Η αγορά των αμερικανικών ομολόγων βρίσκεται στο επίκεντρο μιας νέας αναταραχής, με τις αποδόσεις τους να εκτινάσσονται σε επίπεδα που είχαν να εμφανιστούν σχεδόν δύο δεκαετίες. Το ράλι του πετρελαίου πάνω κι από τα 106 δολάρια το βαρέλι, οι επίμονες πληθωριστικές πιέσεις και η αυξανόμενη ανησυχία για τη δημοσιονομική πορεία των ΗΠΑ οδηγούν τους επενδυτές να απαιτούν υψηλότερη απόδοση για να διακρατήσουν αμερικανικό χρέος κυρίως δε, μεγάλης διάρκειας.
Η απόδοση του 30ετούς αμερικανικού τίτλου κινείται πλέον πάνω από το 5,34%, έχοντας φτάσει νωρίτερα έως και την περιοχή του 5,35%, ήτοι το υψηλότερο επίπεδο από το 2007. Την ίδια στιγμή, το 10ετές ομόλογο βρίσκεται στο 4,914%, κοντά στα υψηλότερα επίπεδα από το 2023, ενώ η απόδοση του 2ετούς έχει επίσης ανέβει στο 4,522%, καθώς οι αγορές αυξάνουν τα στοιχήματά τους για αυστηρότερη στάση από τη Federal Reserve.
Η εικόνα αυτή αποτυπώνει μια σημαντική αλλαγή στις προσδοκίες των επενδυτών. Ενώ μέχρι πρόσφατα η Wall Street προεξοφλούσε ότι η κεντρική τράπεζα έχει τα περιθώρια να συνεχίσει να κρατά στάση αναμονής, αποφεύγοντας στροφή σε νομισματική σύσφιγξη, πλέον τιμολογεί αυξημένη πιθανότητα για αύξηση των επιτοκίων ήδη στη συνεδρίαση της επόμενης εβδομάδας, καθώς οι πληθωριστικοί κίνδυνοι επιστρέφουν γοργά στο προσκήνιο.
Το τριπλό σοκ για τα αμερικανικά ομόλογα
Η πίεση στα Treasuries προέρχεται από τρεις βασικούς παράγοντες.
Πρώτος παράγοντας είναι η νέα άνοδος στις τιμές της ενέργειας που ενισχύει τους φόβους ότι ο πληθωρισμός μπορεί να παραμείνει υψηλότερος για μεγαλύτερο διάστημα.
Το Brent βρίσκεται σε συνεχή ανοδική πορεία τις τελευταίες ημέρες, καθώς οι γεωπολιτικές εντάσεις στη Μέση Ανατολή δημιουργούν νέες ανησυχίες για την προσφορά πετρελαίου. Η προθεσμιακή τιμή συμβολαίων Νοεμβρίου πέρασε χθες το ψυχολογικό όριο των 100 δολαρίων και σήμερα «έσπασε» και το φράγμα των 106 δολαρίων το βαρέλι.
Ωστόσο, το γεωπολιτικό ρίσκο αναμένεται να κρατήσει τις ενεργειακές τιμές ψηλά, επαναφέροντας στο προσκήνιο ακόμη και το σενάριο για Brent στα 120 δολάρια το βαρέλι.
Σχολιάζοντας τις εξελίξεις, η S&P Global Energy σε σημείωμα της την Πέμπτη, εκτίμησε ότι η αγορά πετρελαίου εισέρχεται σε μια «νέα κανονικότητα» υψηλότερων τιμών, καθώς οι πιθανότητες μιας οριστικής αποκλιμάκωσης της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή περιορίζονται σημαντικά και οι διαταραχές στην προσφορά παραμένουν. Μάλιστα, ο οίκος προέβλεψε ότι οι ροές αργού από την περιοχή δεν αναμένεται πλέον να επιστρέψουν στα προπολεμικά επίπεδα έως το τέλος του 2027, γεγονός που αλλάζει δραματικά τις ισορροπίες στην παγκόσμια αγορά ενέργειας
Ο δεύτερος παράγοντας έχει να κάνει με τις διογκούμενες πληθωριστικές πιέσεις. Ήδη τα στοιχεία για τις τιμές παραγωγού στις ΗΠΑ έδειξαν σήμερα ότι οι πληθωριστικές πιέσεις παραμένουν ενεργές. Ο δείκτης τιμών παραγωγού αυξήθηκε τον Αύγουστο με ετήσιο ρυθμό 5,4%, ενισχύοντας τα σενάρια ότι η Fed μπορεί να χρειαστεί να κρατήσει τα επιτόκια υψηλότερα για περισσότερο ή ακόμη και να προχωρήσει σε νέα αύξηση. Αν τα στοιχεία που θα δημοσιευτούν αύριο, Παρασκευή, για τον δείκτη τιμών καταναλωτή αποτυπώσουν ανάλογη υπερθέρμανση των τιμών, οι συνθήκες στις αγορές θα γίνουν ακόμη πιο δύσκολες.
Ο τρίτος παράγοντας είναι ότι οι επενδυτές εμφανίζονται ολοένα πιο επιφυλακτικοί απέναντι στη δημοσιονομική εικόνα των ΗΠΑ, με το αμερικανικό χρέος να έχει ξεπεράσει τα 40 τρισ. δολάρια και την αγορά να ζητά υψηλότερο ασφάλιστρο κινδύνου για τα μακροπρόθεσμα ομόλογα.
«Τα ομόλογα αντιμετωπίζουν διπλή πίεση: οι τιμές του πετρελαίου ανεβαίνουν, ενώ οι επαναγορές ομολόγων από το υπουργείο Οικονομικών των ΗΠΑ και οι αυξανόμενες ανησυχίες για την αξιοπιστία της πολιτικής ωθούν υψηλότερα τα ασφάλιστρα κινδύνου», σχολίασε η Πούτζα Κούμρα, στρατηγική αναλύτρια σε θέματα επιτοκίων στην TD Securities.
Η παρέμβαση Μπέσεντ δεν έπεισε την αγορά
Η προσπάθεια του υπουργείου Οικονομικών των ΗΠΑ να περιορίσει την άνοδο των αποδόσεων μέσω επαναγορών χρέους δεν κατάφερε να ανατρέψει το κλίμα.
Ο υπουργός Οικονομικών Σκοτ Μπέσεντ ανακοίνωσε ότι το πρόγραμμα επαναγοράς αμερικανικών ομολόγων αυξάνεται στα 6 δισ. δολάρια, από 2 δισ. δολάρια αρχικά, με στόχο τη βελτίωση της ρευστότητας και την άσκηση πίεσης στις μακροπρόθεσμες αποδόσεις. Ωστόσο, οι επενδυτές αντιμετώπισαν την κίνηση με επιφυλακτικότητα, καθώς θεωρούν ότι δεν αντιμετωπίζει τα βαθύτερα προβλήματα που σχετίζονται με τον πληθωρισμό και το δημοσιονομικό έλλειμμα.
Όπως σχολίασε ο Matt Simpson, senior market analyst της StoneX, ο Μπέσεντ «μπορεί να κερδίσει μία ή δύο μάχες», αλλά η τελική έκβαση θα εξαρτηθεί από το αν οι επενδυτές ομολόγων πειστούν ότι οι θεμελιώδεις πιέσεις μπορούν να αντιστραφούν.
Η Fed στο επίκεντρο: αυξάνονται τα στοιχήματα για αύξηση
Η ετυμηγορία της Fed στις 16 Σεπτεμβρίου αποτελεί πλέον το κρίσιμο σημείο αναφοράς για τις αγορές. Οι αγορές φαίνεται πως εγκαταλείπουν σταδιακά το σενάριο παραμονής της αμερικανικής κεντρικής τράπεζας σε περιοριστική τροχιά για περισσότερο χρόνο, καθώς ο πληθωρισμός και το ενεργειακό σοκ περιπλέκουν τη νομισματική στρατηγική.
Στις αγορές χρήματος, μάλιστα, οι traders δίνουν πλέον περίπου 70% πιθανότητα σε μια αύξηση επιτοκίων κατά 25 μονάδες βάσης, καθώς οι τιμές ενέργειας και ο πληθωρισμός δυσκολεύουν την προσπάθεια αποκλιμάκωσης.
Σημειωτέον δε, πως νωρίτερα και η ΕΚΤ προχώρησε σε νέα αύξηση επιτοκίων στο 2,5% με το συμβούλιο υπό την Κριστίν Λαγκάρντ να εκπέμπει σήμα κινδύνου για την αναζωπύρωση των πληθωριστικών πιέσεων υπό το βάρος της ενεργειακής κρίσης.
Οι επιπτώσεις για οικονομία και καταναλωτές
Η άνοδος των αποδόσεων των ομολόγων πυροδοτεί ένα ντόμινο συνεπειών για την οικονομία και την καθημερινότητα των πολιτών. Επηρεάζει άμεσα το κόστος χρηματοδότησης στην αμερικανική οικονομία, καθώς τα στεγαστικά δάνεια, τα επιχειρηματικά δάνεια και τα καταναλωτικά επιτόκια συνδέονται στενά με τις αποδόσεις των κρατικών τίτλων.
Οι υψηλότερες αποδόσεις στα 30ετή ομόλογα αυξάνουν την πίεση στην αγορά κατοικίας, ενώ οι επιχειρήσεις αντιμετωπίζουν ακριβότερο κόστος άντλησης κεφαλαίων. Παράλληλα, η αυξημένη έκδοση εταιρικών ομολόγων, ιδιαίτερα λόγω των μεγάλων επενδύσεων στην τεχνητή νοημοσύνη, δημιουργεί επιπλέον ανταγωνισμό για τα κεφάλαια των επενδυτών.
Πίεση και στα ευρωπαϊκά ομόλογα – Άλμα στα βρετανικά gilts
Η αναταραχή στην αγορά κρατικού χρέους δεν περιορίζεται στις ΗΠΑ, αν και η αμερικανική αγορά έχει σαφώς την μεγαλύτερη βαρύτητα. Οι ευρωπαϊκές αγορές ομολόγων δέχθηκαν επίσης ισχυρές πιέσεις, καθώς η εκτίναξη των τιμών ενέργειας αναζωπύρωσε τους φόβους για νέο πληθωριστικό κύμα και παρατεταμένη περιοριστική πολιτική από την ΕΚΤ.
Στη Γερμανία, η απόδοση του 10ετούς Bund κινήθηκε κοντά στο 3,48%, ενώ το 30ετές ξεπέρασε το 5%, σε επίπεδα που είχαν να εμφανιστούν από τις αρχές της δεκαετίας του 2000. Στη Γαλλία, οι αποδόσεις κινήθηκαν στα υψηλότερα επίπεδα από το 2008, καθώς οι επενδυτές επανεκτιμούν το κόστος χρηματοδότησης των κυβερνήσεων σε ένα περιβάλλον υψηλότερου πληθωρισμού και αυξημένων δαπανών.
Ακόμη μεγαλύτερη ήταν η πίεση στη Βρετανία, όπου η απόδοση του 10ετούς gilt άγγιξε το 5,3%, επίπεδα που είχαν να καταγραφούν από το 2007. Οι επενδυτές ανησυχούν ότι οι υψηλότερες τιμές πετρελαίου και φυσικού αερίου μπορεί να διατηρήσουν τον πληθωρισμό σε υψηλά επίπεδα, περιορίζοντας τα περιθώρια της Τράπεζας της Αγγλίας για μετριοπαθή νομισματική πολιτική.
Αν και τα προγνωστικά για τη συνεδρίαση της BoE, στη συνεδρίαση της 17ης Σεπτεμβρίου, εξακολουθούν να «βλέπουν» διατήρηση του βασικού επιτοκίου στο 3,75%, πλέον αυξάνονται τα στοιχήματα για πιθανή αύξηση έως το τέλος του έτους.
Η κοινή συνισταμένη για τις αγορές ομολόγων είναι ότι το ενεργειακό σοκ μετατρέπεται ξανά σε πληθωριστικό κίνδυνο, αυξάνοντας το κόστος δανεισμού κυβερνήσεων, επιχειρήσεων και νοικοκυριών διεθνώς.
Διαβάστε ακόμη
Οι αγορές ομολόγων «καναρίνι στο ορυχείο» για τον πληθωρισμό
Το μεγάλο cash out των Ελλήνων εφοπλιστών – 316 πλοία στο σφυρί
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφθείτε το Πρώτο ΘΕΜΑ
