασμένης δεκαετίας με τοποθετήσεις κυρίως εταιρειών του κλάδου ένδυσης στην αγορά (Koton, Ipekyol), που όμως δεν είχαν μεγάλη τύχη, αλλά και με την αλυσίδα επίπλων Istikbal.
Εντονη κινητικότητα επίσης έχει αναπτύξει στη χώρα μας με διαρκείς συνδέσεις μέσω Κωνσταντινούπολης σε όλο τον κόσμο (και ιδιαίτερα στις ΗΠΑ) η Turkish Airlines που είναι πολύ ανταγωνιστική – μάλιστα έχει προσλάβει και 18 Ελληνες πιλότους φέρνοντας Ινδούς τουρίστες στην Εδεσσα, ενώ το γκρουπ Kartonsan εξαγόρασε και έσωσε από λουκέτο την ελληνική χαρτοβιομηχανία ΜΕΛ.
Τέλος, ρόλο στα τραπεζικά πράγματα αναζητά εδώ και χρόνια και η Ziraat Bank, ένας χρηματοπιστωτικός οργανισμός που επιδίωξε -δίχως μεγάλη επιτυχία- να προσεγγίσει ελληνικό κοινό, όμως ήδη έχει αλλάξει στρατηγική και επικεντρώνεται σε περιοχές όπως η Θράκη, η Αθήνα και η Ρόδος.

Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.