Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης

Add Newmoney.gr on Google

Απομένουν 7 ημέρες για τις ενδιάμεσες κάλπες στις ΗΠΑ και παρά το γεγονός ότι δεν κρίνεται η προεδρία η νέα σύνθεση της Βουλής των Αντιπροσώπων και της Γερουσίας το αποτέλεσμα μπορεί να μεταβάλει ουσιαστικά τις ισορροπίες στην οικονομική πολιτική, τη φορολογία, τις δημόσιες δαπάνες και το ρυθμιστικό πλαίσιο των επιχειρήσεων. Οι ενδιάμεσες εκλογές στις Ηνωμένες Πολιτείες αποτελούν παραδοσιακά ένα από τα σημαντικότερα πολιτικά γεγονότα για τη Wall Street. Με τις εκλογές της 3ης Νοεμβρίου 2026 να πλησιάζουν, το ενδιαφέρον των επενδυτών στρέφεται όχι μόνο στο ποιος θα επικρατήσει, αλλά κυρίως στο πώς θα αντιδράσουν οι αγορές την επόμενη ημέρα.

Η ιστορία προσφέρει μια ενδιαφέρουσα, αν και όχι απόλυτα προβλέψιμη, απάντηση καθώς το αμερικανικό χρηματιστήριο έχει την τάση να παρουσιάζει ισχυρότερες αποδόσεις μετά τις ενδιάμεσες εκλογές, ανεξάρτητα από το ποιο κόμμα κερδίζει. Το στοιχείο αυτό επιβεβαιώνεται από διαφορετικές μελέτες που καλύπτουν τις τελευταίες δεκαετίες, αλλά και από ιστορικές χρονοσειρές που εκτείνονται μέχρι τον 19ο αιώνα. Για την περίοδο 1950–2022, που περιλαμβάνει 19 ενδιάμεσες εκλογικές αναμετρήσεις, οι μετοχές παρουσίασαν θετική απόδοση σε ποσοστό 79% των περιπτώσεων κατά τον πρώτο μήνα μετά την κάλπη. Στο τρίμηνο το ποσοστό αυξάνεται περίπου στο 90%, ενώ στο εξάμηνο φθάνει το 100%. Ακόμη πιο ενδιαφέρουσα είναι η σύγκριση με τα χρόνια κατά τα οποία δεν πραγματοποιούνται ενδιάμεσες εκλογές.

Η διαφορά είναι εντυπωσιακή. Στο τρίμηνο που ακολουθεί τις ενδιάμεσες εκλογές, η διάμεση απόδοση είναι διπλάσια από την αντίστοιχη άλλων ετών, ενώ στο εξάμηνο η υπεραπόδοση ξεπερνά τις εννέα ποσοστιαίες μονάδες. Ωστόσο, η υπεραπόδοση δεν μπορεί να αποδοθεί αποκλειστικά στις εκλογές. Η εποχικότητα του χρηματιστηρίου, η νομισματική πολιτική και η φάση του οικονομικού κύκλου αποτελούν επίσης σημαντικούς παράγοντες.

Τι συμβαίνει τρεις μήνες πριν και έναν μήνα πριν από τις εκλογές;

Η προεκλογική περίοδος έχει διαφορετικά χαρακτηριστικά. Η αυξημένη πολιτική αβεβαιότητα, οι δημοσκοπήσεις και οι προσδοκίες για αλλαγές στην οικονομική πολιτική δημιουργούν συχνά συνθήκες μεγαλύτερης μεταβλητότητας. Μια ιστορική ανάλυση που εξετάζει 38 ενδιάμεσες εκλογικές αναμετρήσεις από το 1874, δείχνει ότι η αμερικανική χρηματιστηριακή αγορά είχε κατά μέσο όρο θετικές, αλλά σχετικά περιορισμένες αποδόσεις πριν από τις κάλπες.

Από τα στοιχεία προκύπτει ότι η αγορά τείνει να κινείται ανοδικά ακόμη και πριν από την εκλογική διαδικασία, αλλά οι αποδόσεις είναι συγκρατημένες. Η προεκλογική αβεβαιότητα φαίνεται να επηρεάζει περισσότερο την ένταση των διακυμάνσεων παρά να προκαλεί συστηματικά αρνητικές αποδόσεις.

Στην πιο πρόσφατη ιστορική περίοδο, από το 1950 έως το 2022, η διάμεση απόδοση του S&P 500 κατά τον τελευταίο μήνα πριν από την κάλπη διαμορφώθηκε περίπου στο +3,5%, με θετικό αποτέλεσμα στις 14 από τις 19 εκλογικές αναμετρήσεις. Οι αποκλίσεις, πάντως, υπήρξαν σημαντικές: το 1978 και το 2018 οι απώλειες του τελευταίου μήνα έφθασαν περίπου στο 8,5% και 5,4% αντίστοιχα.

Υπάρχει ωστόσο ένα ακόμη ενδιαφέρον μοτίβο. Από το 1970 και μετά, οι αμερικανικές μετοχές τείνουν να ανακάμπτουν περίπου 22 συνεδριάσεις πριν από τις ενδιάμεσες εκλογές, όταν η εικόνα των δημοσκοπήσεων αρχίζει να διαμορφώνει σαφέστερες προσδοκίες για το τελικό αποτέλεσμα. Πρόκειται ουσιαστικά για μια σταδιακή προεξόφληση της επόμενης πολιτικής ισορροπίας.

Ρεπουμπλικάνοι ή Δημοκρατικοί; Ποιος ευνοεί περισσότερο το χρηματιστήριο;

Η σύγκριση των αποδόσεων ανάλογα με το κόμμα που ελέγχει τη Βουλή των Αντιπροσώπων παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον Σε κάθε περίπτωση η μέση απόδοση στο τρίμηνο μετά τις ενδιάμεσες εκλογές ήταν θετική ανεξάρτητα από το κόμμα που επικράτησε.

Μέση απόδοση S&P 500 στο τρίμηνο μετά τις εκλογές, ανά κόμμα που ελέγχει τη Βουλή

Η επικράτηση των Δημοκρατικών συνδέθηκε με μέση άνοδο 8,9%, έναντι 4,3% όταν τη Βουλή έλεγχαν οι Ρεπουμπλικάνοι. Η διαφορά των 4,6 ποσοστιαίων μονάδων είναι αξιοσημείωτη, αλλά δεν αποτελεί επαρκή στατιστική ένδειξη ότι οι αγορές προτιμούν συστηματικά τους Δημοκρατικούς. Το δείγμα περιλαμβάνει μόλις έξι εκλογικές αναμετρήσεις που κατέληξαν σε Ρεπουμπλικανική Βουλή.

Όταν οι Ρεπουμπλικάνοι κερδίζουν ή διατηρούν τη Βουλή, η αγορά εμφανίζει συχνότερα αδυναμία κατά τους προηγούμενους μήνες, με την ανάκαμψη να ξεκινά λίγο πριν από τις εκλογές. Αντίθετα, στις περιπτώσεις επικράτησης των Δημοκρατικών, η άνοδος τείνει να εξελίσσεται πιο ομαλά κατά την προεκλογική περίοδο και να συνεχίζεται μετά την ανακοίνωση των αποτελεσμάτων. Και στις δύο περιπτώσεις, η μέση μετεκλογική απόδοση είναι θετική ανεξάρτητα από το ποιο κόμμα αποκτά τον έλεγχο.

Το σενάριο της διαιρεμένης κυβέρνησης

Ένα από τα συχνότερα επιχειρήματα των επενδυτών είναι ότι η Wall Street προτιμά μια διαιρεμένη κυβέρνηση, στην οποία ο πρόεδρος δεν ελέγχει ταυτόχρονα και τα δύο νομοθετικά σώματα. Η λογική είναι ότι οι πολιτικοί περιορισμοί δυσκολεύουν τις μεγάλες αλλαγές στη φορολογία, στις δημόσιες δαπάνες και στο κανονιστικό πλαίσιο. Με αυτόν τον τρόπο μειώνεται ο κίνδυνος αιφνιδιαστικών παρεμβάσεων που θα μπορούσαν να επηρεάσουν αρνητικά τα εταιρικά κέρδη. Ωστόσο, τα ιστορικά στοιχεία δεν υποστηρίζουν με συνέπεια την άποψη ότι η πολιτική παράλυση αποτελεί την καλύτερη συνθήκη για τις μετοχές.

Σε μια πρόσφατη μελέτη η Horizon Investments υπολόγισε ότι στις οκτώ ενδιάμεσες εκλογές μεταξύ 1950 και 2022 κατά τις οποίες το κόμμα του προέδρου έχασε τον έλεγχο τουλάχιστον ενός νομοθετικού σώματος, ο S&P 500 κατέγραψε μέση άνοδο 12,8% στους επόμενους δώδεκα μήνες. Η αντίστοιχη απόδοση για το σύνολο των 19 εκλογών ήταν 15,1%. Επομένως, η απώλεια του Κογκρέσου από το κόμμα του προέδρου δεν συνεπάγεται αρνητική χρηματιστηριακή αντίδραση. Αντίθετα, ιστορικά συνδέθηκε με αξιόλογες αποδόσεις, έστω και ελαφρώς χαμηλότερες από τον συνολικό μέσο όρο.

Γιατί οι αγορές ανεβαίνουν μετά τις εκλογές;

Η εξήγηση βρίσκεται πιθανότατα στον συνδυασμό τριών παραγόντων. Πρώτον, οι εκλογές απομακρύνουν μια σημαντική πηγή αβεβαιότητας. Ανεξάρτητα από το αποτέλεσμα, οι επενδυτές αποκτούν σαφέστερη εικόνα για τις πολιτικές ισορροπίες και μπορούν να επαναξιολογήσουν τις προσδοκίες τους για τη δημοσιονομική και φορολογική πολιτική. Δεύτερον, οι ενδιάμεσες εκλογές πραγματοποιούνται στο δεύτερο έτος της τετραετούς προεδρικής θητείας. Το επόμενο έτος, το τρίτο του προεδρικού κύκλου, συνδέεται ιστορικά με ευνοϊκότερη χρηματιστηριακή συμπεριφορά, καθώς η κυβέρνηση προσεγγίζει σταδιακά την επόμενη προεδρική αναμέτρηση.

Και τρίτον, οι αγορές συχνά έχουν ήδη υποστεί σημαντικές διορθώσεις κατά το προηγούμενο διάστημα. Η μετεκλογική άνοδος ενδέχεται επομένως να αντανακλά περισσότερο την αποκατάσταση των αποτιμήσεων και την υποχώρηση των φόβων παρά το ίδιο το εκλογικό αποτέλεσμα. Από το 1970, η μέση συνολική απόδοση του S&P 500 κατά το εξάμηνο μετά τις ενδιάμεσες εκλογές έφθασε το 14,1%, έναντι μόλις 5,7% κατά τις αντίστοιχες περιόδους των μη εκλογικών ετών.

Τι σημαίνουν όλα αυτά για τις εκλογές του 2026;

Οι φετινές ενδιάμεσες εκλογές διεξάγονται σε μια περίοδο κατά την οποία η πορεία του πληθωρισμού, οι αποφάσεις της Ομοσπονδιακής Τράπεζας, οι αποδόσεις των αμερικανικών ομολόγων και οι ιδιαίτερα υψηλές επενδύσεις στην τεχνητή νοημοσύνη αποτελούν καθοριστικούς παράγοντες για τις αποτιμήσεις. Οι Ρεπουμπλικάνοι εισέρχονται στην αναμέτρηση έχοντας τον έλεγχο τόσο της Βουλής όσο και της Γερουσίας. Ενδεχόμενη επικράτηση των Δημοκρατικών σε ένα από τα δύο σώματα θα περιόριζε τη δυνατότητα της κυβέρνησης Τραμπ να προωθεί ανεμπόδιστα τη νομοθετική της ατζέντα, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει υποχρεωτικά αρνητική αντίδραση της Wall Street. Αντίθετα, η ιστορία δείχνει ότι ακόμη και μια τέτοια μεταβολή των πολιτικών συσχετισμών μπορεί να συνοδευτεί από σημαντική χρηματιστηριακή άνοδο.

Το ουσιαστικό ερώτημα για τους επενδυτές δεν είναι επομένως αν θα επικρατήσουν οι Ρεπουμπλικάνοι ή οι Δημοκρατικοί, αλλά ποια θα είναι η οικονομική συγκυρία στην οποία θα πραγματοποιηθεί η μετάβαση προς το δεύτερο μισό της προεδρικής θητείας. Οι αποτιμήσεις, η δυναμική των εταιρικών κερδών, το κόστος χρήματος και η ρευστότητα θα έχουν πιθανότατα μεγαλύτερη σημασία από την κομματική σύνθεση του Κογκρέσου.

Η Wall Street, συνεπώς, δεν φαίνεται να ενδιαφέρεται τόσο για το χρώμα του νικητή όσο για το τέλος της εκλογικής αβεβαιότητας. Και ίσως αυτό να είναι το σημαντικότερο ιστορικό μήνυμα ενόψει της 3ης Νοεμβρίου. Το στατιστικό πλεονέκτημα ενδεχομένως να γίνει περισσότερο ορατό στο τρίμηνο και στο εξάμηνο που ακολουθούν, παρά στις πρώτες ημέρες ή εβδομάδες.

Ο Μάνος Χατζηδάκης είναι αναλυτής της Beta Securities