Η τιμή του πετρελαίου Brent εκτινάχθηκε πάνω από τα 112 δολάρια το βαρέλι, καταγράφοντας άνοδο μεγαλύτερη του 3%, μετά τις επιθέσεις με drones σε πετρελαϊκή εγκατάσταση της Σαουδικής Αραβίας, οι οποίες προκάλεσαν τον θάνατο δύο ανθρώπων. Πρόκειται για το υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων πέντε και πλέον μηνών, με τις αγορές να ανησυχούν για νέα κλιμάκωση της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή.
Παρότι το υπουργείο Ενέργειας της Σαουδικής Αραβίας ανακοίνωσε ότι η λειτουργία της πετρελαϊκής εγκατάστασης δεν επηρεάστηκε, οι νέες επιθέσεις των ανταρτών Χούθι υπενθυμίζουν ότι ο κίνδυνος περαιτέρω αποσταθεροποίησης παραμένει υψηλός.
Οι επιθέσεις δεν περιορίζονται στις χερσαίες ενεργειακές υποδομές. Σύμφωνα με στοιχεία της βρετανικής υπηρεσίας UK Maritime Trade Operations (UKMTO), έχουν αυξηθεί σημαντικά και τα περιστατικά που αφορούν εμπορικά πλοία και δεξαμενόπλοια.
Από τις αρχές Οκτωβρίου έχουν καταγραφεί 32 περιστατικά, έναντι μόλις 16 σε ολόκληρο τον Σεπτέμβριο, γεγονός που αποτυπώνει την επιδείνωση της ασφάλειας στις θαλάσσιες μεταφορές.
Ωστόσο, πίσω από τη νέα άνοδο των τιμών διαμορφώνεται μια φαινομενικά αντιφατική εικόνα. Παρά τις συνεχιζόμενες επιθέσεις, η τροφοδοσία της παγκόσμιας αγοράς με αργό πετρέλαιο παρουσιάζει σημάδια ομαλοποίησης.
Σύμφωνα με στοιχεία της εταιρείας αναλύσεων Kpler, οι εξαγωγές αργού από την περιοχή του Κόλπου την περασμένη εβδομάδα ξεπέρασαν ακόμη και τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από την έναρξη του πολέμου.
Για το σύνολο του Οκτωβρίου, η ίδια εταιρεία εκτιμά ότι οι εξαγωγές διαμορφώνονται σε επίπεδα υψηλότερα του 80% των προπολεμικών ποσοτήτων.
Υπό κανονικές συνθήκες, αυτή η εξέλιξη θα έπρεπε να ασκεί καθοδικές πιέσεις στις τιμές. Το ίδιο ισχύει και για δύο ακόμη παρεμβάσεις που θα μπορούσαν να λειτουργήσουν σταθεροποιητικά: την απόφαση του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας (IEA) να επιταχύνει την αποδέσμευση στρατηγικών αποθεμάτων και τη χαλάρωση των αμερικανικών κυρώσεων στο ρωσικό ντίζελ.
Παρά τα παραπάνω, η αγορά εξακολουθεί να βρίσκεται υπό ισχυρή πίεση. Η εξήγηση, σύμφωνα με τη Handelsblatt, βρίσκεται σε μια κρίσιμη μεταβολή: το μεγαλύτερο πρόβλημα δεν εντοπίζεται πλέον στην επάρκεια του αργού πετρελαίου, αλλά στην έλλειψη διυλισμένων προϊόντων, κυρίως ντίζελ.
Η κρίση μεταφέρεται από το αργό πετρέλαιο στο ντίζελ
Η έλλειψη ντίζελ εξελίσσεται σε έναν από τους σημαντικότερους παράγοντες που διατηρούν υψηλές τις τιμές του πετρελαίου διεθνώς.
Το gas oil, το προϊόν διύλισης που συνδέεται άμεσα με την αγορά του ντίζελ, διαπραγματεύεται στο ευρωπαϊκό χρηματιστήριο παραγώγων ICE Europe σε τιμές άνω των 1.450 δολαρίων ανά τόνο. Η τιμή αυτή είναι περίπου δυόμισι φορές υψηλότερη σε σχέση με τις αρχές του έτους, αντανακλώντας τις έντονες πιέσεις στην αγορά καυσίμων.
Ακόμη πιο χαρακτηριστική είναι η εξέλιξη του λεγόμενου diesel crack spread, δηλαδή της διαφοράς μεταξύ της τιμής του ντίζελ και του κόστους του αργού Brent από το οποίο παράγεται.
Στην Ευρώπη, το συγκεκριμένο περιθώριο έχει ξεπεράσει τα 84 δολάρια το βαρέλι, διαμορφούμενο σε επίπεδα υψηλότερα ακόμη και από εκείνα που είχαν καταγραφεί κατά την ενεργειακή κρίση του 2022.
Τα εξαιρετικά υψηλά περιθώρια διύλισης δημιουργούν ισχυρό οικονομικό κίνητρο για τα διυλιστήρια να αγοράζουν κάθε διαθέσιμο βαρέλι αργού και να το επεξεργάζονται το ταχύτερο δυνατό.
Έτσι, η έλλειψη ντίζελ μετατρέπεται η ίδια σε παράγοντα ενίσχυσης της ζήτησης για αργό πετρέλαιο, δημιουργώντας έναν μηχανισμό που διατηρεί τις τιμές σε εξαιρετικά υψηλά επίπεδα.
Η κατάσταση αποτυπώνεται ιδιαίτερα έντονα στη φυσική αγορά, όπου το πετρέλαιο που είναι διαθέσιμο για άμεση παράδοση διαπραγματεύεται πλέον σε αισθητά υψηλότερες τιμές από το συμβόλαιο αναφοράς του Brent με παράδοση σε δύο μήνες.
Ο Τζεφ Κάρι (Jeff Currie), ειδικός στην αγορά πετρελαίου και ιδρυτής της επενδυτικής εταιρείας Real Macro, υποστήριξε μιλώντας στο Bloomberg ότι η τιμή του συμβολαίου Brent δεν αποτυπώνει πλέον επαρκώς το πραγματικό μέγεθος της κρίσης εφοδιασμού. «Το συμβόλαιο δεν έχει πλέον καμία σχέση με τον πραγματικό κόσμο», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Επταπλασιάστηκε το κόστος μεταφοράς πετρελαίου
Η ομαλοποίηση των ποσοτήτων πετρελαίου που εξάγονται από τον Κόλπο δεν συνεπάγεται αντίστοιχη αποκλιμάκωση του κόστους μεταφοράς.
Αντιθέτως, οι ναυτιλιακές εταιρείες αντιμετωπίζουν ολοένα υψηλότερες δαπάνες, καθώς αναγκάζονται να χρησιμοποιούν εναλλακτικές και συχνά ιδιαίτερα δαπανηρές λύσεις για τη μεταφορά φορτίων στις διεθνείς αγορές.
Σύμφωνα με αναλυτές της Goldman Sachs, το παγκόσμιο κόστος θαλάσσιας μεταφοράς πετρελαίου έχει επταπλασιαστεί.
Ο μέσος ναύλος για τη μεταφορά αργού έχει ξεπεράσει τα 20 δολάρια ανά βαρέλι, όταν πριν από έναν χρόνο βρισκόταν μόλις στα 3 δολάρια.
Η τεράστια αυτή αύξηση συνδέεται με τις δυσκολίες και τους κινδύνους που αντιμετωπίζουν τα δεξαμενόπλοια στις θαλάσσιες οδούς της Μέσης Ανατολής.
Στον Περσικό Κόλπο, μέρος των φορτίων μεταφέρεται πλέον κατά τη διάρκεια της νύχτας και με απενεργοποιημένους πομποδέκτες εντοπισμού, καθώς τα πλοία διέρχονται από τα Στενά του Ορμούζ.
Στη συνέχεια, το πετρέλαιο μεταφορτώνεται σε μεγαλύτερα δεξαμενόπλοια, προκειμένου να συνεχίσει το ταξίδι του προς τις διεθνείς αγορές.
Η διαδικασία αυτή επιτρέπει τη διατήρηση των εξαγωγών, αλλά αυξάνει σημαντικά τόσο το λειτουργικό κόστος όσο και την πολυπλοκότητα των μεταφορών.
Ο Άρνε Λόμαν Ράσμουσεν (Arne Lohmann Rasmussen), επικεφαλής αναλυτής της Global Risk Management, επισημαίνει ότι η αποκατάσταση των εξαγωγικών ποσοτήτων δεν σημαίνει απαραίτητα και περιορισμό των κινδύνων.
«Η ναυτιλία εξακολουθεί να είναι εκτεθειμένη σε επιθέσεις, ενώ οι εξαιρετικά υψηλοί ναύλοι και τα ασφάλιστρα καθιστούν τη μεταφορά πετρελαίου ακριβότερη», αναφέρει.
Παράλληλα, εκτιμά ότι η είδηση πως οι εξαγωγές έχουν επιστρέψει στα προπολεμικά επίπεδα θα μπορούσε ακόμη και να ενθαρρύνει το Ιράν να προχωρήσει σε νέα κλιμάκωση.
Η έλλειψη δεξαμενόπλοιων και η «σκιώδης» αγορά
Οι διαδοχικές μεταφορτώσεις φορτίων και η χρήση μεγαλύτερων θαλάσσιων διαδρομών περιορίζουν σταδιακά τη διαθεσιμότητα των δεξαμενόπλοιων.
Η αύξηση του χρόνου που απαιτείται για κάθε μεταφορά σημαίνει ότι περισσότερα πλοία παραμένουν δεσμευμένα για μεγαλύτερα χρονικά διαστήματα, μειώνοντας τη διαθέσιμη μεταφορική ικανότητα της παγκόσμιας αγοράς.
Μπροστά σε αυτές τις πιέσεις, η Ουάσιγκτον εξετάζει το ενδεχόμενο να καταστήσει διαθέσιμα για την κανονική αγορά επιπλέον δεξαμενόπλοια από τον λεγόμενο «σκιώδη στόλο».
Πρόκειται για εκατοντάδες πλοία, στην πλειονότητά τους μεγαλύτερης ηλικίας, τα οποία χρησιμοποιούνται κυρίως για τη μεταφορά ρωσικού πετρελαίου με τρόπους που παρακάμπτουν τις διεθνείς κυρώσεις και τα ανώτατα όρια τιμών.
Ωστόσο, η αξιοποίηση αυτών των πλοίων στην κανονική αγορά παρουσιάζει σημαντικές δυσκολίες.
Οι αυστηρές απαιτήσεις συμμόρφωσης, τα ήδη υφιστάμενα συμβόλαια και η μεγάλη ηλικία πολλών δεξαμενόπλοιων περιορίζουν τη δυνατότητα άμεσης ενίσχυσης της διαθέσιμης μεταφορικής ικανότητας.
Γιατί η χαλάρωση των κυρώσεων στο ρωσικό ντίζελ δεν έφερε ανακούφιση
Μια ακόμη πρωτοβουλία της αμερικανικής κυβέρνησης, που είχε στόχο να περιορίσει τις πιέσεις στις αγορές πετρελαίου και καυσίμων, δεν κατάφερε να αποδώσει τα αναμενόμενα.
Με τις τιμές των καυσίμων να κινούνται σε επίπεδα ρεκόρ, ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ ανακοίνωσε αιφνιδιαστικά ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες θα επιτρέψουν εκ νέου τις εισαγωγές ρωσικού ντίζελ, αναστέλλοντας προσωρινά την επιβολή νέων κυρώσεων.
Ο σχεδιασμός προέβλεπε τη σταδιακή διάθεση 300.000 έως 500.000 τόνων ρωσικού ντίζελ μηνιαίως.
Η κίνηση προκάλεσε έντονες αντιδράσεις τόσο στο αμερικανικό Κογκρέσο όσο και μεταξύ Ευρωπαίων συμμάχων των ΗΠΑ.
Παράλληλα, οι ποσότητες που θα μπορούσαν να διοχετευθούν στην αγορά θεωρούνται σχετικά περιορισμένες σε σύγκριση με τη συνολική παγκόσμια κατανάλωση.
Ήδη, μετά τη χαλάρωση των κυρώσεων και την άρση της ρωσικής απαγόρευσης εξαγωγών, τα πρώτα φορτία ρωσικού ντίζελ βρίσκονται καθ’ οδόν προς προορισμούς όπως η Τουρκία και η Βραζιλία.
Ωστόσο, σύμφωνα με τον Ράσμουσεν, οι διαθέσιμες ποσότητες ανέρχονται μόλις σε 210.000 τόνους, ποσότητα που αντιστοιχεί περίπου σε μία ημέρα αμερικανικών εξαγωγών ντίζελ.
Κατά συνέπεια, η επίδραση της συγκεκριμένης παρέμβασης στην παγκόσμια αγορά παραμένει περιορισμένη.
Οι επιθέσεις στα ρωσικά διυλιστήρια επιδεινώνουν την έλλειψη
Σημαντικό εμπόδιο στην προσπάθεια αύξησης της προσφοράς αποτελεί η συνεχιζόμενη πίεση που δέχεται η ρωσική βιομηχανία διύλισης.
Οι ουκρανικές επιθέσεις με μη επανδρωμένα αεροσκάφη έχουν προκαλέσει προβλήματα στη λειτουργία ρωσικών διυλιστηρίων, περιορίζοντας την παραγωγική τους δυνατότητα.
Σύμφωνα με στοιχεία που επικαλείται το Bloomberg, οι ρωσικές εξαγωγές ντίζελ έχουν μειωθεί περισσότερο από 80% σε σύγκριση με τα προπολεμικά επίπεδα.
Οι επιθέσεις έχουν οδηγήσει σε απώλεια παραγωγής περίπου δύο εκατομμυρίων βαρελιών ντίζελ, ενώ από τη Μέση Ανατολή απουσιάζει πρόσθετη αντίστοιχη ποσότητα.
Μάλιστα, σύμφωνα με τον Διεθνή Οργανισμό Ενέργειας (IEA), στο αποκορύφωμα των διαταραχών είχαν τεθεί εκτός λειτουργίας διυλιστικές μονάδες συνολικής δυναμικότητας έως και τριών εκατομμυρίων βαρελιών ημερησίως στη Μέση Ανατολή.
Η κατάσταση αυτή εξηγεί γιατί η αποκατάσταση των ροών αργού πετρελαίου δεν έχει οδηγήσει σε αντίστοιχη βελτίωση της διαθεσιμότητας καυσίμων.
Γιατί το ντίζελ δεν μεταφέρεται τόσο εύκολα όσο το αργό
Παρά την ομαλοποίηση των εξαγωγών πετρελαίου από τη Μέση Ανατολή, οι αποστολές διυλισμένων προϊόντων παραμένουν σημαντικά χαμηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο. Σύμφωνα με στοιχεία της εταιρείας αναφοράς τιμών Argus Media, οι εξαγωγές διυλισμένων προϊόντων τον Σεπτέμβριο ήταν μειωμένες κατά 73% σε σχέση με την προπολεμική περίοδο.
Η Σάρα Ραφούλ (Sarah Raffoul), ανώτερη αναλύτρια πετρελαϊκών προϊόντων της Argus, αποδίδει τη συγκεκριμένη εξέλιξη κυρίως σε προβλήματα εφοδιαστικής αλυσίδας. «Ο βασικός λόγος είναι οι περιορισμοί στην εφοδιαστική αλυσίδα», εξηγεί.
Σε αντίθεση με το αργό πετρέλαιο, η μεταφόρτωση διυλισμένων προϊόντων, όπως το ντίζελ, από ένα πλοίο σε άλλο είναι σαφώς δυσκολότερη.
Οι αυστηρές προδιαγραφές ποιότητας και ο κίνδυνος επιμόλυνσης των φορτίων καθιστούν τις σχετικές διαδικασίες πιο σύνθετες, περιορίζοντας τις δυνατότητες παράκαμψης των προβλημάτων που προκαλεί η σύγκρουση.
Αυτό σημαίνει ότι ακόμη και όταν οι εξαγωγές αργού ανακάμπτουν, η αγορά τελικών καυσίμων μπορεί να εξακολουθεί να αντιμετωπίζει σοβαρές ελλείψεις.
Morgan Stanley: Η κρίση στα καύσιμα μπορεί να διαρκέσει έως τα μέσα του 2027
Οι προοπτικές για τους επόμενους μήνες παραμένουν ιδιαίτερα δύσκολες, καθώς οι αναλυτές δεν αναμένουν άμεση αποκλιμάκωση των πιέσεων στην αγορά ντίζελ.
Σύμφωνα με εκτιμήσεις της Morgan Stanley, οι αγορές διυλισμένων πετρελαϊκών προϊόντων ενδέχεται να παραμείνουν εξαιρετικά πιεσμένες τουλάχιστον έως τα μέσα του 2027, ακόμη και εάν περιοριστούν οι σημερινές διαταραχές που προκαλεί ο πόλεμος.
Οι αναλυτές της αμερικανικής τράπεζας προειδοποιούν ότι οι απώλειες παραγωγικής δυναμικότητας θα μπορούσαν μάλιστα να αυξηθούν περαιτέρω.
Συγκεκριμένα, εκτιμούν ότι οι διαταραχές ενδέχεται να φτάσουν τα 3,4 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως έως το δεύτερο τρίμηνο του 2027.
Ένας από τους λόγους είναι ότι πολλά διυλιστήρια έχουν αναβάλει προγραμματισμένες εργασίες συντήρησης, επιδιώκοντας να επωφεληθούν από τα ιδιαίτερα υψηλά περιθώρια κέρδους που προσφέρει σήμερα η αγορά.
Ωστόσο, όπως επισημαίνουν οι αναλυτές, οι εργασίες συντήρησης δεν μπορούν να αναβάλλονται επ’ αόριστον.
Όταν καταστεί αναγκαία η πραγματοποίησή τους, ενδέχεται να υπάρξουν νέες προσωρινές απώλειες διυλιστικής δυναμικότητας, επιτείνοντας το πρόβλημα της περιορισμένης προσφοράς.
Γιατί τα στρατηγικά αποθέματα δεν αρκούν για να μειώσουν τις τιμές
Ούτε η νέα κινητοποίηση των στρατηγικών αποθεμάτων πετρελαίου αναμένεται να προσφέρει ουσιαστική ανακούφιση, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις που παρουσιάζονται.
Οι χώρες της G7, σε συνεργασία με τον Διεθνή Οργανισμό Ενέργειας, σχεδιάζουν να διαθέσουν στην αγορά έως και 100 εκατομμύρια βαρέλια από αποθέματα έκτακτης ανάγκης μέσα σε τέσσερις μήνες.
Από αυτά, περίπου 50 εκατομμύρια βαρέλια αφορούν ντίζελ, ενώ σχεδόν 40 εκατομμύρια βαρέλια αργού πετρελαίου θα προέλθουν από τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Ωστόσο, η πρωτοβουλία δεν προσθέτει νέες ποσότητες στο συνολικό πακέτο διάθεσης αποθεμάτων. Στην πραγματικότητα, επιταχύνει την υλοποίηση ενός προγράμματος αποδέσμευσης 400 εκατομμυρίων βαρελιών, το οποίο είχε αποφασιστεί ήδη από την άνοιξη.
Από το συγκεκριμένο πακέτο έχουν ήδη αντληθεί περίπου 325 εκατομμύρια βαρέλια, περιορίζοντας τα περιθώρια περαιτέρω παρέμβασης. Η κατάσταση επιδεινώνεται από τη σημαντική μείωση των διαθέσιμων αποθεμάτων σε παγκόσμιο επίπεδο.
Παγκόσμια αποθέματα: 500 εκατ. βαρέλια κάτω από τα προπολεμικά επίπεδα
Σύμφωνα με στοιχεία που επικαλείται το Bloomberg, στα τέλη Σεπτεμβρίου τα παγκόσμια αποθέματα πετρελαίου βρίσκονταν περίπου 500 εκατομμύρια βαρέλια χαμηλότερα από τα προπολεμικά επίπεδα.
Παράλληλα, ο IEA αναφέρει ότι τα αποθέματα πετρελαίου σε χερσαίες εγκαταστάσεις αποθήκευσης έχουν υποχωρήσει στο χαμηλότερο επίπεδο τουλάχιστον από το 2016. Ακόμη πιο ανησυχητική είναι η εικόνα των αμερικανικών στρατηγικών αποθεμάτων, τα οποία βρίσκονται πλέον στο χαμηλότερο επίπεδο από το 1982.
Η στρατηγική εφεδρεία των ΗΠΑ προσεγγίζει το κρίσιμο όριο των 252,4 εκατομμυρίων βαρελιών, κάτω από το οποίο απαγορεύονται οι αποδεσμεύσεις που δεν συνδέονται με καταστάσεις έκτακτης ανάγκης.
Η εξέλιξη αυτή περιορίζει τις επιλογές των κυβερνήσεων για νέες παρεμβάσεις, σε περίπτωση που η κρίση παραταθεί ή κλιμακωθεί περαιτέρω.
Brent στα 150 δολάρια; Οι νέες προβλέψεις των τραπεζών
Το περιβάλλον έντονης αβεβαιότητας έχει οδηγήσει αρκετούς μεγάλους χρηματοπιστωτικούς ομίλους να αναθεωρήσουν ανοδικά τις προβλέψεις τους για τις τιμές του πετρελαίου. Η UBS εκτιμά πλέον ότι το Brent θα κινηθεί περίπου στα 100 δολάρια το βαρέλι κατά το τρέχον τρίμηνο.
Αντίστοιχα, η Bank of America αναβάθμισε την πρόβλεψή της για την ίδια περίοδο από τα 83 στα 95 δολάρια το βαρέλι. Ωστόσο, οι δύο τράπεζες προειδοποιούν ότι το ενδεχόμενο μιας νέας ισχυρής ανόδου δεν μπορεί να αποκλειστεί.
Εάν η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή κλιμακωθεί περαιτέρω και προκληθούν πρόσθετες καταστροφές σε ενεργειακές υποδομές, οι τιμές θα μπορούσαν να εκτιναχθούν ακόμη και πάνω από τα 150 δολάρια το βαρέλι.
Η βασική ανησυχία της αγοράς είναι ότι, παρά τη μερική αποκατάσταση της διακίνησης αργού πετρελαίου, η έλλειψη ντίζελ, το υψηλό κόστος μεταφοράς, οι περιορισμένες δυνατότητες διύλισης και η εξάντληση των αποθεμάτων εξακολουθούν να δημιουργούν ένα εξαιρετικά πιεστικό περιβάλλον.
Έτσι, ακόμη και αν οι ποσότητες αργού που φτάνουν στις διεθνείς αγορές συνεχίσουν να αυξάνονται, το κόστος των καυσίμων ενδέχεται να παραμείνει υψηλό για μεγάλο χρονικό διάστημα, με σημαντικές συνέπειες για τις επιχειρήσεις, τις μεταφορές και την παγκόσμια οικονομία.
Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.