Ο Μοχάμεντ Ελ Εριάν θεωρείται ένας από τους κορυφαίους Αμερικανούς οικονομολόγους με εξειδίκευση στις αγορές ομολόγων. Ελάχιστοι γνωρίζουν τόσο καλά τη λειτουργία των διεθνών αγορών χρέους και ακόμη λιγότεροι έχουν την ικανότητα να εξηγούν τις πολύπλοκες εξελίξεις με τόσο εύστοχες διατυπώσεις. Αυτή την εβδομάδα, ο Αμερικανός οικονομολόγος έδωσε ακόμη ένα δείγμα αυτής της ικανότητας. «Είναι το δικό μας χρέος, αλλά το δικό σας πρόβλημα», δήλωσε στο podcast «One Decision».
Με τη φράση αυτή παρέπεμψε στη διάσημη δήλωση του πρώην υπουργού Οικονομικών των ΗΠΑ, Τζον Κόναλι, το 1971, όταν η Ουάσιγκτον αποφάσισε μονομερώς να καταργήσει τη σύνδεση του δολαρίου με τον χρυσό, προκαλώντας αναταράξεις στο παγκόσμιο νομισματικό σύστημα.
Αυτό που εννοεί ο Ελ Εριάν για τη σημερινή συγκυρία είναι ότι «η Αμερική εξάγει την κρίση χρέους της». Και αυτή είναι μάλλον μια ήπια περιγραφή όσων έχουν συμβεί στις αγορές ομολόγων τις τελευταίες ημέρες και εβδομάδες, επισημαίνει η Handelsblatt.
Οι παράγοντες των χρηματοπιστωτικών αγορών μιλούν πλέον για έναν πραγματικό «σεισμό στα ομόλογα», αναφερόμενοι στην απότομη αύξηση των μακροπρόθεσμων επιτοκίων. Οι αποδόσεις των κρατικών ομολόγων σε πολλές περιοχές του κόσμου ξεπέρασαν κρίσιμα επίπεδα, με εντυπωσιακή ταχύτητα.
Η απόδοση του δεκαετούς αμερικανικού ομολόγου, που αποτελεί σημείο αναφοράς για τις διεθνείς αγορές δανεισμού, ξεπέρασε το όριο του 5% και βρίσκεται πλέον πάνω από το 5,33%, στο υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων σχεδόν 25 ετών.
Η αντίστοιχη απόδοση του γερμανικού ομολόγου έχει φθάσει στο 3,5%, ενώ η Γαλλία και η Ιταλία καλούνται να προσφέρουν στους επενδυτές αποδόσεις 4,9% και 4,7% αντίστοιχα. Στα αμερικανικά ομόλογα τριακονταετούς διάρκειας, ακόμη και το όριο του 6% βρίσκεται πλέον σε απόσταση αναπνοής.
Η μεγαλύτερη αγορά ομολόγων στον κόσμο προκαλεί ένα κύμα αναταράξεων που δεν περιορίζεται πλέον στους τίτλους κρατικού χρέους. Στεγαστικά δάνεια, συμβάσεις leasing, εταιρικά ομόλογα και παραδοσιακά επιχειρηματικά δάνεια: σχεδόν σε κάθε τομέα, το κόστος χρηματοδότησης έχει αυξηθεί σημαντικά τις τελευταίες ημέρες.
Μια νέα εποχή υψηλών επιτοκίων
Η ένταση και η έκταση αυτής της εξέλιξης αποτελούν σαφή ένδειξη ότι ξεκινά μια νέα εποχή. Μια εποχή στην οποία το κεφάλαιο αποκτά ξανά σημαντικό κόστος και η οποία σηματοδοτεί το οριστικό τέλος μιας περιόδου εξαιρετικά χαμηλών επιτοκίων που διήρκεσε περίπου μιάμιση δεκαετία.
Ασφαλώς, η αλλαγή αυτή στις κεφαλαιαγορές μπορεί να ερμηνευθεί ως επιστροφή στην ιστορική κανονικότητα, έπειτα από μια πρωτοφανή περίοδο μηδενικών επιτοκίων που ξεκίνησε με τη χρηματοπιστωτική κρίση του 2008.
Ωστόσο, πρόκειται ταυτόχρονα για μια βαθιά αλλαγή εποχής, με τεράστιες συνέπειες.
«Οι χώρες σε ολόκληρο τον κόσμο έχουν συσσωρεύσει τεράστια χρέη», επισημαίνει ο οικονομολόγος του Πανεπιστημίου Πρίνστον, Μάρκους Μπρούνερμαϊερ. Όπως τονίζει, η συνολική κατάσταση του χρέους «δεν είναι βιώσιμη μακροπρόθεσμα».
«Υπάρχει κίνδυνος μιας νέας κρίσης χρέους», προειδοποιεί και ο οικονομολόγος του Χάρβαρντ, Κένεθ Ρογκόφ. Σύμφωνα με τον ίδιο, οι επενδυτές στην αγορά ομολόγων γίνονται ολοένα πιο επιφυλακτικοί απέναντι στον τεράστιο όγκο του παγκόσμιου χρέους.
Κατά την περίοδο των χαμηλών επιτοκίων, πολιτικοί και οικονομολόγοι υποστήριζαν ότι, όταν το κόστος δανεισμού είναι σχεδόν μηδενικό, ακόμη και εξαιρετικά υψηλά επίπεδα χρέους μπορούν να παραμείνουν διαχειρίσιμα.
Το κράτος ανέλαβε τον ρόλο του διασώστη και τα πακέτα στήριξης μπορούσαν να είναι όσο μεγάλα χρειαζόταν, ανεξάρτητα από τη φύση της κρίσης: χρηματοπιστωτική κρίση, κρίση του ευρώ, πανδημία, πόλεμος στην Ουκρανία.
Πάντα υπήρχε ένα επιχείρημα υπέρ μιας νέας κρατικής παρέμβασης.
Το αποτέλεσμα αυτής της πολιτικής αποτυπώνεται στα σημερινά επίπεδα χρέους, τα οποία έφθασαν σε ιστορικά υψηλά κατά την περίοδο των χαμηλών επιτοκίων, ιδιαίτερα στις ανεπτυγμένες οικονομίες.
Πριν από τη χρηματοπιστωτική κρίση, το δημόσιο χρέος των επτά μεγαλύτερων βιομηχανικών οικονομιών του κόσμου, της G7, αντιστοιχούσε κατά μέσο όρο περίπου στο 78% του ΑΕΠ τους. Σήμερα, το αντίστοιχο ποσοστό έχει φθάσει περίπου στο 124%.
Ιδιαίτερα εντυπωσιακή είναι η περίπτωση των Ηνωμένων Πολιτειών, όπου το ομοσπονδιακό δημόσιο χρέος ξεπέρασε για πρώτη φορά το όριο των 40 τρισ. δολαρίων. Ωστόσο, η κατάσταση στην Ευρώπη είναι, για ακόμη μία φορά, ιδιαίτερα κρίσιμη.
Ο επικεφαλής του γερμανικού ινστιτούτου Ifo, Κλέμενς Φούεστ, εκτιμά ότι επίκειται ακόμη και «επιστροφή της κρίσης του ευρώ». «Αυτή τη φορά, στο επίκεντρο βρίσκεται η Γαλλία», δήλωσε ο οικονομολόγος στη Handelsblatt.
Πράγματι, η Γαλλία έχει ξεπεράσει εδώ και καιρό την Ιταλία σε απόλυτο ύψος δημόσιου χρέους, με υποχρεώσεις που υπερβαίνουν τα 3,5 τρισ. ευρώ, ποσό που αντιστοιχεί σχεδόν στο 120% του ΑΕΠ της. Οι δύο χώρες αντιπροσωπεύουν από κοινού το 47% του συνολικού δημόσιου χρέους της Ευρωζώνης.
Παρά την κατάσταση αυτή, στη Γαλλία δεν διαφαίνεται ουσιαστική προσπάθεια δημοσιονομικής εξυγίανσης ή μεταρρυθμίσεων. Αντίθετα, ακόμη και οι πιο περιορισμένες μεταρρυθμιστικές πρωτοβουλίες της κυβέρνησης προκαλούν μαζικές διαδηλώσεις.
«Μπροστά σε όσα βλέπουμε σήμερα στα γαλλικά ομόλογα, η προηγούμενη κρίση του ευρώ ήταν παιχνιδάκι», δήλωσε την Τετάρτη ο Φίλιπ Φράιζε, συνεπικεφαλής του ευρωπαϊκού τομέα private equity της KKR, στο συνέδριο Deutschland-Gipfel των Wirtschaftswoche και Handelsblatt στο Βερολίνο.
Όπως εξήγησε, αυτό οφείλεται και μόνο στο μέγεθος της γαλλικής οικονομίας σε σύγκριση με τις χώρες που είχαν βρεθεί στο επίκεντρο της προηγούμενης κρίσης, δηλαδή την Πορτογαλία, την Ιρλανδία, την Ελλάδα και την Ισπανία. Αλλά και οι υπόλοιπες μεγάλες ευρωπαϊκές οικονομίες, με εξαίρεση τη Γερμανία, δεν αξιοποίησαν την περίοδο των χαμηλών επιτοκίων για να εξυγιάνουν τα δημόσια οικονομικά τους.
Τώρα, αυτή η αμέλεια επιστρέφει ως σοβαρό πρόβλημα, καθώς το κόστος εξυπηρέτησης του χρέους επιβαρύνει ήδη σημαντικά τους κρατικούς προϋπολογισμούς.
«Το χρέος παραμένει βιώσιμο όσο οι επενδυτές δεν χάνουν την εμπιστοσύνη τους. Αυτή η εμπιστοσύνη, όμως, διαβρώνεται αυτή την περίοδο», προειδοποιεί ο Φούεστ. Προς το παρόν, οι κρατικοί προϋπολογισμοί εξακολουθούν να επωφελούνται από τα ομόλογα που είχαν εκδοθεί τα προηγούμενα χρόνια με ιδιαίτερα χαμηλά επιτόκια. Όμως, καθώς οι παλαιότερες εκδόσεις λήγουν και τα κράτη αναγκάζονται να αναχρηματοδοτήσουν το χρέος τους με πολύ δυσμενέστερους όρους, η δημοσιονομική επιβάρυνση αυξάνεται.
Η απόδοση των γαλλικών ομολόγων βρίσκεται πλέον σχεδόν 1,5 ποσοστιαία μονάδα υψηλότερα από εκείνη των αντίστοιχων γερμανικών τίτλων. Στην Ευρώπη, το υψηλότερο κόστος δανεισμού καταγράφει σήμερα η Βρετανία, με απόδοση 5,5%. «Το Ηνωμένο Βασίλειο είναι ιδιαίτερα ευάλωτο», τονίζει ο Ρογκόφ.
Σε αντίθεση με τη Γαλλία, η οποία αντιμετωπίζει ακόμη υψηλότερο χρέος, η Βρετανία δεν μπορεί να στηριχθεί στην οικονομικά ισχυρότερη Γερμανία. Επιπλέον, δεν έχει στη διάθεσή της τους εκτεταμένους μηχανισμούς στήριξης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας ή της Κομισιόν.
Ο Μπρούνερμαϊερ επισημαίνει ακόμη μία σημαντική διαφορά της σημερινής κατάστασης από τη χρηματοπιστωτική κρίση του παρελθόντος. Τότε υπήρχε κοινή διαχείριση της κρίσης. Σήμερα, αντίθετα, «οι χώρες της G20 δεν μπορούν πλέον να συμφωνήσουν σε μια κοινή πολιτική, δηλαδή σε συντονισμένα αντίμετρα». Πρόκειται, όπως προειδοποιεί, για «ένα τεράστιο πρόβλημα, το οποίο υποτιμάται πλήρως».
Αυξάνονται οι αμφιβολίες για τις ΗΠΑ
Η εμπιστοσύνη στην ικανότητα των κρατικών θεσμών να διαχειρίζονται αποτελεσματικά τις κρίσεις έχει υποχωρήσει τα τελευταία χρόνια. Αυτό δεν αφορά αποκλειστικά τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά είναι ιδιαίτερα εμφανές στην αμερικανική οικονομία, η οποία βρίσκεται στο επίκεντρο του σεισμού στην αγορά ομολόγων.
Από τη μία πλευρά, βρίσκεται η δημοσιονομική πολιτική, η οποία επί προεδρίας Ντόναλντ Τραμπ έχει αποκτήσει ακόμη μεγαλύτερες διαστάσεις.
Παρά το ιστορικά υψηλό δημόσιο χρέος, η αμερικανική κυβέρνηση εξακολουθεί να καταγράφει δημοσιονομικά ελλείμματα της τάξης του 6% του ΑΕΠ. Από την άλλη πλευρά, υπάρχει η προσπάθεια να καταστεί το βάρος του χρέους πιο διαχειρίσιμο μέσω κρατικών παρεμβάσεων.
Ο υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ, Σκοτ Μπέσεντ, έχει αρχίσει πρόσφατα να επαναγοράζει μακροπρόθεσμα κρατικά ομόλογα, αντικαθιστώντας τα με βραχυπρόθεσμους τίτλους.
Με τον τρόπο αυτό, η κυβέρνηση εξασφαλίζει αρχικά ευνοϊκότερους όρους χρηματοδότησης, αλλά αναλαμβάνει μεγαλύτερο κίνδυνο από πιθανές μεταβολές των επιτοκίων.
Και αυτό επειδή οι αυξήσεις των επιτοκίων, όπως αυτές που παρατηρούνται σχεδόν καθημερινά στις αγορές ομολόγων, μεταφέρονται πολύ ταχύτερα στον κρατικό προϋπολογισμό.
Ήδη, οι δαπάνες για την εξυπηρέτηση του αμερικανικού χρέους πλησιάζουν το 1 τρισ. δολάρια ετησίως και αποτελούν τη δεύτερη μεγαλύτερη κατηγορία δαπανών του ομοσπονδιακού προϋπολογισμού, μετά τις κοινωνικές δαπάνες και πριν από την άμυνα.
Ωστόσο, οικονομολόγοι όπως ο Ρογκόφ θεωρούν ακόμη πιο ανησυχητική μια άλλη εξέλιξη.
Ο Αμερικανός πρόεδρος συνεχίζει να ασκεί πιέσεις στον Κέβιν Γουόρς, τον οποίο ο ίδιος τοποθέτησε στην ηγεσία της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ, της Fed, προκειμένου να μειώσει τα επιτόκια.
Αυτή η πίεση, όμως, έρχεται σε αντίθεση με την αποστολή της Fed να καταπολεμά τον πληθωρισμό. Η ανεξαρτησία της σημαντικότερης κεντρικής τράπεζας στον κόσμο τίθεται υπό αμφισβήτηση.
Αυτό από μόνο του αποτελεί ανησυχητικό μήνυμα για μια οικονομία που, χάρη στο προνόμιο του δολαρίου ως παγκόσμιου αποθεματικού νομίσματος, ζει εδώ και δεκαετίες πέρα από τις οικονομικές της δυνατότητες και εξαρτάται σήμερα περισσότερο από ποτέ από τα ξένα κεφάλαια.
Το μέγεθος της πίεσης που αντιμετωπίζει η Ουάσιγκτον αποτυπώνεται και στις πρόσφατες παρεμβάσεις της αμερικανικής κυβέρνησης υπέρ του γεν.
Η Ιαπωνία, ο μεγαλύτερος πιστωτής των ΗΠΑ, είχε εξετάσει πρόσφατα το ενδεχόμενο να πουλήσει μέρος του χαρτοφυλακίου της, αξίας άνω του 1 τρισ. δολαρίων, προκειμένου να στηρίξει το νόμισμά της.
Τελικά, ο Μπέσεντ παρενέβη υπέρ του γεν, με στόχο να αποτρέψει την Ιαπωνία από το να διαθέσει στην αγορά αμερικανικά κρατικά ομόλογα. Μια τέτοια κίνηση θα ασκούσε πρόσθετες ανοδικές πιέσεις στις αποδόσεις των αμερικανικών τίτλων.
Η επιδείνωση της κατάστασης αποτυπώνεται και στις δημοπρασίες μακροπρόθεσμων αμερικανικών ομολόγων, οι οποίες δεν αποτελούν πλέον εύκολη υπόθεση ακόμη και για τις Ηνωμένες Πολιτείες, τη χώρα που εκδίδει το κυρίαρχο παγκόσμιο νόμισμα.
Η ζήτηση από ξένους επενδυτές για αμερικανικά κρατικά ομόλογα μειώνεται εδώ και χρόνια. Οι διεθνείς επενδυτές κατέχουν πλέον περίπου το 30% των αμερικανικών κρατικών ομολόγων, έναντι 50% το 2015.
Η Κίνα έχει σχεδόν υποδιπλασιάσει το χαρτοφυλάκιό της, περιορίζοντάς το στα 618 δισ. δολάρια. Η πίεση στην Ουάσιγκτον είναι, επομένως, μεγάλη.
Η μεγαλύτερη οικονομία του κόσμου, με έλλειμμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών ύψους 1,1 τρισ. δολαρίων, χρειάζεται επειγόντως ξένα κεφάλαια για να χρηματοδοτεί το επίπεδο ευημερίας της. Γι’ αυτό και εμφανίζεται αυξημένη η προθυμία να εξεταστούν μη συμβατικές λύσεις.
Μία από αυτές θα μπορούσε να είναι η άσκηση πίεσης σε άλλες χώρες, μέσω της εμπορικής πολιτικής και της πολιτικής ασφάλειας, ώστε να αγοράζουν αμερικανικά κρατικά ομόλογα.
Ακόμη πιο ακραίο θα ήταν να πιεστούν οι χώρες αυτές να ανταλλάξουν τους υφιστάμενους τίτλους τους με ομόλογα διάρκειας 100 ετών και χαμηλού επιτοκίου, τα λεγόμενα Century Bonds, στο πλαίσιο της συζήτησης για τη λεγόμενη «Συμφωνία του Μαρ-α-Λάγκο».
Την ιδέα αυτή είχε περιγράψει πρώην οικονομικός σύμβουλος του Τραμπ σε μια έκθεση που είχε προκαλέσει μεγάλη συζήτηση. Ο Φούεστ θεωρεί ότι ένα τέτοιο σενάριο είναι αδιανόητο, καθώς θα ισοδυναμούσε με «κρατική χρεοκοπία».
Αντίθετα, θεωρεί απολύτως πιθανή, ακόμη και «πολύ πιθανή», μια ηπιότερη μορφή χρηματοπιστωτικής καταστολής (financial repression).
Όπως εξηγεί, αυτό θα μπορούσε να σημαίνει ότι οι κεντρικές τράπεζες μειώνουν τα επιτόκια παρά τον υψηλό πληθωρισμό ή δεν τα αυξάνουν αρκετά ώστε να επιτύχουν τον στόχο τους για τη σταθερότητα των τιμών. Εναλλακτικά, οι κυβερνήσεις θα μπορούσαν μέσω ρυθμιστικών παρεμβάσεων να υποχρεώσουν τράπεζες και ασφαλιστικές εταιρείες να διακρατούν περισσότερα κρατικά ομόλογα.
Ένα επικίνδυνο μείγμα διαμορφώνεται
Προς το παρόν, η τάση ανόδου των επιτοκίων στις κεφαλαιαγορές παραμένει ισχυρή.
Ο Ρογκόφ θεωρεί πιθανό η απόδοση του δεκαετούς αμερικανικού κρατικού ομολόγου να αυξηθεί κατά μία ακόμη ποσοστιαία μονάδα στο ορατό μέλλον.
Σε τελική ανάλυση, η άνοδος των επιτοκίων αποτελεί και σύμπτωμα της αυξανόμενης δυσπιστίας απέναντι στις προσπάθειες των κρατών να εξασφαλίσουν τη χρηματοδότηση των ολοένα μεγαλύτερων δανειακών τους αναγκών.
Έτσι δημιουργείται ένας επικίνδυνος φαύλος κύκλος: το υψηλό χρέος προκαλεί απώλεια εμπιστοσύνης από τους επενδυτές, η οποία με τη σειρά της οδηγεί σε υψηλότερα ασφάλιστρα κινδύνου και αυξάνει περαιτέρω το κόστος του χρέους.
Ένας ακόμη σημαντικός παράγοντας που ωθεί ανοδικά τα επιτόκια είναι οι επίμονες πληθωριστικές πιέσεις.
«Το ενεργειακό σοκ οδηγεί σε υψηλότερο πληθωρισμό και αυτό, με τη σειρά του, αυξάνει τις αποδόσεις των ομολόγων», δήλωσε ο Λούντβιχ Στράουμπ, οικονομολόγος του Χάρβαρντ και συνάδελφος του Ρογκόφ, στο συνέδριο των Handelsblatt και Wirtschaftswoche.
Και όσο συνεχίζεται ο πόλεμος στο Ιράν, δεν διαφαίνεται τέλος στις ελλείψεις πετρελαίου και φυσικού αερίου.
Η Τεχεράνη δεν ασκεί πλέον πίεση στην παγκόσμια οικονομία μόνο μέσω του σχεδόν πλήρους αποκλεισμού των Στενών του Ορμούζ. Μέσω των Χούθι, το ιρανικό καθεστώς ελέγχει και μια δεύτερη εξαιρετικά σημαντική θαλάσσια οδό για τον παγκόσμιο εφοδιασμό με πετρέλαιο: τα Στενά Μπαμπ ελ Μαντέμπ, δηλαδή την πρόσβαση προς τη Διώρυγα του Σουέζ.
Οι συνέπειες για τις διεθνείς τιμές της ενέργειας και, κατ’ επέκταση, για τον πληθωρισμό είναι εξαιρετικά δύσκολο να υπολογιστούν. Η τιμή του αργού πετρελαίου έχει μόλις ξεπεράσει ξανά το κρίσιμο όριο των 100 δολαρίων το βαρέλι.
Σε γενικές γραμμές, η άνοδος των τιμών τείνει να οδηγεί και σε υψηλότερα μακροπρόθεσμα επιτόκια. Υπάρχουν όμως και άλλοι παράγοντες που διαμορφώνουν τη νέα εποχή των επιτοκίων.
Ένας από αυτούς είναι ο ολοένα εντονότερος ανταγωνισμός που αντιμετωπίζουν τα κράτη από τους τεχνολογικούς κολοσσούς της τεχνητής νοημοσύνης στην αναζήτηση χρηματοδότησης.
Στο παρελθόν, οι μεγάλες εταιρείες της Silicon Valley επένδυαν μέρος των τεράστιων κερδών τους σε κρατικά ομόλογα. Σήμερα, αντίθετα, προσφεύγουν και οι ίδιες στον δανεισμό, προκειμένου να χρηματοδοτήσουν τις τεράστιες επενδύσεις τους σε κέντρα δεδομένων.
Αυτή η εξέλιξη εντείνει τις πιέσεις στις διεθνείς αγορές ομολόγων.
Οι επενδυτές ξεμένουν από ασφαλή καταφύγια
Τι μπορούν, λοιπόν, να κάνουν οι κυβερνήσεις για να σπάσουν τον επικίνδυνο φαύλο κύκλο χρέους, υψηλών επιτοκίων και ακόμη μεγαλύτερου χρέους; Για να αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη των επενδυτών, η δημοσιονομική εξυγίανση θεωρείται αναπόφευκτη.
Ωστόσο, πολλές κυβερνήσεις αποφεύγουν αυτή την επιλογή, μεταξύ άλλων επειδή επιδιώκουν να περιορίσουν την άνοδο των πολιτικών δυνάμεων στα άκρα του πολιτικού φάσματος μέσω κοινωνικών πολιτικών που δύσκολα μπορούν να χρηματοδοτηθούν.
Την ίδια στιγμή, οι επενδυτές στις κεφαλαιαγορές βλέπουν τις διαθέσιμες επιλογές ασφαλών τοποθετήσεων να περιορίζονται.
Ο Λαρς Φελντ, διευθυντής του Ινστιτούτου Walter Eucken στο Φράιμπουργκ, θεωρεί ότι τα γερμανικά κρατικά ομόλογα εξακολουθούν να αποτελούν ένα τέτοιο ασφαλές καταφύγιο.
Πράγματι, η μεγαλύτερη οικονομία της Ευρώπης, με κορυφαία πιστοληπτική αξιολόγηση ΑΑΑ και δημόσιο χρέος λίγο πάνω από το 60% του ΑΕΠ, συγκαταλέγεται ακόμη στις δημοσιονομικά ισχυρότερες χώρες.
Το ερώτημα είναι για πόσο.
Μόνο οι χώρες της G7 έχουν συσσωρεύσει συνολικό χρέος ύψους 62 τρισ. δολαρίων. Κάθε αύξηση των επιτοκίων, ακόμη και κατά ένα μικρό κλάσμα της ποσοστιαίας μονάδας, επιβαρύνει τους κρατικούς προϋπολογισμούς με επιπλέον δισεκατομμύρια.
Αυτή είναι η νέα πραγματικότητα των επιτοκίων. Και όσο ευρηματικές κι αν είναι οι κυβερνητικές παρεμβάσεις, οι θεμελιώδεις νόμοι της οικονομίας δεν μπορούν να καταργηθούν. Ή, όπως είχε διατυπώσει κάποτε ο οικονομολόγος Μίλτον Φρίντμαν, «δεν υπάρχει δωρεάν γεύμα».
Μεταφέρουν, λοιπόν, πράγματι οι Ηνωμένες Πολιτείες την κρίση χρέους τους στον υπόλοιπο κόσμο, όπως προειδοποιεί ο Ελ Εριάν; Η ειρωνεία είναι ότι η μεγαλύτερη οικονομία του πλανήτη, χάρη στη δυναμική της τεχνολογικής της ανάπτυξης, είναι ίσως εκείνη που διαθέτει τις περισσότερες πιθανότητες να ξεπεράσει την κρίση χρέους μέσω της οικονομικής μεγέθυνσης.
Ωστόσο, τα δεδομένα θα αλλάξουν ριζικά εάν οι επενδύσεις στην τεχνητή νοημοσύνη, οι οποίες έχουν αποκτήσει ιστορικές διαστάσεις, δεν ανταποκριθούν στις προσδοκίες για αύξηση της παραγωγικότητας.
Σε αυτή την περίπτωση, ακόμη και οι Ηνωμένες Πολιτείες θα βρεθούν αντιμέτωπες με μια εντελώς διαφορετική πραγματικότητα.
Ο Ελ Εριάν είχε περιγράψει κάποτε τον κίνδυνο αυτό σε συνομιλία του με τη Handelsblatt με μια χαρακτηριστική φράση: «Από το 6% αρχίζει η διαδικασία της καταστροφής». Και αυτό δεν αφορά μόνο τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά ολόκληρο τον κόσμο.
Διαβάστε ακόμη
Ευρωπαϊκό «πράσινο φως» αποκλειστικά για την Ελλάδα στη ρήτρα διαφυγής για την ενέργεια
Bloomberg: Στο τραπέζι της ΕΕ φόρος στα υπερκέρδη των ενεργειακών εταιρειών
SpaceX: Το μεγάλο στοίχημα του Έλον Μασκ στην κινητή τηλεφωνία (tweet)
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφθείτε το Πρώτο ΘΕΜΑ
Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.