Η εποχή κατά την οποία οι μεγάλες τράπεζες αντιμετώπιζαν τη διεθνή επέκταση σχεδόν ως απαγορευμένη στρατηγική επιλογή φαίνεται να πλησιάζει στο τέλος της. Περισσότερα από 15 χρόνια μετά την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση, οι ισχυρότεροι τραπεζικοί όμιλοι αρχίζουν να κοιτάζουν ξανά πέρα από τις εγχώριες αγορές τους, εξετάζοντας νέες δραστηριότητες, συμμετοχές και πιθανές εξαγορές στο εξωτερικό.
Για μεγάλο χρονικό διάστημα, η κατεύθυνση ήταν ακριβώς η αντίθετη. Οι τεράστιες ζημιές του 2008, οι κρατικές διασώσεις και οι προβληματικές εξαγορές της προηγούμενης περιόδου ανάγκασαν πολλές τράπεζες να περιορίσουν δραστικά το διεθνές αποτύπωμά τους. Η απλοποίηση των δραστηριοτήτων και η επιστροφή στις βασικές εγχώριες αγορές θεωρήθηκαν ασφαλέστερος δρόμος τόσο από τις διοικήσεις όσο και από τους επενδυτές.
Πλέον, όμως, η στάση των αγορών αλλάζει. Όπως επισημαίνει σε ανάλυσή του το Reuters, οι επενδυτές εμφανίζονται περισσότερο πρόθυμοι να επιτρέψουν στους τραπεζικούς ομίλους να κινηθούν ξανά εκτός συνόρων, υπό την προϋπόθεση ότι δεν θα επιστρέψουν στις υπερβολές και στην επιθετική ανάληψη κινδύνου που χαρακτήρισαν τα χρόνια πριν από τη χρηματοπιστωτική κρίση.
Από τη συρρίκνωση στην επιστροφή στο εξωτερικό
Η αλλαγή κατεύθυνσης γίνεται ακόμη πιο εμφανής εάν συγκριθεί με τις στρατηγικές που ακολούθησαν οι μεγαλύτεροι όμιλοι τα προηγούμενα χρόνια. Όταν η Jane Fraser ανέλαβε τη Citigroup το 2021, μία από τις βασικές προτεραιότητές της ήταν να περιορίσει δραστικά την παρουσία του αμερικανικού ομίλου σε πολλές διεθνείς αγορές.
Ανάλογη στρατηγική ακολούθησε και η HSBC, η οποία περιόρισε δραστηριότητες και βρέθηκε αντιμέτωπη ακόμη και με επενδυτικές πιέσεις για διάσπαση του ομίλου.
Για χρόνια, άλλωστε, η χρηματιστηριακή αγορά έδειχνε σαφή προτίμηση στις τράπεζες με ισχυρή εγχώρια συγκέντρωση. Όμιλοι με εκτεταμένη διεθνή παρουσία, όπως η Banco Santander, διαπραγματεύονταν σε χαμηλότερες αποτιμήσεις από περισσότερο εστιασμένες τράπεζες, όπως η Lloyds Banking Group και η CaixaBank.
Η γεωγραφική διαφοροποίηση δεν αντιμετωπιζόταν ως πλεονέκτημα. Αντίθετα, οι επενδυτές έβλεπαν μεγαλύτερη πολυπλοκότητα, διαφορετικά εποπτικά καθεστώτα, περισσότερους οικονομικούς κινδύνους και δυσκολότερη διαχείριση.
Οι πρόσφατες κινήσεις δείχνουν ότι η αντίληψη αυτή αρχίζει να υποχωρεί. Η JPMorgan ενισχύει την παρουσία της στη λιανική τραπεζική στη Βρετανία και τη Γερμανία, ενώ η BNP Paribas, σύμφωνα με το Reuters, εξετάζει την απόκτηση συμμετοχής στην Techcombank του Βιετνάμ.
Ακόμη και η NatWest, η πρώην Royal Bank of Scotland, έλαβε το πράσινο φως από την Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ για τη δημιουργία γραφείου αντιπροσωπείας στη χώρα. Οι δυνατότητες μιας τέτοιας δομής είναι περιορισμένες, καθώς δεν μπορεί να δέχεται καταθέσεις ή να χορηγεί απευθείας δάνεια. Μπορεί, όμως, να αναζητεί νέες επιχειρηματικές ευκαιρίες και να λειτουργεί ως σύνδεσμος με πελάτες.
Η κίνηση έχει κυρίως ισχυρό συμβολισμό. Η RBS υπήρξε μία από τις τράπεζες που πλήρωσαν βαρύτερα τις επιθετικές εξαγορές στο εξωτερικό πριν από το 2008, με αποτέλεσμα να χρειαστεί κρατική διάσωση. Για χρόνια, ολόκληρη η στρατηγική της οικοδομήθηκε γύρω από την επιστροφή και την επικέντρωση στη βρετανική αγορά.
Η διασυνοριακή πίστη ανεβάζει ταχύτητα
Η επιστροφή της διεθνούς τραπεζικής δραστηριότητας δεν αποτυπώνεται μόνο στις στρατηγικές κινήσεις μεμονωμένων ομίλων. Τα στοιχεία της Τράπεζας Διεθνών Διακανονισμών (BIS) καταγράφουν ισχυρή αύξηση των κεφαλαίων που κινούνται μεταξύ διαφορετικών χωρών.
Η διασυνοριακή τραπεζική πίστη αυξήθηκε κατά 1,7 τρισ. δολάρια στο πρώτο τρίμηνο του 2026, σημειώνοντας ετήσια άνοδο 11,4%.
Σε συνδυασμό με την αύξηση 11,5% που είχε καταγραφεί το προηγούμενο τρίμηνο, πρόκειται για τους δύο ισχυρότερους ρυθμούς ανάπτυξης από το πρώτο τρίμηνο του 2008. Η εικόνα απέχει αισθητά από τα χρόνια μετά τη χρηματοπιστωτική κρίση, όταν η μεταβολή της διασυνοριακής χρηματοδότησης ήταν συχνά οριακή ή ακόμη και αρνητική.
Με άλλα λόγια, η παγκοσμιοποίηση της τραπεζικής δεν επιστρέφει μόνο μέσα από πιθανές συγχωνεύσεις και εξαγορές. Ο ίδιος ο τραπεζικός δανεισμός κινείται ξανά με αυξανόμενη ταχύτητα πέρα από τα εθνικά σύνορα.
Η αλλαγή έχει ήδη αναζωπυρώσει τις συζητήσεις για πιθανές συμφωνίες στην Ευρώπη. Τραπεζικοί σύμβουλοι εξετάζουν κατά πόσο ισχυροί και κεφαλαιακά εύρωστοι όμιλοι που παραμένουν κυρίως προσανατολισμένοι στις εγχώριες αγορές τους, όπως οι CaixaBank, Lloyds και Intesa Sanpaolo, θα μπορούσαν να προχωρήσουν στην εξαγορά ενός μεγάλου ανταγωνιστή σε άλλη ευρωπαϊκή χώρα.
Πρόκειται για σημαντική μεταβολή σε σχέση με την περίοδο 2009-2024, όταν οι περισσότερες μεγάλες τραπεζικές συμφωνίες πραγματοποιούνταν εντός των εθνικών συνόρων ή αφορούσαν την πώληση και αποχώρηση από δραστηριότητες στο εξωτερικό.
Το σημαντικότερο σήμα προς τις διοικήσεις έρχεται, ωστόσο, από τις αποτιμήσεις. Οι διεθνείς τράπεζες δεν τιμωρούνται πλέον από το χρηματιστήριο στον ίδιο βαθμό με το παρελθόν, γεγονός που περιορίζει ένα από τα βασικά αντικίνητρα για νέες διασυνοριακές κινήσεις.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η UniCredit, η οποία έχει σημαντική παρουσία στη Γερμανία και σε άλλες ευρωπαϊκές οικονομίες. Η τράπεζα διαπραγματεύεται πλέον με έκπτωση μόλις 8% έναντι της περισσότερο επικεντρωμένης στην ιταλική αγορά Intesa Sanpaolo, με βάση τους εκτιμώμενους δείκτες ενσώματης λογιστικής αξίας.
Πριν από το 2025, η συγκεκριμένη διαφορά έφτανε στο 20% ή ακόμη υψηλότερα, αποτυπώνοντας την επιφυλακτικότητα με την οποία οι επενδυτές αντιμετώπιζαν τη διεθνή έκθεση.
Παρόμοια σύγκλιση καταγράφεται και στο κόστος ιδίων κεφαλαίων, δηλαδή στην απόδοση που ζητούν οι επενδυτές προκειμένου να αναλάβουν τον κίνδυνο κατοχής μιας τραπεζικής μετοχής.
Στο παρελθόν, η απόσταση ήταν αισθητή μεταξύ διεθνοποιημένων τραπεζών όπως οι HSBC, Santander, UniCredit, Barclays, BBVA και Deutsche Bank και περισσότερο εγχώριων ομίλων όπως οι Lloyds, NatWest, CaixaBank, Commerzbank και Intesa Sanpaolo.
Πλέον, σύμφωνα με τους υπολογισμούς του Reuters, το μέσο εκτιμώμενο κόστος ιδίων κεφαλαίων και για τις δύο κατηγορίες κινείται κοντά στο 10%. Πρόκειται για μια σημαντική αλλαγή στον τρόπο με τον οποίο οι αγορές αξιολογούν τον γεωγραφικό κίνδυνο.
Η διεθνής παρουσία, δηλαδή, δεν θεωρείται πλέον αυτομάτως συνώνυμη με υψηλότερο επενδυτικό ρίσκο.
Αυτό δεν σημαίνει ότι ο τραπεζικός κλάδος επιστρέφει στην εποχή των ανεξέλεγκτων εξαγορών και των υπερφιλόδοξων συμφωνιών που προηγήθηκαν της κρίσης του 2008. Δείχνει, όμως, ότι ένα από τα σημαντικότερα εμπόδια στις διασυνοριακές τραπεζικές συμφωνίες υποχωρεί.
Και όσο οι επενδυτές μειώνουν την «ποινή» που επέβαλλαν στις τράπεζες για τη διεθνή τους επέκταση, τόσο περισσότερο αυξάνονται τα κίνητρα για τις διοικήσεις να αναζητήσουν ανάπτυξη έξω από τις παραδοσιακές τους αγορές. Η νέα εποχή της τραπεζικής παγκοσμιοποίησης μπορεί να είναι περισσότερο προσεκτική από την προηγούμενη, αλλά τα πρώτα σημάδια δείχνουν ότι έχει ήδη αρχίσει.
Διαβάστε ακόμη
Dimand: Τι περιλαμβάνει το masterplan για το ιστορικό κτήμα Καμπά
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφθείτε το Πρώτο ΘΕΜΑ
Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.