Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης

Add Newmoney.gr on Google

Από τον όμιλο που βρίσκεται πίσω από τα πάρκα Legoland και το Madame Tussauds, μέχρι τον ιδιοκτήτη του τσαγιού Lipton και την αυτοκινητοβιομηχανία Aston Martin, ορισμένες από τις πιο επιβαρυμένες επιχειρήσεις της Ευρώπης βρίσκονται μπροστά σε μια κρίσιμη δοκιμασία: την αναχρηματοδότηση του χρέους τους σε ένα περιβάλλον υψηλότερων επιτοκίων.

Η επιστροφή του κόστους χρήματος σε υψηλότερα επίπεδα δεν αποτελεί πρόβλημα για το μεγαλύτερο μέρος των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων, οι οποίες διαθέτουν ισχυρότερους ισολογισμούς και μεγαλύτερη πρόσβαση στις αγορές.

Για τις εταιρείες όμως που είχαν ήδη συσσωρεύσει μεγάλο δανεισμό την περίοδο των σχεδόν μηδενικών επιτοκίων, η νέα πραγματικότητα δημιουργεί σημαντικές πιέσεις.

Στη λίστα των ομίλων που βρίσκονται αντιμέτωποι με αυξημένο κίνδυνο περιλαμβάνονται γνωστά ονόματα, όπως η Merlin Entertainments, η οποία διαχειρίζεται δημοφιλή αξιοθέατα σε όλη την Ευρώπη, η Lipton Teas and Infusions, ένας από τους μεγαλύτερους παραγωγούς τσαγιού παγκοσμίως, η εταιρεία διαχείρισης ακινήτων Emeria, αλλά και η τηλεπικοινωνιακή αυτοκρατορία Altice International του Patrick Drahi.

Οι περισσότερες από αυτές τις επιχειρήσεις είχαν προχωρήσει σε σημαντικό δανεισμό όταν το κόστος χρηματοδότησης βρισκόταν σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα. Σήμερα, όπως αναφέρει το Euronews μεγάλο μέρος αυτού του χρέους πλησιάζει στη λήξη του, την ώρα που οι επενδυτές απαιτούν υψηλότερες αποδόσεις για να αναλάβουν τον κίνδυνο νέας χρηματοδότησης.

Η αλλαγή πορείας των κεντρικών τραπεζών αυξάνει την πίεση

H Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα έχει ήδη αλλάξει κατεύθυνση στη νομισματική της πολιτική, αφού μετά τις μειώσεις επιτοκίων έως το 2025 προχώρησε ξανά σε αυξήσεις. Τον Ιούνιο αύξησε το επιτόκιο καταθέσεων για πρώτη φορά μετά από σχεδόν τρία χρόνια, ενώ ακολούθησε νέα αύξηση μέσα στον Σεπτέμβριο, με το επιτόκιο να διαμορφώνεται στο 2,5%. Παρόμοια κίνηση ακολούθησε και η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ, ανεβάζοντας το βασικό της επιτόκιο στο εύρος 3,75% έως 4%.

Για μια οικονομικά υγιή εταιρεία, μια μικρή αύξηση του κόστους δανεισμού μπορεί να είναι διαχειρίσιμη. Για μια επιχείρηση όμως που ήδη αντιμετωπίζει υψηλή μόχλευση, μπορεί να καθορίσει αν θα μπορέσει να εξασφαλίσει νέα χρηματοδότηση ή αν θα βρεθεί αντιμέτωπη με αδιέξοδο.

Όπως επισημαίνουν αναλυτές της αγοράς, τα υψηλά επιτόκια λειτουργούν με καθυστέρηση και δεν επηρεάζουν όλες τις εταιρείες με τον ίδιο τρόπο. Η πίεση εμφανίζεται σταδιακά, καθώς οι επιχειρήσεις αναχρηματοδοτούν διαφορετικά τμήματα του χρέους τους σε διαφορετικές χρονικές στιγμές.

Κάθε νέα λήξη δανείου αποτελεί πλέον μια ξεχωριστή δοκιμασία.

Ο «τοίχος» αναχρηματοδότησης πλησιάζει

Σύμφωνα με την S&P Global Ratings, τα ευρωπαϊκά CLOs (Collateralised Loan Obligations) διαθέτουν σημαντική έκθεση σε εταιρείες χαμηλής πιστοληπτικής αξιολόγησης. Στο τέλος Ιουνίου, τα ευρωπαϊκά CLOs είχαν δάνεια ύψους 5,3 δισ. ευρώ προς επιχειρήσεις με αξιολόγηση CCC, τα οποία λήγουν το 2028.
Το ποσό αυτό ήταν αυξημένο από τα 3,5 δισ. ευρώ στο τέλος του 2025, γεγονός που δείχνει τη διεύρυνση της πίεσης στο πιο αδύναμο κομμάτι της αγοράς. Από τις δέκα μεγαλύτερες εταιρείες με αξιολόγηση CCC που εντόπισε η S&P, έξι αντιμετωπίζουν σημαντικές λήξεις χρέους το 2027 ή το 2028.

Οι εταιρείες που βρίσκονται στο επίκεντρο

Η Colisée, γαλλική εταιρεία που δραστηριοποιείται σε μονάδες φροντίδας ηλικιωμένων, αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα. Τον Απρίλιο εγκρίθηκε στο Παρίσι σχέδιο αναδιάρθρωσης, με τους πιστωτές να μετατρέπουν μέρος των δανείων τους σε μετοχές και το μεγαλύτερο μέρος του υπόλοιπου χρέους να μετατίθεται για το 2031.

Η Stow Group, βελγική εταιρεία συστημάτων αποθήκευσης και αυτοματοποιημένου εξοπλισμού logistics, διαθέτει αξιολόγηση CCC+ από την S&P, ενώ τα CLOs είχαν δάνεια ύψους 364 εκατ. ευρώ. Η επόμενη μεγάλη λήξη χρέους της έρχεται τον Σεπτέμβριο του 2028.

Η Merlin Entertainments, ιδιοκτήτρια των Legoland, Madame Tussauds, Sea Life και London Eye, βρίσκεται επίσης στη λίστα. Ο όμιλος ελέγχεται από την επενδυτική εταιρεία της οικογένειας Lego, KIRKBI, μαζί με τη Blackstone και το καναδικό συνταξιοδοτικό ταμείο CPP Investments. Αν και αντιμετώπισε πιέσεις, εξασφάλισε νέα χρηματοδότηση για χρέος που λήγει το 2027, μειώνοντας τον άμεσο κίνδυνο.

Η αμερικανική Solera, που παρέχει λογισμικό για την αυτοκινητοβιομηχανία και τις ασφαλιστικές εταιρείες, έχει αξιολόγηση CCC+ και σημαντική έκθεση σε ευρωπαϊκά επενδυτικά κεφάλαια.

Στον χώρο της εκπαίδευσης, η γαλλική AD Education, η οποία διαχειρίζεται ιδιωτικά κολέγια σχεδιασμού, επικοινωνίας και ψηφιακών δεξιοτήτων, αντιμετωπίζει πιέσεις λόγω της υποχώρησης της κερδοφορίας της.

Η βρετανική Pharmanovia, εταιρεία φαρμάκων με διεθνή παρουσία, έχει επίσης υποβαθμιστεί σε CCC+ από την S&P, καθώς η κεφαλαιακή της δομή κρίθηκε μη βιώσιμη.

Ιδιαίτερη προσοχή συγκεντρώνει η Lipton Teas and Infusions, που ανήκει στην CVC Capital Partners μετά την εξαγορά της από τη Unilever έναντι 4,5 δισ. ευρώ. Το πρόβλημα δεν αφορά τη δραστηριότητα της εταιρείας, αλλά το ύψος του δανεισμού που χρησιμοποιήθηκε για τη συμφωνία.

Emeria, Arxada και Altice οι μεγαλύτερες εστίες κινδύνου

Η γαλλική Emeria, πρώην Foncia Groupe, η οποία δραστηριοποιείται στη διαχείριση κατοικιών και ακινήτων, έχει έναν από τους πιο επιβαρυμένους ισολογισμούς. Η S&P την υποβάθμισε σε CCC+, επικαλούμενη υψηλή μόχλευση και αυξημένο κίνδυνο αναχρηματοδότησης.

Η Arxada, ελβετική εταιρεία ειδικών χημικών προϊόντων, προχώρησε σε συμφωνία με τους πιστωτές της για εισφορά νέων κεφαλαίων ύψους 200 εκατ. ελβετικών φράγκων και παράταση του μεγαλύτερου μέρους του χρέους της έως το 2031 και το 2032.

Η πιο δύσκολη περίπτωση είναι η Altice International, τμήμα της τηλεπικοινωνιακής αυτοκρατορίας του Patrick Drahi. Η εταιρεία, που ελέγχει μεταξύ άλλων τον πορτογαλικό πάροχο MEO και την ισραηλινή HOT, έχει αξιολόγηση CCC με αρνητική προοπτική. Η επόμενη σημαντική λήξη χρέους έρχεται ήδη τον Φεβρουάριο του 2027.

Η Aston Martin πληρώνει ακριβά τον νέο δανεισμό

Η Aston Martin Lagonda αποτελεί το πιο αναγνωρίσιμο παράδειγμα εισηγμένης εταιρείας που αντιμετωπίζει την πίεση του χρέους. Η βρετανική εταιρεία πολυτελών αυτοκινήτων παρουσίασε βελτίωση στα έσοδα, τα οποία αυξήθηκαν κατά 38% στο πρώτο εξάμηνο του 2026, φτάνοντας τα 629 εκατ. λίρες. Ωστόσο, εξακολουθεί να εμφανίζει ζημιές προ φόρων ύψους 154,2 εκατ. λιρών, ενώ το καθαρό χρέος της ανέρχεται περίπου σε 1,54 δισ. λίρες.
Τον Ιούλιο άντλησε νέα χρηματοδότηση 550 εκατ. λιρών, όμως το κόστος ήταν ιδιαίτερα υψηλό, με επιτόκιο 6,75 ποσοστιαίες μονάδες πάνω από τον δείκτη SONIA.

Δεν πρόκειται για γενικευμένη κρίση χρέους

Παρά τις πιέσεις, η εικόνα δεν αφορά συνολικά την ευρωπαϊκή αγορά εταιρικού χρέους. Οι εταιρείες με αξιολόγηση CCC αποτελούν μόλις το 4,3% της αγοράς υψηλής απόδοσης στην Ευρώπη. Οι περισσότερες επιχειρήσεις εξακολουθούν να έχουν πρόσβαση σε χρηματοδότηση με σχετικά φυσιολογικούς όρους. Το πρόβλημα εντοπίζεται κυρίως στις εταιρείες που δανείστηκαν επιθετικά την περίοδο του φθηνού χρήματος και τώρα καλούνται να αναχρηματοδοτήσουν το χρέος τους σε ένα πολύ δυσκολότερο περιβάλλον.

Η άνοδος των επιτοκίων δεν πλήττει ομοιόμορφα την εταιρική Ευρώπη. Απλώς αναδεικνύει εκείνες τις επιχειρήσεις που είχαν τη μεγαλύτερη εξάρτηση από τον φθηνό δανεισμό, κάθε φορά που φτάνει η στιγμή μιας νέας λήξης χρέους.

Διαβάστε ακόμη 

Καπνική Μιχαηλίδης: Μετά τα εργοστάσια, παίρνουν σειρά για το σφυρί τα καπνά (pics)

Σκλαβενίτης: «Φρεσκούλης», 250.000 μερίδες τη μέρα και Food Hall – Το μεγάλο σχέδιο στα τρόφιμα

PRODEA: Οι νέες επενδύσεις στον τουρισμό – Τι απαντά για το ξενοδοχείο στο Σαρακήνικο και στο δήμο Μήλου (pics)

Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφθείτε το Πρώτο ΘΕΜΑ