Αυξανόμενες πιέσεις στο κόστος λειτουργίας των μεσαίων ευρωπαϊκών επιχειρήσεων προκαλεί η άνοδος των τιμών των καυσίμων, με τη Morningstar DBRS να προειδοποιεί ότι, εάν οι υψηλές τιμές διατηρηθούν και το 2027, ένα σημαντικό μέρος των επιχειρήσεων που χρηματοδοτούνται μέσω ιδιωτικών πιστώσεων (private credit) ενδέχεται να βρεθεί αντιμέτωπο με επιδείνωση της κερδοφορίας, των ταμειακών ροών και της πιστοληπτικής του εικόνας.
Σύμφωνα με ανάλυση του οίκου αξιολόγησης, το 36% των ευρωπαϊκών δανειοληπτών της μεσαίας αγοράς εμφανίζει ουσιαστική έκθεση στην αύξηση του ενεργειακού κόστους, ενώ περίπου τα δύο τρίτα εκτιμάται ότι διαθέτουν επαρκή περιθώρια για να απορροφήσουν τις πρόσθετες επιβαρύνσεις.
Η Morningstar DBRS επισημαίνει ότι ο κίνδυνος είναι επιλεκτικός και όχι συστημικός για τα ευρωπαϊκά χαρτοφυλάκια private credit, παρά το γεγονός ότι οι υψηλότερες τιμές του ντίζελ και της ενέργειας αυξάνουν τα έξοδα μεταφορών, εμπορευματικών αποστολών και παραγωγικής λειτουργίας.
Οι μεγαλύτερες πιέσεις εντοπίζονται σε επιχειρήσεις της βιομηχανικής μεταποίησης, της παραγωγής προϊόντων βιοεπιστημών και ιατροτεχνολογικού εξοπλισμού, καθώς και των μεταφορών και των logistics. Πρόκειται για κλάδους στους οποίους οι δαπάνες για καύσιμα, ενέργεια και μεταφορικό έργο αντιπροσωπεύουν σημαντικό μέρος του συνολικού λειτουργικού κόστους.
Παρότι η πρόσφατη άνοδος των τιμών των καυσίμων δεν αναμένεται να επηρεάσει ουσιαστικά τις οικονομικές επιδόσεις των περισσότερων δανειοληπτών βραχυπρόθεσμα, η διατήρηση του αυξημένου κόστους για μεγαλύτερο διάστημα θα μπορούσε να περιορίσει σταδιακά τα περιθώρια κέρδους και τη δυνατότητα παραγωγής ρευστότητας.
Καθοριστικό ρόλο θα διαδραματίσει η ικανότητα των επιχειρήσεων να μετακυλίουν το υψηλότερο κόστος στους πελάτες τους, χωρίς να υπονομεύουν τη ζήτηση, καθώς και η δυνατότητά τους να προσαρμόζουν τις λειτουργικές δαπάνες και να διατηρούν επαρκή ταμειακά διαθέσιμα.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα αποτελέσματα των ασκήσεων προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων (stress tests) που πραγματοποίησε η Morningstar DBRS.
Σύμφωνα με αυτά, μια μείωση του EBITDA κατά 10% θα μπορούσε να οδηγήσει σε επιδείνωση της αξιολόγησης χρηματοοικονομικού κινδύνου για περίπου το ένα τέταρτο των περισσότερο εκτεθειμένων επιχειρήσεων.
Η εξέλιξη αυτή θα μπορούσε να καταστήσει ορισμένους δανειολήπτες περισσότερο ευάλωτους, ιδιαίτερα εάν η αύξηση του κόστους καυσίμων συνοδευτεί από περιορισμένη δυνατότητα αναπροσαρμογής των τιμών πώλησης ή από πιέσεις στη ρευστότητα.
«Οι υψηλότερες τιμές των καυσίμων συνιστούν περισσότερο έναν επιλεκτικό παρά έναν γενικευμένο κίνδυνο για τα ευρωπαϊκά χαρτοφυλάκια ιδιωτικών πιστώσεων», επισημαίνει η Έλενα Πέρες, Assistant Vice President στον τομέα Private Corporate Credit της Morningstar DBRS.
Όπως εξηγεί, οι περισσότεροι δανειολήπτες φαίνεται ότι μπορούν να διαχειριστούν την τρέχουσα αύξηση του κόστους, όμως η παρατεταμένη ενεργειακή ακρίβεια θα μπορούσε να μεταβάλει την εικόνα μέσα στο 2027.
Η ίδια υπογραμμίζει ότι η τιμολογιακή δύναμη, η λειτουργική ευελιξία και η αποτελεσματική διαχείριση της ρευστότητας θα αποτελέσουν τους βασικούς παράγοντες που θα καθορίσουν κατά πόσο οι ενεργειακές πιέσεις θα μετατραπούν σε ουσιαστική επιδείνωση των πιστωτικών μεγεθών.
Το βασικό συμπέρασμα της ανάλυσης είναι ότι η ευρωπαϊκή αγορά private credit δεν αντιμετωπίζει επί του παρόντος έναν γενικευμένο κίνδυνο από την άνοδο των καυσίμων. Ωστόσο, η επιμονή των υψηλών ενεργειακών τιμών έως το 2027 μπορεί να εντείνει τις διαφοροποιήσεις μεταξύ των επιχειρήσεων, ασκώντας σημαντικότερες πιέσεις σε όσες δραστηριοποιούνται σε ενεργοβόρους κλάδους και διαθέτουν μικρότερα περιθώρια απορρόφησης του πρόσθετου κόστους.
Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.