Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης

Add Newmoney.gr on Google

Το μεγαλύτερο πρόβλημα των Ελλήνων και αυτό που δημιουργεί την έντονη δυσαρέσκεια για την κυβέρνηση είναι η οικονομική στενότητα που προκαλείται από τον συνδυασμό μεγάλης ακρίβειας και χαμηλών εισοδημάτων. Ο πληθωρισμός στην Ελλάδα αυξάνεται ταχύτατα και τα εισοδήματα είναι από τα χαμηλότερα μεταξύ όλων των ευρωπαϊκών χωρών. Εκτός όμως από αυτόν τον θανατηφόρο οικονομικά συνδυασμό, υπάρχει και μία ακόμη πληγή στην ελληνική οικονομία. Οι πολύ υψηλοί φόροι με τους οποίους επιβαρύνεται ο Ελληνας εργαζόμενος. Το ελληνικό κράτος «ρουφάει» από τον μισθό το μεγαλύτερο ποσοστό απ’ όλα τα άλλα ευρωπαϊκά κράτη. Παράλληλα διαθέτει έναν από τους υψηλότερους ΦΠΑ σε όλη την Ευρωπαϊκή Ενωση και τους υψηλότερους φόρους σε ενέργεια και καύσιμα (περιβαλλοντικούς φόρους) απ’ όλες τις ευρωπαϊκές χώρες.

Εξαιτίας των φόρων και των άλλων επιβαρύνσεων από το κράτος, το εισόδημα είναι καθηλωμένο και η αγοραστική δύναμη ανεπαρκής για ένα ικανοποιητικό επίπεδο διαβίωσης.
Λόγω των φόρων με τους οποίους επιβαρύνεται η εργασία, οι εργαζόμενοι εισπράττουν τελικά τα μισά απ’ όσα πληρώνουν οι εργοδότες τους. Οι εργοδότες αντίστοιχα δυσκολεύονται να αυξήσουν τους μισθούς διότι η αύξηση θα τους κοστίσει υπερβολικά. Τελικά οι μισθωτοί πληρώνονται πολύ λίγο, ενώ, σύμφωνα με τις ευρωπαϊκές έρευνες, δουλεύουν περισσότερες ώρες από τους Ευρωπαίους συναδέλφους τους.
Αφού εισπράξουν τον χαμηλό μισθό τους, θα πληρώσουν τον πολύ υψηλό ΦΠΑ που θα τους αφαιρέσει το ένα τέταρτο του μισθού που εισέπραξαν. Θα πληρώσουν για τα καύσιμα και το ρεύμα που καταναλώνουν τους υψηλότερους φόρους μεταξύ όλων των Ευρωπαίων. Και τελικά θα αντιμετωπίσουν τον υψηλό ρυθμό πληθωρισμού.

Την ίδια στιγμή, η ελληνική κυβέρνηση παρουσιάζει μεγάλα δημοσιονομικά πλεονάσματα, λόγω των πολύ υψηλών φόρων που εισπράττει. Ομως, τα πλεονάσματα αυτά, ενώ ευνοούν σημαντικά τη δημοσιονομική εικόνα της ελληνικής οικονομίας έναντι των ξένων δανειστών και επενδυτών, αφαιρούν πολύ μεγάλο μέρος του εισοδήματος από τους εργαζόμενους.
Ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης έχει με κάθε τρόπο δημόσια δηλώσει ότι σε καμία περίπτωση δεν σκοπεύει να θέσει σε κίνδυνο τη δημοσιονομική σταθερότητα, δηλαδή να μειώσει τα δημοσιονομικά πλεονάσματα. Προκειμένου να αντιμετωπίσει τη δυσαρέσκεια που προκαλεί η οικονομική στενότητα, έχει επιλέξει τη μέθοδο των επιδομάτων, κατά περίπτωση. Τα επιδόματα έχουν φυσικά κόστος, δίνονται όμως προεκλογικά και κόβονται μετεκλογικά και αυτό περιορίζει το κόστος για το Δημόσιο σε μικρές χρονικές περιόδους. Σε καμία περίπτωση όμως τα επιδόματα δεν καλύπτουν πλήρως τις ανάγκες του συνόλου των εργαζομένων, δεν λειτουργούν εξυγιαντικά για την οικονομία και δεν δημιουργούν καμία απολύτως αναπτυξιακή προοπτική.
Για να διορθωθούν τα κακώς κείμενα στην οικονομία και να υπάρξει ανάπτυξη που θα φανεί στα εισοδήματα και την παραγωγή, χρειάζεται μια σοβαρή φορολογική μεταρρύθμιση.

Η προεκλογική περίοδος στην οποία ήδη βρισκόμαστε δεν ευνοεί μεταρρυθμίσεις, αφού συνήθως έχουν πολιτικό κόστος. Ωστόσο, η φορολογική μεταρρύθμιση αφενός θα έχει πολιτικό όφελος και αφετέρου είναι απολύτως αναγκαία, αφού σύμφωνα με την τελευταία έκθεση της Κομισιόν η Ελλάδα είναι μια χώρα με βαρύτερη φορολογία από τον μέσο όρο της Ε.Ε.
Η κυβέρνηση κάθε τόσο ανακοινώνει μικροελαφρύνσεις στους φόρους, αλλά χωρίς ουσιαστικά να αλλάζει τη γενική εικόνα.
Ολα αυτά περιγράφονται στην Εκθεση για τη Φορολογία της Κομισιόν, η οποία «βραβεύει» την Ελλάδα με δύο αρνητικές πρωτιές: έχει τη μεγαλύτερη επιβάρυνση στην εργασία και τη μεγαλύτερη επιβάρυνση στους περιβαλλοντικούς φόρους. Αν συνδυαστεί με το γεγονός ότι βρίσκεται στο χαμηλότερο επίπεδο εισοδημάτων, δικαιολογεί απόλυτα τη δυσαρέσκεια των φορολογουμένων και την αγανάκτηση λόγω ακρίβειας και δυσκολίας στην καθημερινότητα.

Μισθοί

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει ο τρόπος με τον οποίο η Ελλάδα επιβαρύνει την εργασία. Εχει τη μεγαλύτερη επιβάρυνση με φόρους και ασφαλιστικές εισφορές στους μισθούς και αυτό προκαλεί διπλό πρόβλημα. Πρώτον, στους εργαζόμενους που εισπράττουν, λόγω φόρων, μικρότερο ποσό από αυτό με το οποίο οι εργοδότες αξιολογούν την εργασία τους και, δεύτερον, στους εργοδότες που, λόγω μεγάλης επιβάρυνσης, αποφεύγουν να αυξήσουν τους μισθούς.
Οι μισθοί είναι καθηλωμένοι λόγω της επιβάρυνσης από το κράτος που παίρνει το 45% από τον μισθό του εργαζόμενου. Κανένα άλλο κράτος της Ε.Ε. δεν επιβαρύνει την εργασία τόσο πολύ.
Η Εκθεση επισημαίνει ότι η Ελλάδα έχει την υψηλότερη επιβάρυνση της εργασίας με 44,8% έναντι 37,1% του μέσου όρου της Ε.Ε. Ο έμμεσος φορολογικός συντελεστής στην εργασία (Implicit Tax Rate on Labour), ο οποίος διαμορφώθηκε το 2024 στο 44,8%, το υψηλότερο ποσοστό μεταξύ των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ενωσης, αποτυπώνει το σύνολο της φορολογικής επιβάρυνσης της εργασίας, περιλαμβάνοντας τον φόρο εισοδήματος, τις ασφαλιστικές εισφορές εργαζομένων και εργοδοτών, καθώς και κάθε άλλη επιβάρυνση που συνδέεται με τη μισθωτή απασχόληση.

Ο υψηλός ΦΠΑ

Η έκθεση καταγράφει επίσης τη μεγάλη εξάρτηση των δημόσιων εσόδων από την έμμεση φορολογία.
Οπως αναφέρεται, η Ελλάδα σημείωσε τη μεγαλύτερη αύξηση στην Ευρωπαϊκή Ενωση στο μερίδιο του ΦΠΑ στο συνολικό φορολογικό μείγμα, κατά 3,1 ποσοστιαίες μονάδες σε σχέση με το 2014, γεγονός που επιβεβαιώνει ότι ο Φόρος Προστιθέμενης Αξίας αποτελεί πλέον έναν από τους βασικούς αιμοδότες των κρατικών εσόδων.
Παράλληλα, συγκαταλέγεται μαζί με την Ουγγαρία και τη Γαλλία στις τρεις μόνο χώρες όπου το μερίδιο των ειδικών φόρων κατανάλωσης στα συνολικά φορολογικά έσοδα δεν μειώθηκε, σε αντίθεση με τη γενικότερη ευρωπαϊκή τάση.
Την ίδια στιγμή, ο Εμμεσος Συντελεστής (ITR) Κατανάλωσης υποχώρησε κατά 2,6 ποσοστιαίες μονάδες, ένδειξη ότι η διατήρηση των υψηλών φορολογικών εσόδων δεν συνδέεται με ισχυρότερη κατανάλωση, αλλά με τη διατήρηση υψηλών φορολογικών συντελεστών σε βασικά αγαθά.
Η Ελλάδα εξακολουθεί να εφαρμόζει βασικό συντελεστή ΦΠΑ 24%, έναν από τους υψηλότερους στην Ευρωπαϊκή Ενωση, επιβαρύνοντας αναλογικά περισσότερο τα νοικοκυριά χαμηλού και μεσαίου εισοδήματος.

Καύσιμα και ρεύμα

Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται και στους περιβαλλοντικούς φόρους, οι οποίοι αντιστοιχούν στο 3,8% του ΑΕΠ, ποσοστό που κατατάσσει την Ελλάδα στην πρώτη θέση μεταξύ των κρατών-μελών.
Η επίδοση αυτή αποδίδεται κυρίως στην υψηλή φορολόγηση της ενέργειας και των καυσίμων. Η Επιτροπή σημειώνει ότι, παρότι οι συγκεκριμένοι φόροι στηρίζουν τους στόχους της πράσινης μετάβασης, η υπερβολική εξάρτηση από αυτούς αυξάνει το κόστος για νοικοκυριά και επιχειρήσεις, ιδιαίτερα σε περιόδους έντονων ανατιμήσεων στην ενέργεια.
Οι υψηλοί φόροι σε συνδυασμό με τη γραφειοκρατία και το πολύ αρνητικό επιχειρηματικό περιβάλλον πνίγουν την οικονομία και τον Ελληνα εργαζόμενο και μας καθηλώνουν σε πολύ χαμηλά επίπεδα σε σύγκριση με τους άλλους Ευρωπαίους.