Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης

Add Newmoney.gr on Google

Η Ευρωπαϊκή Ένωση θα χρειαστεί να κατασκευάσει επιπλέον 7,14 εκατ. κατοικίες έως το 2035, πέραν όσων αναμένεται να δημιουργηθούν με βάση τον σημερινό ρυθμό οικοδομικής δραστηριότητας, προκειμένου να περιορίσει τις στεγαστικές ελλείψεις που έχουν συσσωρευθεί στις ταχύτερα αναπτυσσόμενες περιφέρειές της.

Σύμφωνα με νέα μελέτη του Joint Research Centre της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,– στην συγγραφή της μελέτης συμμετέχει και η κ. Μπαλουκτσή Δέσποινα μέλος του ερευνητικής ομάδας- η κάλυψη του κενού απαιτεί περίπου 650.000 πρόσθετες κατοικίες ετησίως και επενδύσεις συνολικού ύψους €1,68 τρισ. σε τιμές 2024 ή περίπου €150 δισ. τον χρόνο. Οι ανάγκες συγκεντρώνονται κυρίως σε μεγάλες μητροπολιτικές και αστικές περιοχές, με τη Γερμανία, τη Γαλλία, την Ιταλία και την Ισπανία να αντιπροσωπεύουν σχεδόν τα δύο τρίτα της συνολικής επενδυτικής ανάγκης.

Η πίεση συγκεντρώνεται στις μεγάλες πόλεις

Η μελέτη αναλύει χωριστά κάθε περιφέρεια καθώς τα διαθέσιμα σπίτια μιας περιοχής δεν μπορούν να καλύψουν τις ανάγκες μιας άλλης. Ένα πλεόνασμα κατοικιών σε μια απομακρυσμένη ή δημογραφικά φθίνουσα περιφέρεια, για παράδειγμα, δεν επιλύει την έλλειψη στέγης στη Μαδρίτη, στο Παρίσι ή στο Άμστερνταμ. Οι 30 μεγαλύτερες μητροπολιτικές περιοχές αντιπροσωπεύουν το 35,5% των συνολικών αναμενόμενων στεγαστικών αναγκών της ΕΕ. Οι εντονότερες πιέσεις καταγράφονται στη Μαδρίτη και τη Βαρκελώνη, στο Λουξεμβούργο, τη Βιέννη, τη Στοκχόλμη και το Γκέτεμποργκ, καθώς και σε μεγάλο μέρος της Ιρλανδίας. Αυξημένες ανάγκες εμφανίζουν επίσης παράκτιες και τουριστικές περιοχές, όπου η μόνιμη κατοικία ανταγωνίζεται τις εξοχικές κατοικίες και τις βραχυχρόνιες μισθώσεις.

Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της Μαδρίτης: μεταξύ 2010 και 2024 ο αριθμός των νοικοκυριών αυξήθηκε κατά 15%, ενώ το οικιστικό απόθεμα ενισχύθηκε μόλις κατά 2,5%. Η απόκλιση μεταξύ ζήτησης και προσφοράς δημιούργησε ένα επίμονο στεγαστικό έλλειμμα, παρά το γεγονός ότι και τα δύο μεγέθη κινήθηκαν ανοδικά. Οι περιφέρειες όπου συγκεντρώνονται οι σημερινές και μελλοντικές ανάγκες φιλοξενούν περίπου το 25% του πληθυσμού της ΕΕ. Πρόκειται κατά κανόνα για πυκνοκατοικημένες περιοχές, με περιορισμένη διαθέσιμη γη, αυξημένο κόστος κατασκευής και ισχυρές δημογραφικές εισροές.

Η Ελλάδα στο χαμηλότερο άκρο της οικοδομικής δραστηριότητας

Η Ελλάδα καταγράφει τον χαμηλότερο σχεδόν ρυθμό δημιουργίας νέου οικιστικού αποθέματος στην ΕΕ. Η μέση ετήσια κατασκευαστική δραστηριότητα εκτιμάται μόλις στο 0,11% του υφιστάμενου αποθέματος, έναντι 1,56% στην Κύπρο, 1,17% στην Ιρλανδία και 1,09% σε Αυστρία και Πολωνία. Με ετήσια απόσβεση του αποθέματος 0,16%, η καθαρή μεταβολή των κατοικιών στην Ελλάδα διαμορφώνεται σε -0,06%. Στα σταθμισμένα στοιχεία, ο ρυθμός κατασκευών είναι 0,10%, η απόσβεση 0,15% και η καθαρή μεταβολή -0,05%.

Τα ελληνικά αποτελέσματα χρειάζονται, πάντως, προσεκτική ανάγνωση. Η μελέτη σημειώνει ότι τα περιφερειακά δεδομένα για την Ελλάδα βρίσκονται υπό αναθεώρηση. Παράλληλα, επειδή δεν υπάρχουν διαθέσιμα περιφερειακά στοιχεία τιμών ανά τετραγωνικό μέτρο, οι αποτιμήσεις βασίζονται σε εθνικές τιμές και πρέπει να θεωρούνται συνθετικές εκτιμήσεις.

Τι δεν περιλαμβάνει ο λογαριασμός των €1,68 τρισ.

Το πραγματικό κόστος αντιμετώπισης της στεγαστικής κρίσης μπορεί να είναι ακόμη υψηλότερο. Η ανάλυση υπολογίζει το ποσοτικό χάσμα μεταξύ νοικοκυριών και κατοικιών, αλλά δεν εξετάζει εάν τα νέα σπίτια θα είναι οικονομικά προσιτά. Επίσης, δεν περιλαμβάνει τις επενδύσεις που απαιτούνται για την ενεργειακή αναβάθμιση του υφιστάμενου αποθέματος βάσει της ευρωπαϊκής οδηγίας για την ενεργειακή απόδοση των κτιρίων.

Η Επιτροπή προκρίνει ένα μείγμα νέων κατασκευών, πυκνότερης αστικής ανάπτυξης, αξιοποίησης εγκαταλελειμμένων βιομηχανικών εκτάσεων και μετατροπής ανενεργών ή μη οικιστικών κτιρίων. Η επανενεργοποίηση κενών και δευτερευουσών κατοικιών μπορεί επίσης να περιορίσει το έλλειμμα. Η μελέτη δείχνει ότι επί του παρόντος Ευρώπη δεν αντιμετωπίζει μία ενιαία στεγαστική κρίση, αλλά πολλές τοπικές κρίσεις, οι οποίες απαιτούν στοχευμένες επενδύσεις εκεί όπου η δημογραφική και οικονομική πίεση είναι ισχυρότερη. Η διαπίστωση αυτή έχει και σαφές χρηματιστηριακό ενδιαφέρον. Οι επενδύσεις ύψους €1,68 τρισ. που απαιτούνται έως το 2035 δημιουργούν ένα ευρύ πεδίο ευκαιριών, όχι μόνο για τις εταιρείες ανάπτυξης οικιστικών ακινήτων, αλλά και για ολόκληρη την αλυσίδα που υποστηρίζει την κατασκευή και αναβάθμιση κατοικιών: από τους ομίλους κατασκευών, τα δομικά υλικά και τα συστήματα ενεργειακής εξοικονόμησης έως τις εταιρείες εξοπλισμού, χρηματοδότησης και παρεπόμενων υπηρεσιών.

Το στεγαστικό πρόβλημα εξελίσσεται, επομένως, από κοινωνική και πολιτική πρόκληση σε έναν από τους μεγαλύτερους δυνητικούς επενδυτικούς κύκλους της επόμενης δεκαετίας. Το κρίσιμο ζήτημα δεν είναι πλέον εάν θα απαιτηθούν οι επενδύσεις, αλλά πόσο γρήγορα η Ευρώπη θα μπορέσει να κινητοποιήσει τα κεφάλαια, τη διαθέσιμη γη και την παραγωγική δυναμικότητα που χρειάζονται για να τις υλοποιήσει.

Ο Μάνος Χατζηδάκης είναι αναλυτής της Beta Securities

Διαβάστε ακόμη

Η κυβέρνηση κρατάει «καύσιμα» για νέα παρέμβαση στην αντλία τον Οκτώβριο (vid)

Ηλεκτρικό Ι.Χ. με έως 150 ευρώ τον μήνα για 15.000 νοικοκυριά

Το γαλλικό σχέδιο για να προχωρήσει το καλώδιο Ελλάδας – Κύπρου

Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφθείτε το Πρώτο ΘΕΜΑ