Παρά το μικρό μερίδιο αγοράς του στη γαλλική αγορά, το ελληνικό μέλι διαθέτει ένα σημαντικό πλεονέκτημα, που μπορεί να του ανοίξει πόρτες για να καθιερωθεί στην premium αγορά της χώρας: τις ιδιαίτερες ποικιλίες του, όπως το θυμαρίσιο, το πευκόμελο, το μέλι ελάτης, βελανιδιάς και τα μονοανθικά μέλια ιδιαίτερης βοτανικής προέλευσης.
Αυτό είναι ένα από τα βασικότερα συμπεράσματα της έκθεσης του Γραφείου Οικονομικών και Εμπορικών Υποθέσεων της Πρεσβείας της Ελλάδος στο Παρίσι, για την «Αγορά μελιού στη Γαλλία 2025-2026».
Όπως υποστηρίζει η έκθεση, παρά τη μακρά παράδοση της Γαλλίας στη μελισσοκομία και τη σημαντική παραγωγή υψηλής ποιότητας μονοανθικών και πολυανθικών μελιών, η εγχώρια παραγωγή εξακολουθεί να υπολείπεται της ζήτησης, με αποτέλεσμα η χώρα να συγκαταλέγεται διαχρονικά μεταξύ των μεγαλύτερων εισαγωγέων μελιού στην Ευρώπη. Για το ελληνικό μέλι, ισχύει ότι και για τα περισσότερα αγροδιατροφικά προϊόντα που εξάγονται στο εξωτερικό: μπορεί να μην μπορούν να συναγωνιστούν άλλες χώρες-υπερδυνάμεις στις ποσότητες, μπορούν όμως να το κάνουν με την ποιότητά τους.
Πού μπορεί να τοποθετηθεί το ελληνικό μέλι
Ακριβώς αυτό το προσόν του ελληνικού προϊόντος, είναι που του επιτρέπει να τοποθετηθεί στην premium γαλλική αγορά, εκεί όπου ο ανταγωνισμός βασίζεται περισσότερο στην ποιότητα, παρά στην τιμή.
Η Ελλάδα διαθέτει ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα που δεν μπορούν εύκολα να αντιγραφούν και συγκεκριμένα:
Βιοποικιλότητα: Η ελληνική χλωρίδα συγκαταλέγεται στις πλουσιότερες της Ευρώπης. Περισσότερα από 6.500 είδη φυτών δημιουργούν ιδιαίτερα σύνθετα αρωματικά χαρακτηριστικά.
Μεσογειακό προφίλ: Η διεθνής εικόνα της ελληνικής διατροφής λειτουργεί υπέρ του ελληνικού μελιού. Οι Γάλλοι καταναλωτές γνωρίζουν ήδη προϊόντα όπως ελαιόλαδο, φέτα, ελιές, ελληνικό γιαούρτι. Το μέλι μπορεί να ενταχθεί στο ίδιο αφήγημα ποιότητας.
Παραδοσιακή μελισσοκομία: Η χώρα μας διαθέτει μεγάλο αριθμό μικρών παραγωγών, στοιχείο το οποίο αποτελεί σημαντικό πλεονέκτημα στην premium αγορά. Οι Γάλλοι καταναλωτές αναζητούν προϊόντα που δεν προέρχονται από μαζική βιομηχανική παραγωγή.
Στην ίδια κατηγορία με την Ελλάδα, δηλαδή σε αυτές της υψηλής ποιότητας, συγκαταλέγονται ακόμα η Ισπανία, η Ιταλία, η Πορτογαλία, αλλά και η ίδια η Γαλλία, με τον ανταγωνισμό να επικεντρώνεται στην προέλευση, στις πιστοποιήσεις, τη γεύση, τη μοναδικότητα και το branding. O έτερος πόλος, είναι οι χώρες χαμηλού κόστους παραγωγής, εκεί όπου ανήκουν η Κίνα, η Ουκρανία και η Αργεντινή, με τη χαμηλή τιμή να είναι το βαρόμετρο.

Πού «πονά» το ελληνικό προϊόν στη γαλλική αγορά
Στην έκθεση, υπογραμμίζεται ακόμα, ότι η μικρή παρουσία του ελληνικού προϊόντος στη γαλλική αγορά δεν αντανακλά τις πραγματικές του δυνατότητες. Ως «αγκάθια», αναφέρονται το μικρό μέγεθος των περισσότερων ελληνικών επιχειρήσεων, η περιορισμένη εξωστρέφεια και επένδυση σε δράσεις προβολής, η απουσία οργανωμένων εξαγωγικών σχημάτων και η χαμηλότερη αναγνωρισιμότητα του ελληνικού μελιού έναντι ανταγωνιστικών προελεύσεων όπως το γαλλικό και το ισπανικό.
Τα ιδιαίτερα ποιοτικά χαρακτηριστικά του ελληνικού μελιού όμως, και ιδίως του θυμαρίσιου, το οποίο διακρίνεται για τον πλούσιο αρωματικό του χαρακτήρα και τη μοναδική γευστική του ταυτότητα, του προσδίδουν σημαντικό ανταγωνιστικό πλεονέκτημα.
Η ανάλυση της γαλλικής αγοράς καταδεικνύει ότι η ζήτηση δεν καθορίζεται αποκλειστικά από την τιμή, αλλά και από την αναζήτηση προϊόντων υψηλής ποιότητας, αυθεντικότητας και σαφούς γεωγραφικής ταυτότητας. Στο πλαίσιο αυτό, η έκθεση της ελληνικής πρεσβείας, τονίζει πως οι ελληνικές επιχειρήσεις μπορούν να ενισχύσουν τη θέση τους εστιάζοντας στην ανάδειξη της μοναδικότητας και της προέλευσης του ελληνικού μελιού, μέσα από στοχευμένες δράσεις προβολής, συμμετοχή σε διεθνείς εκθέσεις, συνεργασίες με εξειδικευμένους εισαγωγείς και αξιοποίηση της ελληνικής βιοποικιλότητας ως βασικού στοιχείου διαφοροποίησης.
Oι εξαγωγές στη Γαλλία κυμάνθηκαν στα 1,57 με 3,31 εκατ. ευρώ το 2020-2024
Το κύριο χαρακτηριστικό των ελληνικών εξαγωγών μελιού στη Γαλλία κατά την περίοδο 2020–2024, ήταν οι διακυμάνσεις αν και διατηρήθηκε σταθερά σημαντικά υψηλότερη αξία σε σχέση με τις ελληνικές εισαγωγές από τη Γαλλία.
Συγκεκριμένα, η αξία των εξαγωγών αυξήθηκε από περίπου 1,57 εκατ. ευρώ το 2020 σε περίπου 2,01 εκατ. ευρώ το 2021 και κορυφώθηκε το 2022 στα περίπου 3,31 εκατ. ευρώ. Στη συνέχεια, μειώθηκε το 2023 σε περίπου 1,47 εκατ. ευρώ, ενώ το 2024 ανέκαμψε κοντά στα 1,96 εκατ. ευρώ.
Αντίστοιχη πορεία ακολούθησαν και οι εξαγόμενες ποσότητες, οι οποίες κορυφώθηκαν το 2022 στους 686,2 τόνους, πριν υποχωρήσουν τα δύο επόμενα έτη. Η μέση τιμή εξαγωγής παρουσίασε μεταβολές, με υψηλότερη τιμή τα 8,17 USD/kg το 2023, γεγονός που υποδηλώνει αύξηση της μοναδιαίας αξίας του προϊόντος παρά τη σημαντική μείωση των εξαγόμενων ποσοτήτων.

Διαβάστε ακόμη
Χωροταξικό για τον τουρισμό: Οι νέοι κανόνες για επενδύσεις, Airbnb και εκτός σχεδίου δόμηση
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφθείτε το Πρώτο ΘΕΜΑ
Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.