Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης

Add Newmoney.gr on Google

Ο υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ, Σκοτ Μπέσεντ, απέφυγε τη Δευτέρα να δώσει νέα σήματα για περαιτέρω αλλαγές στη διαχείριση του αμερικανικού χρέους, μετά από δημοσίευμα σύμφωνα με το οποίο το υπουργείο θα μπορούσε να αξιοποιήσει μέρος των ταμειακών του διαθεσίμων για τη χρηματοδότηση επαναγορών παλαιότερων ομολόγων με υψηλότερες αποδόσεις.

«Δεν έχουμε αγοράσει ούτε ένα ομόλογο ακόμη», δήλωσε ο Μπέσεντ σε συνέντευξη Τύπου τη Δευτέρα, όταν ρωτήθηκε εάν σχεδιάζει να αυξήσει σύντομα τις επαναγορές.

Ο επικεφαλής του αμερικανικού υπουργείου Οικονομικών ανακοίνωσε την περασμένη εβδομάδα διεύρυνση του προγράμματος επαναγοράς ομολόγων, μετά την άνοδο των αποδόσεων των τίτλων μεγαλύτερης διάρκειας στα υψηλότερα επίπεδα των τελευταίων ετών.

Ερωτηθείς εάν εξετάζει παράλληλα μείωση του μεγέθους των δημοπρασιών ομολόγων, ο Μπέσεντ απάντησε ότι το υπουργείο θα «συνεχίσει το τακτικό του πρόγραμμα» εκδόσεων. Παράλληλα, έδωσε το στίγμα ότι δεν αναμένονται αλλαγές πριν από την επόμενη τριμηνιαία ανακοίνωση για τη χρηματοδότηση του αμερικανικού Δημοσίου, στις αρχές Νοεμβρίου.

Στο επίκεντρο το «μαξιλάρι» των $935 δισ.

Νωρίτερα, το CNBC μετέδωσε, επικαλούμενο δύο ανώτερους αξιωματούχους του υπουργείου, ότι το αμερικανικό Δημόσιο θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει τον Treasury General Account (TGA) –τον λογαριασμό όπου διατηρεί τα ταμειακά του διαθέσιμα στη Federal Reserve– για τη χρηματοδότηση των επαναγορών.

Μέχρι σήμερα, οι dealers της αγοράς ομολόγων θεωρούσαν ότι το υπουργείο Οικονομικών θα χρηματοδοτούσε τις αγορές αυτές εκδίδοντας περισσότερο βραχυπρόθεσμο χρέος, συμπεριλαμβανομένων εντόκων γραμματίων διάρκειας έως ενός έτους.

Το υπόλοιπο του TGA ανερχόταν στις 20 Αυγούστου στα 935 δισ. δολάρια. Παραδοσιακά, το υπουργείο διατηρεί σημαντικό ταμειακό απόθεμα προκειμένου να διαθέτει επαρκές «μαξιλάρι» για τις κρατικές δαπάνες, από τις επιταγές κοινωνικής ασφάλισης μέχρι τις πληρωμές ομοσπονδιακών υπαλλήλων και εργολάβων.

Πόσα κεφάλαια θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν

Οι αξιωματούχοι εξετάζουν φέτος τρόπους αξιοποίησης τυχόν πλεονάζουσας ρευστότητας, μεταξύ άλλων μέσω της τοποθέτησης κεφαλαίων στην αγορά συμφωνιών επαναγοράς (repos). Ωστόσο, ορισμένοι παράγοντες της αγοράς θεωρούν ότι η δημιουργία ενός τέτοιου προγράμματος πιθανότατα δεν θα άξιζε την απαιτούμενη προσπάθεια.

Η Morgan Stanley εκτιμά ότι το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών θα μπορούσε να διαθέτει από 80 έως 200 δισ. δολάρια «πλεονάζουσας» ρευστότητας, ανάλογα με τον τρόπο με τον οποίο ορίζεται το υπερβάλλον ταμειακό απόθεμα, τα οποία δυνητικά θα μπορούσαν να χρηματοδοτήσουν μεγαλύτερες επαναγορές.

«Υπάρχει σημαντική πιθανότητα το υπουργείο Οικονομικών να εκσυγχρονίσει την πολιτική του για τα ταμειακά διαθέσιμα», δήλωσε ο Μάρτιν Τομπάιας, στρατηγικός αναλυτής επιτοκίων των ΗΠΑ στη Morgan Stanley.

Η αγορά ομολόγων αντέδρασε θετικά στο δημοσίευμα. Τα αμερικανικά κρατικά ομόλογα διεύρυναν τα κέρδη τους, με την απόδοση του 10ετούς να υποχωρεί κατά περίπου 4 μονάδες βάσης, στο 4,69%. Παραμένει, ωστόσο, κοντά στο υψηλότερο επίπεδο από τότε που ανέλαβε ο Μπέσεντ, περίπου στο 4,75%, το οποίο καταγράφηκε την περασμένη εβδομάδα.

Οι αγορές βλέπουν προσπάθεια αποκλιμάκωσης των αποδόσεων

Στο παρελθόν, σημαντικές αλλαγές στις δημοπρασίες, στις επαναγορές και στη διαχείριση των ταμειακών διαθεσίμων ανακοινώνονταν αποκλειστικά στο πλαίσιο των τριμηνιαίων ανακοινώσεων του υπουργείου Οικονομικών για τη διαχείριση του χρέους.

Ωστόσο, η κίνηση του Μπέσεντ την περασμένη εβδομάδα και το δημοσίευμα του CNBC τη Δευτέρα ενίσχυσαν μεταξύ ορισμένων επενδυτών την εκτίμηση ότι η αμερικανική κυβέρνηση δίνει πλέον προτεραιότητα στην προσπάθεια αποκλιμάκωσης των αποδόσεων των ομολόγων, καθώς πλησιάζουν οι εκλογές του Νοεμβρίου.

Η ανακοίνωση για τις επαναγορές την Τετάρτη είχε προκαλέσει ράλι στα αμερικανικά κρατικά ομόλογα, το οποίο όμως εξανεμίστηκε την επόμενη ημέρα. Σύμφωνα με τον Τομπάιας, αυτό ενδέχεται να ώθησε τους αξιωματούχους να εξετάσουν τι περισσότερο θα μπορούσαν να κάνουν.

Το υπουργείο Οικονομικών δεν σχολίασε το ενδεχόμενο χρησιμοποίησης των ταμειακών του διαθεσίμων.

Οι επιφυλάξεις για τη χρήση του TGA

Οι αξιωματούχοι που επικαλείται το CNBC δεν απέκλεισαν τη χρηματοδότηση των επαναγορών μέσω έκδοσης εντόκων γραμματίων, κάτι που ουσιαστικά θα σήμαινε αντικατάσταση μιας μορφής χρέους με μια άλλη. Η χρήση του TGA θα μπορούσε να παρακάμψει αυτή την ανάγκη. Δεν διευκρίνισαν, πάντως, πόσο από το ταμειακό απόθεμα θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί.

Το 2015, το υπουργείο Οικονομικών υιοθέτησε πολιτική σύμφωνα με την οποία θα διατηρούσε στον λογαριασμό κεφάλαια που να καλύπτουν τουλάχιστον πέντε ημέρες κρατικών δαπανών ή κατ’ ελάχιστον 150 δισ. δολάρια, ως προστασία σε περίπτωση που απρόβλεπτες αναταράξεις απέκλειαν προσωρινά το Δημόσιο από τις αγορές χρέους.

Ο Μπλέικ Γκουίν, επικεφαλής στρατηγικής αμερικανικών επιτοκίων της RBC Capital Markets, εμφανίστηκε ιδιαίτερα επιφυλακτικός απέναντι στο ενδεχόμενο αξιοποίησης των διαθεσίμων, χαρακτηρίζοντας την πιθανότητα «πολύ, πολύ χαμηλή». Κατά την άποψή του, το ταμειακό «μαξιλάρι» είναι σήμερα ακόμη σημαντικότερο, δεδομένων των αυξανόμενων κινδύνων κυβερνοεπιθέσεων.

Ο κίνδυνος για το «regular and predictable»

Το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών ακολουθεί εδώ και δεκαετίες την παράδοση να πραγματοποιεί σημαντικές αλλαγές στη διαχείριση του ομοσπονδιακού χρέους μόνο έπειτα από εκτεταμένες εσωτερικές διαβουλεύσεις και συνεννοήσεις με τους συμμετέχοντες στην αγορά.

Βασική αρχή είναι η πολιτική να παραμένει «τακτική και προβλέψιμη» (regular and predictable), αρχή την οποία έχει επανειλημμένα υποστηρίξει και ο ίδιος ο Μπέσεντ.

Ορισμένοι αναλυτές εκτιμούν ότι η αιφνιδιαστική απόφαση για διεύρυνση των επαναγορών, μόλις δύο εβδομάδες μετά τη δημοσιοποίηση του προσωρινού τριμηνιαίου προγράμματος, ενδέχεται να πλήξει αυτή την εικόνα προβλεψιμότητας.

Ο κίνδυνος είναι οι επενδυτές να αρχίσουν να απαιτούν υψηλότερο premium για να αγοράζουν αμερικανικά ομόλογα, ιδιαίτερα μακροπρόθεσμους τίτλους, προκειμένου να αντισταθμίσουν την αβεβαιότητα για πιθανές αιφνιδιαστικές αλλαγές στις μελλοντικές εκδόσεις.

Η Citadel Securities έχει χαρακτηρίσει τις προσπάθειες του υπουργείου μορφή «χρηματοπιστωτικής καταστολής» (financial repression), προειδοποιώντας ότι υπάρχει κίνδυνος να αποδυναμωθεί το δολάριο και να ενισχυθούν οι πληθωριστικές πιέσεις, καθώς οι χαμηλότερες αποδόσεις περιορίζουν την ελκυστικότητα του αμερικανικού νομίσματος και δυνητικά αυξάνουν τις τιμές των εισαγωγών.

Επαναγορές έως $14 δισ.

Στην ανακοίνωση της Τετάρτης, το υπουργείο Οικονομικών γνωστοποίησε ότι θα διπλασιάσει τουλάχιστον τις επαναγορές για λόγους ενίσχυσης της ρευστότητας σε τίτλους διάρκειας 10 έως 30 ετών, με έναρξη στις 9 Σεπτεμβρίου.

Το πρόγραμμα για την περίοδο έως τις 4 Νοεμβρίου προβλέπει επαναγορές έως 14 δισ. δολάρια για τίτλους αυτών των λήξεων.

Ποσά αυτής της κλίμακας δεν θα απαιτούσαν μεγάλη μεταβολή στο TGA, αν και ο Μπέσεντ έχει ήδη επισημάνει ότι το μέγεθος των επαναγορών θα μπορούσε να αυξηθεί περαιτέρω.

Όπως σημείωσε ο Λου Κράνταλ, ανώτερος οικονομολόγος της Wrightson ICAP, «το βασικό σημείο είναι ότι τα ποσά είναι τόσο μικρά ώστε αποτελούν απλώς φυσιολογικές διακυμάνσεις των ταμειακών ροών του υπουργείου Οικονομικών».

Διαβάστε ακόμη

«Ελλάδα 2.0»: Στην τελική ευθεία το μεγαλύτερο επενδυτικό και μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα τις τελευταίες δεκαετίες

Metlen: Απόσχιση του κλάδου Παραχωρήσεων και ΣΔΙΤ – Εισφέρονται στη θυγατρική Μ Παραχωρήσεις

CNBC: Το «όπλο» του 1 τρισ. δολαρίων που μπορεί να ρίξει τις αποδόσεις των ομολόγων

Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφθείτε το Πρώτο ΘΕΜΑ