Γνώμες

Δεν χρειάζεται να είναι γίνει κανείς κυνικός για να αναγνωρίσει ένα αυτονόητο χαρακτηριστικό της μάχης για τα πολιτικά αξιώματα που –διαχρονικά και μάλλον διατοπικά- αποτελεί ένα πολύ σκληρό «άθλημα», το οποίο δεν διέπεται, τις περισσότερες φορές, από κανόνες καλής συμπεριφοράς και αστικής ευγένειας.   Στις προεκλογικές περιόδους, ειδικότερα, και, πολύ περισσότερο, όταν τα διακυβεύματα της εκλογικής επερχόμενης αναμέτρησης αφορούν την κατάκτηση της εξουσίας, η αδυσώπητη μάχη δίνεται με ακόμη μεγαλύτερη σκληρότητα και χωρίς αβροφροσύνες. Το δόγμα που επικρατεί, είτε αφορά ανταγωνισμούς κομμάτων είτε διαμάχες προσώπων, είναι ένα: «ο θάνατος σου, η ζωή μου».     Ο Φώτης Κουβέλης είναι ένας πολύ έμπειρος πολιτικός. Και, εξ αυτού, είναι μάλλον βέβαιο ότι, ανεξαρτήτως αν ο ίδιος μετήλθε ή όχι αθέμιτων πρακτικών κατά την πολυετή πολιτική του διαδρομή, τουλάχιστον έχει γνώση του τρόπου με τον οποίο παίζεται το «παιχνίδι». Εκείνος που έχει το «πάνω χέρι» τα θέλει όλα δικά του. Αντιθέτως, όποιος δεν διαθέτει διαπραγματευτική δύναμη είτε υποχωρεί και δέχεται τους όρους του ισχυρού είτε αποχωρεί και πάει σπίτι του...   Υπό αυτή την έννοια, δεν κατανοώ γιατί ο πρόεδρος της ΔΗΜΑΡ, όπως διαβάζω δεξιά και αριστερά, παραπονείται στους συνεργάτες του ότι «τον εξαπάτησαν» από τον ΣΥΡΙΖΑ επειδή δεν δέχονται τους όρους τους οποίους θέτει ο ίδιος για την εκλογική συνεργασία ανάμεσα σε ένα κόμμα που τα στελέχη του πιστεύουν ότι καλπάζει ακάθεκτο για την  αυτοδύναμη διακυβέρνηση και σε ένα άλλο που όλοι βλέπουν ότι ψυχορραγεί.    Δεν έχει γίνει λεπτομερώς γνωστό τι ειπώθηκε στη συνομιλία που είχε με τον πρόεδρο του ΣΥΡΙΖΑ Αλέξη Τσίπρα, πριν από την εκλογή Προέδρου και ποιες διαβεβαιώσεις έλαβε. Αλλά, ό,τι και αν ειπώθηκε, πόσο δύσκολο είναι να αντιληφθεί ο κ. Κουβέλης ότι η ισχύς που διέθετε πριν από τις 29 Δεκεμβρίου, όταν ήταν επικεφαλής μιας κοινοβουλευτικής ομάδας που είχε καθοριστικό ρόλο στις πολιτικές εξελίξεις, δεν υφίσταται πλέον;   Και μόνο το γεγονός ότι από την Κουμουνδούρου τρέναραν την ανακοίνωση της συνεργασίας για μετά την τρίτη ψηφοφορία για την προεδρική εκλογή, που ήταν βέβαιο ότι οι εξελίξεις θα έτρεχαν γοργά, έπρεπε να αποτελέσει για τον κ. Κουβέλη ένα ισχυρό προειδοποιητικό σήμα. Το ότι δεν τον αποκαλούσαν, πλέον, «Τσιριμώκο» ή «Καρατζαφέρης της Αριστεράς», δεν συνιστά επαρκή λόγο για να θολώσει η κρίση του.    Φαίνεται, όμως, ότι το προειδοποιητικό σήμα που εξέπεμπε η καθυστέρηση δεν έφθασε ποτέ στην Αγίου Κωνσταντίνου. Όπως δεν είχε φθάσει και το μήνυμα της ηχηρής λαϊκής αποδοκιμασίας για τα «μπρος πίσω» της ηγετικής ομάδας της ΔΗΜΑΡ που συνιστούσε το συντριπτικό 1,2% της ευρωκάλπης του περασμένου Μαΐου.   Όπως και να έχει, πάντως, γίνεται μάλλον σαφές ότι με το διαφαινόμενο ναυάγιο της επανασύνδεσης της ΔΗΜΑΡ με τον ΣΥΡΙΖΑ ήρθε το πλήρωμα του χρόνου για να καταρριφθούν αναδρομικά οι αυτάρεσκες αυταπάτες με τις οποίες πορεύτηκε ο κ. Κουβέλης τα τελευταία τέσσερα χρόνια που οι πολιτικές συγκυρίες του έδωσαν πρωταγωνιστικό ρόλο στα πολιτικά πράγματα της χώρας.   Εγκατέλειψε τον «αντιευρωπαϊκό» ΣΥΡΙΖΑ, την άνοιξη του 2010, που η χώρα συγκλονιζόταν από την έναρξη της εφαρμογής του Μνημονίου. Οδήγησε τον τόπο σε δεύτερες εκλογές, αρνούμενος, μετά την αναμέτρηση του Μαΐου του 2012, να κάνει, ίσως και με καλύτερους όρους, αυτό που έκανε ενάμιση μήνα αργότερα, συμμετέχοντας στην τρικομματική συγκυβέρνηση που σχηματίστηκε τον Ιούνιο.   Έφυγε από την κυβέρνηση, σχεδόν πριν συμπληρωθεί χρόνος από τη συγκρότησή της, χωρίς ποτέ να εξηγήσει επαρκώς τους λόγους που τον οδήγησαν σε μια τέτοια απόφαση. Στο διάστημα που είχε μεσολαβήσει πολιτικοί του φίλοι συμμετείχαν κανονικά στη διανομή των οφιτσίων με το απαράδεκτο σύστημα «4-2-1». Ενώ ο ίδιος δεν διαμαρτυρήθηκε ποτέ ούτε για την αθέτηση της, ούτως ή άλλως, γενικόλογης προγραμματικής συμφωνίας ούτε για την αντιθεσμική λειτουργία της κυβέρνησης που οι αποφάσεις της λαμβάνονταν από τους τρεις αρχηγούς και όχι από το υπουργικό συμβούλιο.   Υπονόμευσε όλες τις προσπάθειες για την ενότητα της Κεντροαριστεράς, στην οποία, κατά τα άλλα, τοποθετούσε το κόμμα του, διεκδικώντας να είναι ο εν Ελλάδι εκπρόσωπος των ευρωσοσιαλιστών. Και μετά την ήττα των ευρωεκλογών, αντί να αναλάβει την ευθύνη για το δυσμενές αποτέλεσμα, επεδίωξε και πέτυχε την παραμονή του στην ηγεσία της υπό διάλυση ΔΗΜΑΡ.   Από το καλοκαίρι ως το φθινόπωρο, μετέβαλε επανειλημμένα τη θέση του για την προεδρική εκλογή, αφήνοντας όλα τα ενδεχόμενα ανοικτά, ακόμη και όταν διαβεβαίωνε ότι δεν ενδιαφερόταν προσωπικά για το αξίωμα, και παίρνοντας, εν τέλει, την απόφαση να οδηγήσει τη χώρα στις εκλογές για να ανοίξει, όπως έλεγε, ο δρόμος για «προοδευτική διακυβέρνηση».  Δικαίωμά του προφανώς. Όπως, φυσικά, είναι και… δικαίωμα των στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ να του ζητούν «δήλωση (αντιμνημονιακής) μετανοίας» για να του επιτρέψουν να μπει στα ψηφοδέλτια τους, κατερχόμενος, αυτός ο παρ΄ ολίγον Πρόεδρος της Δημοκρατίας, με «σταυρό» για να μετρηθεί και η «πραμάτεια» που φέρνει πίσω.          Αν υπάρχει ένα επιμύθιο σε όλα αυτά είναι ότι η περίπτωση του κ. Κουβέλη αποτελεί αυτό που οι Αγγλοσάξονες λένε case study. Μια περίπτωση που θα πρέπει να μελετηθεί εις βάθος από πανεπιστημιακά τμήματα της Πολιτικής –και όχι μόνον- Επιστήμης για να διακριβωθεί πως οι αυτάρεσκες αυταπάτες μπορούν να καταστρέψουν έναν πολιτικό που έδειχνε και θα μπορούσε να πάει ψηλά. 

Τίποτα δεν είναι τυχαίο στην ζωή. Οι Τσέχοι αγόρασαν τον ΟΠΑΠ σε μια χώρα που έχει ένα λαό που κατεξοχήν τζογάρει. Το ρίσκο είναι μέσα στο αίμα του, έστω κι αν δεν το αντιλαμβάνεται. Πρώτα απ' όλους τζογάρουν οι ίδιοι οι ηγέτες του. Ο κ. Γ. Παπανδρέου με “τα λεφτά υπάρχουν”  τζόγαρε στην λάθος στιγμή κι αφού είχε χάσει προηγουμένως την μάχη στα oμόλογα με τα spreads.

Τον Βασίλη Αυλωνίτη με το αλησμόνητο και εξωφρενικά υποκριτικό «τάξη και ηθική» μου θυμίζει αυτή η φράση που χρησιμοποιεί ο Αντώνης Σαμαράς για «ευθύνη και αλήθεια».

Παρακολούθησα με ενδιαφέρον το διάγγελμα, σε αμπαλάζ συνέντευξης –λέει- του Αντώνη Σαμαρά στη ΝΕΡΙΤ. Και συγκράτησα το σημείο, που διαβεβαίωνε ότι οι εκλογές τον συμφέρουν γιατί είναι βέβαιο ότι θα τις κερδίσει. Απλά δεν τις θέλει γιατί θα κάνουν, όπως είπε με σιγουριά, κακό στη χώρα. Οι εκλογές, μας είπε, είναι επικίνδυνες και θα βάλουν τη χώρα σε περιπέτεια, γι’ αυτό και ο ίδιος θα κάνει ό,τι είναι δυνατόν να τις αποτρέψει. Ενδιαφέρον και αποκαλυπτικό σκεπτικό. Ας το εξετάσουμε με ψυχραιμία. 1.Οι εκλογές θα διαρκέσουν ένα μήνα, ένα διάστημα πολύ μικρό δηλαδή σε σχέση με όσα διακυβεύονται και με βάση τα χρονοδιαγράμματα που «παίζουν» γενικά: Εδώ η αξιολόγηση του προγράμματος από την τρόικα, ξεκίνησε τον Σεπτέμβριο κι ακόμα να τελειώσει. Δόθηκε ήδη παράταση 2 μηνών, ενώ συζητούνταν ακόμη και εξάμηνη παράταση. Δεν έγινε δηλαδή και τίποτα εάν πάνε όλα ένα μήνα πίσω, τουλάχιστον δεν φάνηκε κάτι τέτοιο από όσα είπε ο κ. Σαμαράς. Άρα κάπου αλλού, υπάρχει ο κίνδυνος, -αν υπάρχει -  όχι στον ένα μήνα των εκλογών. 2.Αφού όμως θα εκλεγεί και πάλι η ΝΔ, όπως μας λέει ο κ. Σαμαράς, πού ακριβώς είναι ο κίνδυνος; Θα συνεχίσει η ίδια κυβέρνηση, με τους ίδιους υπουργούς, που ξέρουν και τα θέματα και είναι προετοιμασμένοι, χωρίς να χαθεί ούτε μία επιπλέον ώρα. Μάλιστα, η διαπραγματευτική θέση της κυβέρνησης θα είναι πλέον πιο ισχυρή: Θα έχει νωπή λαϊκή εντολή, θα έχει κατατροπώσει τον εχθρό - πάντα σύμφωνα με τις αναλύσεις που έκανε στη ΝΕΡΙΤ ο κ. Σαμαράς – άρα θα μπορεί να πει και μία κουβέντα παραπάνω στους δανειστές. Να μιλήσει έστω με τον αέρα του νικητή. 3.Νίκη της ΝΔ στις εκλογές, όπως λέει ο κ. Σαμαράς, σημαίνει ήττα του ΣΥΡΙΖΑ. Δεν είναι λοιπόν, με τον «εχθρό» ηττημένο, πιο πειστική η πολιτική σταθερότητα; Προτιμά μία «πολιτική σταθερότητα» που θα προκύψει από ετερόκλητη και συγκυριακή προεδρική πλειοψηφία 180 διάσπαρτων βουλευτών, πολλοί από τους οποίους έχουν αποδοκιμάσει έντονα την κυβερνητική πολιτική, από μία δυναμική έκφραση της λαϊκής βούλησης; Προφανώς, αφού μας διαβεβαιώνει ότι θα κερδίσει τις εκλογές, οι κάλπες είναι το καλύτερο γιατρικό για την «πολιτική σταθερότητα». Η περίεργη «εξίσωση Σαμαρά» έχει ως εξής: Οι εκλογές, που θα αναδείξουν κινητή τη ΝΔ, είναι επικίνδυνες! Άθελά του ομολογεί την αλήθεια, όπως μας τα λέει τα πράγματα. Εκτός βέβαια κι αν δεν ισχύουν όλα όσα λέει, όπερ και το λογικότερο. Ήτοι: Οι εκλογές ή θα είναι νικηφόρες για τη ΝΔ, άρα θα ωφελήσουν τη χώρα – αν πιστεύουμε ότι η κυβέρνηση τα πάει καλά – ή θα είναι καταστροφή για τη χώρα επειδή θα νικήσει ο ΣΥΡΙΖΑ, όπως μας… απειλεί συνεχώς η κυβέρνηση. Δηλαδή το «νικάω στις εκλογές, αλλά δεν θέλω να τις κάνω επειδή θα χαθεί ένας μήνας», ενώ θα μπορούσε να λυθεί μια και καλή το πρόβλημα της πολιτικής σταθερότητας, δεν ισχύει. Τι ισχύει; Το εξής: Ο κ. Σαμαράς δεν θέλει τις εκλογές με τίποτα γιατί ξέρει ότι θα τις χάσει. Όταν μάλιστα μας λέει ότι η χώρα διατρέχει ακόμα και τώρα, μετά από 2 (του Παπανδρέου) συν τρία (του Παπαδήμου και δικά του) χρόνια θυσιών, θανάσιμο κίνδυνο, είναι σαν να ομολογεί την παταγώδη αποτυχία του. Δεν κατάφερε να θωρακίσει στο παραμικρό τη χώρα, μας λέει. Ξέρει λοιπόν ότι θα τις χάσει, όπερ σημαίνει τούτο: Ότι ο λαός θέλει άλλη κυβέρνηση στο τιμόνι της χώρας. Υπάρχει δηλαδή δυσαρμονία ανάμεσα στη λαϊκή βούληση και την κυβέρνηση. Κι αυτό στις δημοκρατίες σημαίνει ότι πρέπει να γίνουν εκλογές το συντομότερο, δηλαδή αμέσως. Άρα οι εκλογές δεν είναι επικίνδυνες, αλλά αναγκαίες: ή θα αναδείξουν νικητή τη ΝΔ, άρα δεν ισχύουν όσα λέει περί κινδύνων, ή θα αναδείξουν νικητή τον ΣΥΡΙΖΑ, δηλαδή θα διορθώσουν το πρόβλημα της δυσαρμονίας που ίσως υπάρχει και αυτό είναι και καλό για τη Δημοκρατία, αλλά και δικαίωμα της χώρας, όταν κρίνεται το μέλλον της.

Εκλογές, λοιπόν! Εκλογές, οι οποίες -από πολλές απόψεις- μπορεί να αποδειχθούν λυτρωτικές για τους πολίτες και τον τόπο, αφού το νοσηρό κλίμα που είχε κατακλύσει την πολιτική ατμόσφαιρα δεν πήγαινε άλλο. Απειλούσε με ασφυξία την ίδια τη Δημοκρατία που έχει άμεση ανάγκη από νέο οξυγόνο το οποίο, ας ελπίσουμε, θα δώσει η λαϊκή ετυμηγορία, όποια κι αν είναι αυτή.    Για τη Βουλή, εξάλλου, που διαλύεται δεν νομίζω ότι θα βρεθούν πολλοί να κλάψουν. Ήταν, κατά γενική ομολογία, μακράν η χειρότερη κοινοβουλευτική σύνθεση των τελευταίων δεκαετιών. Μια Βουλή με πρωτόγνωρες μορφές κοινοβουλευτικών ανδρών και γυναικών που αναδείχθηκαν μέσα από τις διαδικασίες της βίαιης διάλυσης του παραδοσιακού πολιτικού συστήματος που προκάλεσε η πρώτη μνημονιακή διετία.    Δίπλα στους λίγους σοβαρούς και επιμελείς παλαιούς και νέους κοινοβουλευτικούς, βρήκε –με τη λαϊκή ψήφο, βεβαίως, βεβαίως!- έδρανο κάθε ακραίας καρυδιάς καρύδι. Σεσημασμένοι υπονομευτές του κοινοβουλευτισμού, που παραπονούνταν επειδή η Μερτσέντες που τους παραχώρησε η Βουλή έκαιγε πολλή βενζίνη. Κλασικοί συνωμοσιολόγοι. Παραδοσιακοί λαϊκιστές. Θρασύτατοι αμοραλιστές. Πολιτικοί γυρολόγοι. Κούφιοι θορυβοποιοί. Αδίστακτοι καιροσκόποι. Επαγγελματίες καβγατζήδες. Πρόσωπα χωρίς ηθικούς φραγμούς και δίχως κανένα σεβασμό σε αρχές και αξίες.    Το γεγονός και μόνον ότι σχεδόν ένας στους 10 –ή για την ακρίβεια 28 στους 300- εγκατέλειψαν στη διάρκεια μιας θητείας μόλις δυόμισι ετών την παράταξη με την οποία εξελέγησαν, χωρίς ούτε ένας να φιλοτιμηθεί να παραδώσει την έδρα του, είναι, νομίζω, χαρακτηριστικό δείγμα της γενικευμένης κατάπτωσης των πολιτικών ηθών την οποία βιώσαμε το διάστημα που παρήλθε από τις εκλογές του 2012.    Ένα από τα «δείγματα» αυτής της κατάπτωσης είναι η περίπτωση του απερχόμενου βουλευτή Πέτρου Τατσόπουλου, ο οποίος αφού ενσωματώθηκε σε ένα άλλο, νέο, κόμμα, το Ποτάμι, παρίστανε τον άσπιλο και αμόλυντο και διατεινόταν ότι τάχατες ακολουθεί τη γραμμή του κόμματος με το οποίο εξελέγη, του ΣΥΡΙΖΑ, τον οποίο καθύβριζε νυχθημερόν.    Με σχεδόν μηδενικό ουσιαστικό κοινοβουλευτικό έργο, αλλά με υψηλές επιδόσεις στους καβγάδες με συναδέλφους του, κυρίως μέσω του facebook, αλλά και μέσα από τις ραδιοφωνικές και τηλεοπτικές συχνότητες, εμφανιζόταν ως τάχατες ανεξάρτητος, απολαμβάνοντας, όμως, όλα τα επιπλέον προνόμια του συγκεκριμένου status και ισχυριζόμενος ότι δεν ψηφίζει Πρόεδρο της Δημοκρατίας επειδή δεσμευόταν, δήθεν, από τη θέση του ΣΥΡΙΖΑ.    Ο άνθρωπος που πρώτος εισήγαγε, πριν από πολλούς μήνες, στο πολιτικό λεξιλόγιο τη λέξη «αργυρώνητος», δίνοντας τη σκυτάλη τους θιασώτες των θεωριών περί «κουμπαράδων», υποστήριζε πως ακολουθεί το πρώην κόμμα του για να μην του αποδοθεί κατηγορία περί «χρηματισμού», αλλά συνάμα υπέγραφε κείμενα για συναινετική προεδρική εκλογή, όπως πρότεινε το νέο του κόμμα.    Ο ισχυρισμός ότι τάχατες η υπογραφή του είχε την αίρεση της συμφωνίας και του ΣΥΡΙΖΑ είναι μόνον για αφελείς. Εάν ο ΣΥΡΙΖΑ ήθελε να συναινέσει στην παράταση της θητείας της Βουλής δεν θα το έκανε επειδή αυτό προτάθηκε από πολιτικά διαμετρήματα σαν τον κ. Τατσόπουλο, που απολύτως καιροσκοπικά επιχειρούσε να είναι… «και τον χωροφύλαξ και με τον αστυφύλαξ».    Το άρθρο 60 του Συντάγματος που ορίζει ότι «οι βουλευτές έχουν απεριόριστο το δικαίωμα της γνώμης και ψήφου κατά συνείδηση», μάλλον δεν το έχει υπόψη του ο εν λόγω Εθνοπατέρας. Ίσως γιατί η λέξη «συνείδηση» πρέπει να είναι άγνωστη για τον πάλαι ποτέ συγγραφέα που έχει καταλήξει σχολιαστής στα social media.    Γιατί, αν είχε συνείδηση και στοιχειώδη αυτοσεβασμό δεν θα κατέφευγε –μέσω facebook, φυσικά…- σε ένα απίστευτο λιβελογράφημα κατά του υποφαινόμενου, χρησιμοποιώντας μπουρδολογικές μυθοπλασίες που ουδόλως σχετιζόταν με το ρεπορτάζ στο «Θέμα της Κυριακής» που υποτίθεται ότι ήθελε να αποκρούσει και να στηλιτεύσει. Ήταν ένα ρεπορτάζ με εκτιμήσεις κοινοβουλευτικών για τα 12 πρόσωπα που θα μπορούσαν να ψηφίσουν τον Σταύρο Δήμα στην τρίτη ψηφοφορία για να μη προκηρυχθούν οι, προεξοφλημένες κατά το επίμαχο κείμενο, πρόωρες εκλογές. Δεν παρεξηγήθηκαν ο Βύρων Πολύδωρας, ο Μίμης Ανδρουλάκης και οι υπόλοιποι που αναφερόταν στο ίδιο ρεπορτάζ, αν και ήταν εξ εκείνων που από την αρχή είχαν ξεκάθαρη θέση και είχαν αποφύγει τις… «δηθενιές». «Παρεξηγήθηκε» ο ευφάνταστος κ. Τατσόπουλος, ο οποίος, -παλιά του κόσκινο, προφανώς- νόμισε ότι βρήκε ευκαιρία για να στήσει έναν ακόμη καβγά ώστε να γίνει θόρυβος γύρω από το όνομά του, υποστηρίζοντας –ήδη από το απόγευμα του Σαββάτου που η εφημερίδα δεν είχε κυκλοφορήσει καλά, καλά- πως το δημοσίευμα τον εμφάνιζε ότι την ώρα της ψηφοφορίας σκόπευε να πάει –άκουσον, άκουσον, διαστροφή!- για… κατούρημα! Ας μου επιτραπεί, λίγο πριν κλείσω, να επισημάνω κάτι “επί προσωπικού”. «Διακονώ» το κοινοβουλευτικό ρεπορτάζ τα τελευταία 29 χρόνια. Έχω γνωρίσει πολλούς πολιτικούς και αρκετούς πολιτικάντηδες. Δεν έχω αντιδικήσει ποτέ μέχρι σήμερα με κανέναν σε προσωπικό επίπεδο. Έχω καταγράψει, με μικρότερη ή μεγαλύτερη επιτυχία, γεγονότα και καταστάσεις. Έχω ασκήσει κριτική σε φαινόμενα και πρόσωπα. Και, φυσικά, έχω δεχθεί κριτική, κάποτε και διαμαρτυρίες. Αυτό που μου «έλαχε» με τον φαντασιόπληκτο κ. Τατσόπουλο, το ανοίκειο ύφος του και τα άθλια υπονοούμενά του, τα οποία επ΄ ουδενί αντιστοιχούν στο «επίμαχο» δημοσίευμα, δεν έχει το προηγούμενό του. Είναι, μάλλον, σημείο των καιρών. Και του «νέου» πολιτικού ύφους και ήθους που θέλει, υποτίθεται, να σαρώσει τον «παλαιοκομματισμό». (Να τον χαίρεται ο Σταύρος Θεοδωράκης!). «Αντίο», λοιπόν, στη Βουλή που διαλύθηκε. «Αντίο» στη Βουλή των Τατσόπουλων. Με την ελπίδα στην επόμενη να υπάρχουν λιγότεροι. Γιατί η Βουλή δεν είναι χώρος για καβγάδες και για να… μυρίζουν οι βουλευτές παλτά. Είναι χώρος πολιτικού διαλόγου και πολιτικής αντιπαράθεσης, διαδικασίες μέσα από τις οποίες προκύπτει η σύνθεση και λαμβάνονται οι αποφάσεις για τις ζωές όλων μας.

Κάθε κατεργάρης στον πάγκο του. Πρόεδρος δεν εξελέγη, habemus πρόωρες εκλογές στις 25 Ιανουαρίου. Ποια ήταν η πρώτη δήλωση του αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης, επίδοξου πρωθυπουργού; «Η κυβέρνηση του κ. Σαμαρά, που επί δυόμισι χρόνια λεηλάτησε την κοινωνία και που ήδη είχε αποφασίσει και δεσμευτεί για νέα μέτρα, αποτελεί παρελθόν. Με τη θέληση του λαού μας, σε λίγες μέρες θα είναι παρελθόν και τα μνημόνια της λιτότητας» υπογράμμισε ο Αλέξης Τσίπρας. Αυτά από τον αρχηγό της αξιωματικής αντιπολίτευσης που μέχρι πριν από λίγες μέρες ήθελε να μας διαβεβαιώσει ότι αν σχηματίσει δεν θα κάνει μονομερείς ενέργειες. Η πρώτη δήλωση του κ. Τσίπρα μετά την αποτυχία εκλογής Προέδρου Δημοκρατίας και την προκήρυξη πρόωρων εκλογών, αντί να είναι προς την κατεύθυνση κατευνασμού όσων ανησυχούν για το ενδεχόμενο έλευσης του ΣΥΡΙΖΑ στην εξουσία είναι στην ακριβώς αντίθετη κατεύθυνση. ΣΥΡΙΖΑ=τέλος των μνημονίων, είπε ο κ. Τσίπρας. Κάποιος θα μπορούσε να πει ότι με την επιλογή του να προαναγγείλει ότι τα Μνημόνια μπαίνουν στο χρονοντούλαπο της ιστορίας, επικαλούμενος τη μεγάλη πλειοψηφίας του ελληνικού λαού που σύμφωνα με τον κ.Τσίπρα είναι αποφασισμένη να βάλει τέρμα στις πολιτικές των μνημονίων και της λιτότητας, ο ΣΥΡΙΖΑ ρίχνει νερό στο μύλο των κερδοσκόπων. Όλο το τελευταίο διάστημα, τόσο ο ίδιος ο κ. Τσίπρας όσο και οι οικονομολόγοι του ΣΥΡΙΖΑ έλεγαν και ξανάλεγαν ότι αν αναλάβουν την ευθύνη διακυβερνησης της χώρας δεν θα προβούν σε μονομερείς ενέργειες. Σήμερα ο κ. Τσίπρας αλλάζει τακτική και με μια λογική «μαγκιάς» ανατρέπει αυτά που ο ίδιος έλεγε μέχρι πρότινος όταν μας διαβεβαίωνε ότι ο ΣΥΡΙΖΑ δεν θα προχωρήσει σε μονομερείς ενέργειες. Αναρωτιέμαι: Ποια είναι η στρατηγική του κ. Τσίπρα; Δεν αντιλαμβάνεται ότι στέλνοντας τα Μνημόνια στο παρελθόν επαληθεύει τους χειρότερους φόβους των δανειστών της χώρας και των αγορών;

Ένα «σήμα» που έχει σημασία στη διάρκεια αυτής της προεκλογικής περίοδου είναι εκείνο που εκπέμπουν οι εταίροι - δανειστές αλλά και οι εκπρόσωποι των αγορών. Βρισκόμαστε ακόμη στην αρχή της προεκλογικής περιόδου, αλλά τις τελευταίες ημέρες βλέπουμε ορισμένα μηνύματα που έχουν σημασία. Από το Βερολίνο, ο υπουργός Οικονομικών της Γερμανίας Βόλφγκανγκ Σόιμπλε δήλωσε σε συνέντευξή του ότι μια νέα κυβέρνηση θα πρέπει να σεβαστεί τις δεσμεύσεις της προηγούμενης, δίνοντας το συνηθισμένο μήνυμα ακαμψίας. Σε αυτή τη φάση δεν υπάρχει η κινδυνολογία που χαρακτήριζε αντίστοιχες τοποθετήσεις στις προηγούμενες εκλογές, αλλά είναι σαφές ότι οι Γερμανοί δεν θα είναι εύκολος αντίπαλος στη διαπραγμάτευση. Από την πλευρά του, ο πρόεδρος της ΕΚΤ, ο Μάριο Ντράγκι εμφανίστηκε μερικά «κλικ» πιο διαλλακτικός και θεσμικός, δηλώνοντας ότι η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράέζα δεν παρεμβαίνει στις δημοκρατικές διαδικασίες, αλλά και ότι αναμένει «τις απόψεις και τις προτάσεις των ελληνικών αρχών στο πως θα προχωρήσουμε με τον καλύτερο τρόπο την αξιολόγηση και θα συζητήσουμε το θέμα με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο». Με λίγα λόγια, αναμένεται μια διαπραγμάτευση, σκληρή ίσως και με αρκετές αντιστάσεις από την πλευρά των μεγάλων, αλλά πάντως διαπραγμάτευση, η οποία αφήνει ανοικτά πολλά ενδεχόμενα. Είναι ενδιαφέρον, επίσης, ότι και οι πρώτες αναλύσεις που έγιναν από ξένες τράπεζες και επενδυτικούς οργανισμούς είναι ψύχραιμες, καθώς επισημαίνουν διάφορα ρίσκα, αλλά μέσα σε ένα λελογισμένο πλαίσιο και πάντως μακριά από την υστερία του Grexit που επικράτησε στο παρελθόν. Η J. P. Morgan για παράδειγμα επισημαίνει ότι με κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ θα υπάρξουν μακρές και επίπονες διαπραγματεύσεις για αναδιάρθρωση του χρέους, αλλά το πιθανότερο σενάριο είναι να βρεθεί ισορροπία (δείτε εδώ). Η γερμανική Commerzbank υπογραμμίζει την ανάγκη να βρεθεί κοινό έδαφος με τους εταίρους και τις δυσκολίες για συμφωνία σε νέο πρόγραμμα στήριξης, αλλά επισημαίνει ότι δεν περιμένει να έρθουν και τα πάνω κάτω με μια κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ (δείτε εδώ). Αλλά και η HSBC τονίζει ότι αναμένονται δύσκολες διαπραγματεύσεις, σημειώνοντας όμως ότι το ενδεχόμενο χρεοκοπίας απομακρύνεται δεδομένου ότι το μεγαλύτερο μέρος του χρέους είναι στα χέρια του επίσημου τομέα και υπογραμμίζοντας ότι ο ΣΥΡΙΖΑ έχει δεσμευθεί για την παραμονή της χώρας στην Ευρωζώνη κι έτσι απομακρύνεται το ενδεχόμενο μονομερών ενεργειών από μέρους του (δείτε εδώ). Δεν μπορούμε να ξέρουμε τι θα μεσολαβήσει μέχρι τις 25 Ιανουαρίου, αλλά τα πρώτα αυτά μηνύματα από έξω δείχνουν ότι οι αγορές αλλά και ορισμένοι θεσμικοί παράγοντες έχουν αποδεχτεί πλέον ότι θα χρειαστεί να διαπραγματευτούν με μια κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ. Και σε κάθε διαπραγμάτευση, κάτι παίρνεις, κάτι δίνεις.

  Καθόμουνα την Παρασκευή, 2η ημέρα των Χριστουγέννων  και χάζευα τους αγώνες ποδοσφαίρου  στην Αγγλία, την γνωστή Boxing Day. Γεμάτα γήπεδα, εορταστική ατμόσφαιρα, μοναδική ευκαιρία να παρακολουθήσουν το  πιο λαοφιλές άθλημα ακόμη και εκείνοι που δεν έχουν  τον χρόνο να το κάνουν  τις άλλες χρονικές περιόδους. Στην Ελλάδα αγρόν ηγόραζαν  τόσα χρόνια. Σταματάνε το ποδόσφαιρο για δύο εβδομάδες για να πάνε όλοι διακοπές!!! Λες και τους έφαγαν τα βαρέα και ανθυγιεινά. Σε μία εποχή  του χρόνου που ο κόσμος  θέλει να ξοδέψει  έστω  και λίγα ευρώ παραπάνω από το υστέρημα του , λόγω του εορταστικού κλίματος, σε μια περίοδο κατά την οποία ακόμη και σε  πιο δύσκολες  και  τραγικές  εποχές  αλλάζει η ψυχολογία και υπάρχει μεγαλύτερη  ανάγκη να ξεχαστεί  και να ξεφύγει από την καθημερινότητα το μυαλό, ε , αυτές ακριβώς τις ημέρες κλείνει το ποδοσφαιρικό μαγαζί.  Ανέκαθεν γινόταν αυτό, λες και οι χριστουγεννιάτικες διακοπές είναι για τα σχολεία και τους ποδοσφαιριστές. Όλοι οι άλλοι δουλεύουν κανονικά, όσοι έχουν δουλειά βέβαια και όσοι πληρώνονται από αυτούς που έχουν δουλειά. Αν μπορείς  να χαρακτηρίσεις δουλειά  το να ασχολείσαι  με το χόμπι σου που η τύχη το έφερε να εξελιχθεί σε τρόπο βιοπορισμού. Εδώ στο μπάσκετ   έπεσε το ντέρμπι των αιωνίων 27 Δεκεμβρίου. Στο  ποδόσφαιρο όμως αυτά τα πράγματα δεν συμβαίνουν ΠΟΤΕ. Κολλημένοι με την…ξάπλα. Παλαιότερα, θυμάμαι ότι γινόταν και κανά τουρνουά με τη συμμετοχή και ξένων ομάδων με 45λεπτη διάρκεια το κάθε παιχνίδι . Μη μου πείτε για το κύπελλο Χριστουγέννων γιατί δεν έχω μνήμες από τόσο παλιά. Ό,τι έχω διαβάσει σε ιστορικές αναδρομές. Γινόταν πάντως κάτι. Κυλούσε η μπάλα. Να πεις ότι έχουμε  βαρύ χειμώνα να το καταλάβω Όμως δεν ισχύει ούτε αυτό. Και μετά αναρωτιόνται γιατί τα γήπεδα είναι άδεια. Αράξτε  εσείς και κάποια στιγμή θα γεμίσουν από μόνα τους!!!

Η χώρα βαδίζει σε εκλογές, εκτός συγκλονιστικού απροόπτου (όχι ότι κάτι τέτοια δεν συμβαίνουν στις μέρες που ζούμε στην Ελλάδα), έχοντας ένα βασικό επιχείρημα-στόχο από όλη την αντιπολίτευση: να πέσει, να φύγει η κυβέρνηση για ν’ αλλάξει η σημερινή πολιτική. Προσοχή, δεν συζητάει κανένα από αυτά τα κόμματα για διαφορετική διαχείριση της διακυβέρνησης της χώρας, καλύτερη διαπραγμάτευση κ.λπ., αλλά για κατάργηση των μνημονίων, επαναφορά βασικού μισθού και συντάξεων, κατάργηση φόρων στην ακίνητη περιουσία, επανακρατικοποίηση δημοσίων επιχειρήσεων κ.ά. Ολα αυτά την ώρα που το Δημόσιο κυριολεκτικά στη ζούλα δανείζεται από τις τράπεζες μέσω έκδοσης εντόκων γραμματίων για να πληρώνει τις υποχρεώσεις του. Και φυσικά αυτό συμβαίνει μέχρι να πει ο Ντράγκι στις τράπεζες: «Μη δανείζετε το Δημόσιο από τα διαθέσιμά σας». Εκτός αν η νέα κυβέρνηση εθνικοποιήσει τις τράπεζες και τις καταθέσεις μαζί και γίνουμε Αργεντινή μέσα σε μια νύχτα. Το τι πιστεύουν οι ψηφοφόροι και γιατί μπορεί να θέλουν να καταψηφίσουν την κυβέρνηση είναι απολύτως κατανοητό και σε μεγάλο βαθμό λογικό. Η αρνητική ψήφος, η οργή και η αγανάκτηση, η ελπίδα μήπως υπάρχει κάτι άλλο καλύτερο είναι απολύτως φυσιολογικά συναισθήματα και σκέψεις, ειδικά όταν πρόκειται για έναν απελπισμένο από τη στέρηση, την ανεργία και τη φτώχεια πολίτη. Αλήθεια, όμως, υπάρχουν βουλευτές και κόμματα που πιστεύουν πραγματικά ότι οι εκλογές θα σημάνουν τη λύτρωση της χώρας αφού θα ρίξουν τους δωσίλογους πολιτικούς για να έρθουν αυτοί οι πατριώτες στην εξουσία; Από πού αντλούν την αισιοδοξία ο Τσίπρας και ο Μητρόπουλος όταν λένε ότι θα τους δώσουν χρόνο οι δανειστές να διαπραγματευτούν έως τον Ιούνιο; Τι πιστεύει ο Καμμένος όταν μιλάει κάθε πέντε λεπτά για εθνική προδοσία; Ας πάμε στα απλούστερα, αφήνοντας αυτές τις χοντράδες. Πιστεύει ότι ο Σαμαράς αν μπορούσε να διορίζει δημοσίους υπαλλήλους και να μοιράζει λεφτά δεν θα το έκανε και σήμερα, όπως το έκαναν αυτός και η παράταξή του μια ζωή ολόκληρη και κυβερνούσαν μια χαρά; Τι άλλο έχει στο μυαλό του ο Κουβέλης εκτός από το να τον κάνει ο Τσίπρας αντιπρόεδρο της νέας κυβέρνησης ή πρόεδρο της Βουλής αφού εκλεγεί στο ψηφοδέλτιο Επικρατείας του ΣΥΡΙΖΑ; Καλά, ο Κουβέλης δεν ψήφισε το πρώτο μνημόνιο και καμιά πενηνταριά εφαρμοστικούς νόμους γι’ αυτό; Το μετάνιωσε και είπε να πάει στον ΣΥΡΙΖΑ αντί να εξομολογηθεί τις αμαρτίες του στην εκκλησία; Πόση κοροϊδία πια να σηκώσει αυτός ο τόπος; Από πού αντλούν την αισιοδοξία ο Τσίπρας και ο Μητρόπουλος όταν λένε ότι θα τους δώσουν χρόνο οι δανειστές να διαπραγματευτούν έως τον Ιούνιο; Και καλά, ας υποθέσουμε ότι χρόνο θα τους δώσουν, λεφτά όμως για να πληρώσουμε τα ομόλογα που λήγουν, αλλά και τους μισθούς και τις συντάξεις δεν θα τους δώσουν. Σήμερα, λίγες ώρες πριν από την προκήρυξη των εκλογών, των πολύ κρίσιμων εθνικών επιλογών, δεν υπάρχει ούτε ένα κόμμα, αλλά και ούτε ένας πολιτικός που να συμμετέχει σε κόμμα που ζητάει την ψήφο μας και να λέει τα αυτονόητα. Να ισχυρίζεται έστω ότι ο Σαμαράς και ο Βενιζέλος δεν χειρίστηκαν σωστά την κρίση, δεν διαπραγματεύτηκαν σωστά, σπατάλησαν τα δάνεια των μνημονίων με λάθος τρόπο, απέτυχαν στη διαχείριση. Αν εξαιρέσει κανείς το Ποτάμι, που μένει να δούμε τις θέσεις και τις απόψεις του, όλοι οι άλλοι απλά μοιράζουν αφορισμούς και υποσχέσεις.