Σε επιφυλακτικό κλίμα ξεκίνησε η εβδομάδα στη Wall Street, με τους επενδυτές να έχουν στραμμένο το βλέμμα στις υψηλές αποδόσεις των αμερικανικών ομολόγων, στις τιμές του πετρελαίου και στις επόμενες κινήσεις της Federal Reserve, ενώ οι τεχνολογικές μετοχές παίρνουν «ανάσα» μετά την πρόσφατη άνοδο σε ιστορικά υψηλά.
Στη συνεδρίαση της Δευτέρας ο Dow Jones υποχωρεί κατά 0,13% και διαπραγματεύεται στις 51.108,46 μονάδες. Αντίθετα, ο S&P 500 καταγράφει άνοδο 0,14% στις 7.733,88 μονάδες και ο Nasdaq ενισχύεται κατά 0,32% στις 27.277,17 μονάδες.
Η αμερικανική αγορά επιχειρεί να ισορροπήσει μεταξύ των ασθενέστερων στοιχείων για την απασχόληση, τα οποία περιορίζουν τις πιθανότητες νέας αύξησης των επιτοκίων τον Οκτώβριο, και της παραμονής του κόστους δανεισμού και της ενέργειας σε ιδιαίτερα υψηλά επίπεδα.
Πίεση ασκούν οι μετοχές των ημιαγωγών. Η Intel υποχωρεί κατά 3,8% και η Micron Technology κατά 0,6%, ενώ η Nvidia ενισχύεται οριακά κατά 0,5%, έχοντας αγγίξει νέο ιστορικό υψηλό την Παρασκευή. Ο τεχνολογικός Nasdaq είχε καταγράψει ρεκόρ στην προηγούμενη συνεδρίαση, καθώς τα ασθενέστερα των εκτιμήσεων στοιχεία για την αμερικανική αγορά εργασίας μείωσαν σημαντικά τις προσδοκίες για νέα αύξηση των επιτοκίων από τη Fed μέσα στον Οκτώβριο.
Οι traders αποτιμούν πλέον περίπου 80% πιθανότητα η Fed να διατηρήσει αμετάβλητα τα επιτόκια στην επόμενη συνεδρίασή της, αν και μια νέα αύξηση τον Δεκέμβριο εξακολουθεί να αποτελεί το βασικό σενάριο της αγοράς. Η αμερικανική κεντρική τράπεζα είχε αυξήσει το βασικό της επιτόκιο κατά 25 μονάδες βάσης τον Σεπτέμβριο. Περισσότερα στοιχεία για το σκεπτικό πίσω από την απόφαση αναμένονται την Τετάρτη, με τη δημοσιοποίηση των πρακτικών της τελευταίας συνεδρίασης.
Η προσοχή είναι στραμμένη κυρίως στην αξιολόγηση των κινδύνων για τον πληθωρισμό και στο κατά πόσο τα μέλη της Fed θεωρούν αναγκαία μια ακόμη αύξηση των επιτοκίων πριν από το τέλος του έτους. Τα πρόσφατα στοιχεία για την απασχόληση προσέφεραν κάποια ανακούφιση, καθώς έδειξαν σαφέστερα σημάδια επιβράδυνσης της αγοράς εργασίας, μειώνοντας τις πιθανότητες δύο διαδοχικών αυξήσεων των επιτοκίων.
Το μεγάλο «αγκάθι» για τις μετοχές παραμένει η αγορά ομολόγων. Η απόδοση του 10ετούς αμερικανικού Treasury κινείται γύρω από το 5,3%, παραμένοντας κοντά στα υψηλότερα επίπεδα πολλών ετών. Ανοδικά κινείται και η απόδοση του 30ετούς τίτλου, κοντά στο 5,66%.
Πίσω από την άνοδο των αποδόσεων βρίσκονται οι ανησυχίες για την πορεία του πληθωρισμού, την επιδείνωση των δημόσιων οικονομικών των ΗΠΑ, τις αυξημένες εκδόσεις κρατικού χρέους και το υψηλό ενεργειακό κόστος.
Το γεγονός ότι οι αποδόσεις παραμένουν τόσο υψηλές, παρά την υποχώρηση των προσδοκιών για άμεση αύξηση επιτοκίων από τη Fed, εξακολουθεί να δημιουργεί πιέσεις στις αποτιμήσεις των μετοχών και ιδιαίτερα στον τεχνολογικό κλάδο.
Στην εξίσωση των αγορών παραμένει και το πετρέλαιο, καθώς η συνεχιζόμενη σύγκρουση στη Μέση Ανατολή συντηρεί τους φόβους για νέες διαταραχές στις ενεργειακές ροές. Το Brent κινείται πάνω από τα 100 δολάρια το βαρέλι, με τις τιμές να παρουσιάζουν διακυμάνσεις καθώς οι traders σταθμίζουν αφενός τους κινδύνους για τις υποδομές και τις εξαγωγές πετρελαίου της περιοχής και αφετέρου τις προσπάθειες αύξησης της προσφοράς.
Η Saudi Aramco έχει προειδοποιήσει παράλληλα ότι τα διαθέσιμα παγκόσμια αποθέματα ασφαλείας έχουν περιοριστεί σημαντικά, ενώ η κλιμάκωση των συγκρούσεων στην Υεμένη προσθέτει έναν ακόμη παράγοντα αβεβαιότητας. Η παραμονή των τιμών του πετρελαίου σε υψηλά επίπεδα αποτελεί κρίσιμη μεταβλητή για τη Fed, καθώς ενδέχεται να συντηρήσει τις πληθωριστικές πιέσεις και να δυσκολέψει την ταχύτερη αποκλιμάκωση των επιτοκίων.
Παρά τις γεωπολιτικές και πληθωριστικές πιέσεις, οι αμερικανικές μετοχές έχουν υπεραποδώσει έναντι των περισσότερων διεθνών αγορών το τελευταίο εξάμηνο, με βασικό στήριγμα τις προσδοκίες για ισχυρή εταιρική κερδοφορία. Η προσοχή στρέφεται πλέον στην περίοδο ανακοίνωσης αποτελεσμάτων γ΄ τριμήνου. Μέχρι το τέλος Οκτωβρίου αναμένεται να έχουν ανακοινώσει αποτελέσματα εταιρείες που αντιπροσωπεύουν περίπου το 70% της συνολικής χρηματιστηριακής αξίας του S&P 500.
Οι αναλυτές της Goldman Sachs εκτιμούν ότι η πλειονότητα των επιχειρήσεων θα καταφέρει και πάλι να ξεπεράσει τις προβλέψεις της αγοράς, αναμένοντας αύξηση κερδών 9% σε ετήσια βάση για τη μέση εταιρεία του S&P 500.
Στο εταιρικό μέτωπο, η PTC εκτινάσσεται κατά 35,7%, μετά τη συμφωνία της γαλλικής Schneider Electric για την εξαγορά της εταιρείας λογισμικού έναντι τιμήματος που αποτιμά τα ίδια κεφάλαιά της περίπου στα 22,6 δισ. δολάρια. Άνοδο περίπου 24% καταγράφει η RXO, μετά τη συμφωνία εξαγοράς της από την C.H. Robinson Worldwide σε συναλλαγή με μετρητά και μετοχές ύψους 5,8 δισ. δολαρίων.
Η Cerebras Systems ενισχύεται κατά 4,4%, αφού ο CEO της OpenAI, Σαμ Άλτμαν, χαρακτήρισε την εταιρεία σχεδιασμού chips «στενό συνεργάτη», αναφερόμενος στη βαθιά συνεργασία των δύο πλευρών για την αύξηση των υπολογιστικών ταχυτήτων.
Παρά τη σχετική αισιοδοξία για το άμεσο διάστημα, δεν λείπουν οι ιδιαίτερα απαισιόδοξες προβλέψεις. Η Panmure Liberum προειδοποιεί ότι η bull market στις αμερικανικές μετοχές μπορεί να πλησιάζει στο τέλος της, προβλέποντας πτώση του S&P 500 κατά περισσότερο από 35% έως το τέλος του 2027.
Για το βραχυπρόθεσμο διάστημα, ωστόσο, οι εκτιμήσεις των μεγαλύτερων οίκων της Wall Street παραμένουν αισιόδοξες. Η διάμεση πρόβλεψη τουλάχιστον 20 χρηματιστηριακών για το τέλος του έτους τοποθετεί τον S&P 500 πάνω από τις 7.900 μονάδες.
Πέρα από τα πρακτικά της Fed, οι επενδυτές αναμένουν τα νέα στοιχεία για τον κλάδο υπηρεσιών στις ΗΠΑ, αναζητώντας πρόσθετες ενδείξεις για την ανθεκτικότητα της οικονομίας και την κατεύθυνση που θα ακολουθήσει η νομισματική πολιτική τους επόμενους μήνες.
Διαβάστε ακόμη
Wall Street: Κέρδη σε επιτάχυνση, αλλά η ανάπτυξη έχει συγκεκριμένους πρωταγωνιστές
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφθείτε το Πρώτο ΘΕΜΑ
