Ο πόλεμος ανάμεσα στις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ιράν έχει πάψει να αποτελεί μια περιορισμένη στρατιωτική αναμέτρηση μεταξύ δύο χωρών. Οι επιθέσεις και τα αντίποινα έχουν δημιουργήσει ένα εκτεταμένο μέτωπο που καλύπτει μεγάλο μέρος της Μέσης Ανατολής, επηρεάζοντας στρατιωτικές βάσεις, λιμάνια, ενεργειακές εγκαταστάσεις και ορισμένες από τις σημαντικότερες θαλάσσιες οδούς του κόσμου.
Η νέα γεωπολιτική πραγματικότητα της κρίσης σύμφωνα με το Bloomberg δείχνει πόσο εύκολα μια επίθεση στο εσωτερικό του Ιράν μπορεί να προκαλέσει αλυσιδωτές αντιδράσεις εκατοντάδες ή και χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά. Από τις ακτές του Περσικού Κόλπου μέχρι την Ιορδανία και από το Μπαχρέιν έως τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, οι στρατιωτικές και οικονομικές συνέπειες της σύγκρουσης γίνονται πλέον αισθητές σε ολόκληρη την περιοχή.

Οι οικονομικές επιπτώσεις παραμένουν
Οι πολεμικές συγκρούσεις επεκτάθηκαν από τη Γάζα στον Λίβανο, τη Συρία, την Υεμένη και τελικά στο ίδιο το Ιράν. Το Ισραήλ κατάφερε να αποδυναμώσει αρκετές από τις ένοπλες οργανώσεις που στηρίζονταν από την Τεχεράνη, ωστόσο αποδείχθηκε ότι αυτές εξακολουθούν να διαθέτουν την ικανότητα να απειλούν τόσο το ισραηλινό έδαφος όσο και τη διεθνή ναυσιπλοΐα και το παγκόσμιο εμπόριο.
Ταυτόχρονα, ο πόλεμος επιτάχυνε τη διάβρωση των αμερικανικών συμμαχιών στην περιοχή και επιβάρυνε σημαντικά τη διεθνή εικόνα του Ισραήλ, καθώς οι στρατιωτικές επιχειρήσεις επεκτάθηκαν σε γειτονικά κράτη και προκάλεσαν δεκάδες χιλιάδες θανάτους αμάχων.
Οι οικονομικές συνέπειες εξακολουθούν να επηρεάζουν τις διεθνείς αγορές, με τις επιπτώσεις να αναμένεται να διαρκέσουν για μεγάλο χρονικό διάστημα. Η ελεύθερη ναυσιπλοΐα στα Στενά του Ορμούζ, μία από τις σημαντικότερες ενεργειακές διόδους παγκοσμίως, δεν θεωρείται πλέον δεδομένη.
«Οι νέες περιφερειακές ισορροπίες είχαν αρχίσει να διαμορφώνονται ήδη πριν από το 2023, όμως περισσότερο από δύο χρόνια πολέμου ενίσχυσαν τους διαχωρισμούς και δημιούργησαν ανταγωνιστικά στρατόπεδα απέναντι σε ένα ολοένα πιο επιθετικό Ισραήλ», εκτιμά η επικεφαλής αναλύτρια Μέσης Ανατολής της Bloomberg Economics, Ντίνα Εσφαντιαρί. Σύμφωνα με την ίδια, η περιοχή είναι πλέον περισσότερο διχασμένη, πιο βίαιη και λιγότερο ασφαλής, ενώ η προοπτική επιστροφής σε μια στοιχειώδη σταθερότητα παραμένει εξαιρετικά περιορισμένη.
Οι νέες συμμαχίες και οι μεγάλες ανατροπές
Η ισορροπία δυνάμεων στη Μέση Ανατολή δεν άλλαξε μόνο στα πεδία των μαχών. Μεταβλήθηκε και στο διπλωματικό επίπεδο, καθώς χώρες που μέχρι πρόσφατα διατηρούσαν στενή συνεργασία επαναξιολόγησαν τις σχέσεις τους υπό το βάρος της σύγκρουσης.
Η Σαουδική Αραβία, η οποία πριν από λίγα χρόνια βρισκόταν σε τροχιά εξομάλυνσης των σχέσεών της με το Ισραήλ μέσω αμερικανικής διαμεσολάβησης, εμφανίζεται πλέον πολύ πιο επιφυλακτική. Ο πόλεμος στη Γάζα, οι εκατόμβες αμάχων και η ευρύτερη ανάφλεξη της περιοχής δυσκόλεψαν σημαντικά οποιαδήποτε δημόσια προσέγγιση με το Τελ Αβίβ.
Παράλληλα, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, τα οποία υπέγραψαν τις Συμφωνίες του Αβραάμ το 2020, συνεχίζουν να διατηρούν επίσημες διπλωματικές σχέσεις με το Ισραήλ, ωστόσο η συνεργασία τους έχει περιοριστεί αισθητά και χαρακτηρίζεται πλέον από μεγαλύτερη προσοχή και χαμηλότερους τόνους.

Το Ισραήλ ισχυρό στρατιωτικά, πιο απομονωμένο διπλωματικά
Παρά τα σημαντικά στρατιωτικά πλήγματα που κατάφερε στη Χαμάς, τη Χεζμπολάχ και τις ιρανικές στρατιωτικές υποδομές, το Ισραήλ βρίσκεται αντιμέτωπο με αυξανόμενη διπλωματική απομόνωση.
Η διεθνής κριτική για τις επιχειρήσεις στη Γάζα εντάθηκε, ενώ αρκετές δυτικές κυβερνήσεις υιοθέτησαν αυστηρότερη στάση απέναντι στην κυβέρνηση Νετανιάχου.
Ταυτόχρονα, το Τελ Αβίβ εξακολουθεί να θεωρεί ότι η στρατιωτική πίεση αποτελεί τη μοναδική αποτελεσματική στρατηγική απέναντι στο Ιράν και στους συμμάχους του, διατηρώντας υψηλή επιχειρησιακή ετοιμότητα σε πολλά μέτωπα ταυτόχρονα.

Τα Στενά του Ορμούζ στο επίκεντρο
Στο κέντρο της αντιπαράθεσης βρίσκονται τα Στενά του Ορμούζ, το στενό θαλάσσιο πέρασμα που συνδέει τον Περσικό Κόλπο με τον Κόλπο του Ομάν και την Αραβική Θάλασσα. Πρόκειται για μία από τις κρισιμότερες ενεργειακές αρτηρίες του πλανήτη, καθώς από εκεί διέρχεται σημαντικό μέρος των παγκόσμιων θαλάσσιων εξαγωγών πετρελαίου και υγροποιημένου φυσικού αερίου.
Η σημασία του περάσματος δεν περιορίζεται στο Ιράν. Μέσω των Στενών εξάγονται μεγάλες ποσότητες ενέργειας από τη Σαουδική Αραβία, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, το Κουβέιτ, το Ιράκ και το Κατάρ. Οποιαδήποτε παρατεταμένη διακοπή της ναυσιπλοΐας θα μπορούσε επομένως να περιορίσει την προσφορά πετρελαίου και φυσικού αερίου πολύ περισσότερο από όσο αντιστοιχεί στην παραγωγή του Ιράν.

Η Τεχεράνη θεωρεί ότι η γεωγραφική της θέση της παρέχει καθοριστικό ρόλο στον έλεγχο του περάσματος. Η Ουάσιγκτον, από την άλλη πλευρά, υποστηρίζει ότι πρέπει να διατηρηθεί η ελευθερία της ναυσιπλοΐας και έχει αναπτύξει ισχυρές ναυτικές και αεροπορικές δυνάμεις στην περιοχή.
Η αντιπαράθεση απέκτησε νέα διάσταση μετά την ανακοίνωση της αμερικανικής πλευράς για επαναφορά του αποκλεισμού των ιρανικών λιμανιών και την πρόθεση επιβολής χρέωσης σε φορτία που διέρχονται από τα Στενά. Η κίνηση αυτή αμφισβητείται έντονα από την Τεχεράνη, η οποία υποστηρίζει ότι η Ουάσιγκτον επιχειρεί να αποκτήσει τον έλεγχο μιας διεθνούς θαλάσσιας οδού.

Η οικονομία πληρώνει το τίμημα
Ο πόλεμος έχει επιβαρύνει σημαντικά τις οικονομίες της περιοχής.
Οι επενδύσεις καθυστερούν, το κόστος ασφάλισης αυξάνεται, ενώ κυβερνήσεις αναγκάζονται να διοχετεύουν περισσότερους πόρους στην άμυνα εις βάρος αναπτυξιακών προγραμμάτων.
Ταυτόχρονα, οι διεθνείς επενδυτές εμφανίζονται περισσότερο επιφυλακτικοί απέναντι στην περιοχή, ζητώντας υψηλότερα ασφάλιστρα κινδύνου για κάθε νέα επένδυση.
Η αβεβαιότητα επηρεάζει τόσο τις χρηματοπιστωτικές αγορές όσο και το παγκόσμιο εμπόριο, καθώς η Μέση Ανατολή εξακολουθεί να αποτελεί κομβικό πέρασμα για την παγκόσμια οικονομία.
Ένα μέτωπο που ξεπερνά τα σύνορα του Ιράν
Οι αμερικανικές επιχειρήσεις έχουν επικεντρωθεί σε στρατιωτικές και παράκτιες υποδομές του Ιράν, περιλαμβάνοντας εγκαταστάσεις πυραύλων και μη επανδρωμένων αεροσκαφών, κέντρα διοίκησης, αποθήκες και δυνατότητες θαλάσσιας επιτήρησης.
Η ιρανική απάντηση, ωστόσο, δεν περιορίστηκε σε άμεσες επιθέσεις εναντίον αμερικανικών δυνάμεων μέσα ή κοντά στο Ιράν. Πύραυλοι και drones κατευθύνθηκαν προς χώρες του Κόλπου και εγκαταστάσεις όπου φιλοξενούνται αμερικανικές στρατιωτικές δυνάμεις.
Το Μπαχρέιν αποτελεί κρίσιμο σημείο, καθώς φιλοξενεί τον Πέμπτο Στόλο του αμερικανικού Πολεμικού Ναυτικού. Στο Κατάρ βρίσκεται η αεροπορική βάση Αλ Ουντέιντ, ένας από τους σημαντικότερους κόμβους των αμερικανικών επιχειρήσεων στη Μέση Ανατολή. Αμερικανική στρατιωτική παρουσία υπάρχει επίσης στο Κουβέιτ, στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, στο Ιράκ και στην Ιορδανία.
Αυτό σημαίνει ότι κάθε ιρανική επίθεση κατά αμερικανικού στόχου κινδυνεύει να παρασύρει στη σύγκρουση και τη χώρα στην οποία βρίσκεται η συγκεκριμένη εγκατάσταση. Οι κυβερνήσεις της περιοχής επιχειρούν να προστατεύσουν τις υποδομές τους, χωρίς ταυτόχρονα να εμφανιστούν ως άμεσα εμπλεκόμενες στον πόλεμο.
Η επιστροφή του ανταγωνισμού των μεγάλων δυνάμεων
Οι εξελίξεις στη Μέση Ανατολή δεν περιορίζονται πλέον μόνο στις περιφερειακές αντιπαραθέσεις. Ο πόλεμος έχει μετατραπεί σε πεδίο ανταγωνισμού ανάμεσα στις Ηνωμένες Πολιτείες, την Κίνα και τη Ρωσία, με καθεμία να επιδιώκει να ενισχύσει την επιρροή της στη νέα γεωπολιτική πραγματικότητα.
Η Ουάσιγκτον εξακολουθεί να αποτελεί τον βασικό στρατιωτικό εγγυητή για πολλές χώρες του Κόλπου, όμως η παρατεταμένη εμπλοκή της στην περιοχή έχει αναζωπυρώσει τις συζητήσεις για το κόστος αυτής της παρουσίας και για το κατά πόσο οι ΗΠΑ μπορούν να διατηρήσουν ταυτόχρονα το ενδιαφέρον τους στραμμένο και στον Ινδο-Ειρηνικό.
Την ίδια στιγμή, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τη διπλωματική και οικονομική της επιρροή, αξιοποιώντας τους ισχυρούς ενεργειακούς δεσμούς που έχει αναπτύξει με τις πετρελαιοπαραγωγές χώρες της περιοχής. Για το Πεκίνο, η σταθερή ροή πετρελαίου και φυσικού αερίου αποτελεί στρατηγική προτεραιότητα.

Τάνκερ και εμπορικά πλοία στη γραμμή πυρός
Η σύγκρουση έχει μεταφερθεί και στις θαλάσσιες μεταφορές. Επιθέσεις ή περιστατικά κοντά σε πετρελαιοφόρα και εμπορικά πλοία ενισχύουν τους φόβους ότι η ναυσιπλοΐα στον Περσικό Κόλπο θα μπορούσε να διαταραχθεί για μεγάλο χρονικό διάστημα.
Η παρουσία ναρκών, drones, ταχύπλοων σκαφών και παράκτιων πυραυλικών συστημάτων δημιουργεί ένα εξαιρετικά σύνθετο περιβάλλον. Ακόμη και όταν ένας θαλάσσιος διάδρομος παραμένει επισήμως ανοικτός, η αυξημένη απειλή μπορεί να οδηγήσει πολλές ναυτιλιακές εταιρείες στην απόφαση να αναβάλουν διελεύσεις ή να αναζητήσουν εναλλακτικές διαδρομές.

Οι επιλογές αυτές, όμως, είναι περιορισμένες. Τα πλοία που βρίσκονται ήδη μέσα στον Περσικό Κόλπο δεν διαθέτουν πρακτική εναλλακτική έξοδο πέρα από τα Στενά του Ορμούζ. Παράλληλα, τα χερσαία δίκτυα και οι αγωγοί που παρακάμπτουν το πέρασμα δεν έχουν τη δυνατότητα να υποκαταστήσουν πλήρως τις τεράστιες ποσότητες που μεταφέρονται καθημερινά με δεξαμενόπλοια.
Η άνοδος του κινδύνου αυξάνει επίσης τα ασφάλιστρα πολέμου, τους ναύλους και το κόστος χρηματοδότησης των φορτίων. Έτσι, ακόμη και χωρίς πλήρες κλείσιμο των Στενών, το κόστος της σύγκρουσης μεταφέρεται σταδιακά στις επιχειρήσεις και στους καταναλωτές.

Η Ευρώπη πληρώνει το μεγαλύτερο οικονομικό κόστος
Αν και οι στρατιωτικές συγκρούσεις εκτυλίσσονται χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά, η Ευρώπη συγκαταλέγεται στους βασικούς αποδέκτες των οικονομικών επιπτώσεων.
Η αύξηση του ενεργειακού κόστους, οι διαταραχές στις θαλάσσιες μεταφορές, οι υψηλότεροι ναύλοι και τα αυξημένα ασφάλιστρα μεταφοράς επηρεάζουν άμεσα τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις και τις πληθωριστικές πιέσεις.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση επιδιώκει να διαφοροποιήσει περαιτέρω τις πηγές ενέργειας και να ενισχύσει τη στρατηγική της αυτονομία, ωστόσο η εξάρτηση από τις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή παραμένει σημαντική.

Η αναταραχή περνά στις τιμές του πετρελαίου
Οι αγορές ενέργειας αντιδρούν με έντονες διακυμάνσεις σε κάθε νέα στρατιωτική εξέλιξη. Η τιμή του Brent ξεπέρασε τα 85 δολάρια το βαρέλι, καθώς οι επενδυτές προσπάθησαν να υπολογίσουν το ενδεχόμενο μιας παρατεταμένης διακοπής των εξαγωγών από τον Περσικό Κόλπο.
Η άνοδος δεν αντανακλά μόνο πιθανές ελλείψεις πετρελαίου. Περιλαμβάνει και ένα αυξημένο ασφάλιστρο γεωπολιτικού κινδύνου, το οποίο ενσωματώνεται στις τιμές όταν οι αγορές θεωρούν ότι υπάρχει πιθανότητα καταστροφής ενεργειακών εγκαταστάσεων ή περιορισμού των θαλάσσιων μεταφορών.
Μια μακροχρόνια αύξηση των τιμών θα είχε ευρύτερες οικονομικές συνέπειες. Θα ενίσχυε το κόστος των καυσίμων, των αεροπορικών μεταφορών, της ναυτιλίας και της βιομηχανικής παραγωγής, ενώ θα μπορούσε να καθυστερήσει την αποκλιμάκωση του πληθωρισμού στις ΗΠΑ και την Ευρώπη.
Για τις κεντρικές τράπεζες, η κατάσταση δημιουργεί ένα δύσκολο δίλημμα. Η ενεργειακή ακρίβεια πιέζει την κατανάλωση και την ανάπτυξη, αλλά ταυτόχρονα αυξάνει τον πληθωρισμό, περιορίζοντας τα περιθώρια για μειώσεις επιτοκίων.

Ο κίνδυνος μιας παρατεταμένης σύγκρουσης
Η εικόνα που διαμορφώνεται είναι ενός πολέμου χωρίς σαφώς καθορισμένα γεωγραφικά όρια. Οι ΗΠΑ διαθέτουν δυνάμεις και εγκαταστάσεις σε ολόκληρη τη Μέση Ανατολή, ενώ το Ιράν μπορεί να χρησιμοποιήσει πυραύλους, drones και ναυτικές δυνατότητες για να πλήξει στόχους σε μεγάλη ακτίνα.
Παράλληλα, ο κίνδυνος λανθασμένου υπολογισμού αυξάνεται. Ένα πλήγμα σε εμπορικό πλοίο, μια επίθεση που θα προκαλέσει μεγάλες απώλειες σε τρίτη χώρα ή μια σοβαρή ζημιά σε πετρελαϊκή εγκατάσταση θα μπορούσε να οδηγήσει σε ακόμη ευρύτερη κλιμάκωση.
Η προσωρινή συμφωνία αποκλιμάκωσης που είχε επιτευχθεί μεταξύ Ουάσιγκτον και Τεχεράνης βρίσκεται πλέον υπό σοβαρή πίεση. Οι δύο πλευρές αλληλοκατηγορούνται για παραβίαση των δεσμεύσεών τους, με το καθεστώς διέλευσης από τα Στενά του Ορμούζ να παραμένει ένα από τα βασικότερα σημεία διαφωνίας.
Το πραγματικό μέγεθος του οικονομικού πλήγματος θα εξαρτηθεί από τη διάρκεια της σύγκρουσης και, κυρίως, από το κατά πόσο θα συνεχιστεί η ροή πετρελαίου και φυσικού αερίου από τον Περσικό Κόλπο. Όσο οι επιθέσεις πλησιάζουν σε λιμάνια, αγωγούς, διυλιστήρια και δεξαμενόπλοια, τόσο η πολεμική αναμέτρηση μετατρέπεται σε άμεση απειλή για την παγκόσμια οικονομία.
Η νέα Μέση Ανατολή
Το σημαντικότερο συμπέρασμα είναι ότι η περιοχή δύσκολα θα επιστρέψει στην προπολεμική κατάσταση.
Οι σχέσεις μεταξύ των κρατών έχουν αλλάξει, οι ισορροπίες ισχύος έχουν αναδιαμορφωθεί και οι παλαιές βεβαιότητες έχουν καταρρεύσει. Η Μέση Ανατολή εισέρχεται σε μια νέα περίοδο, όπου οι στρατιωτικές ισορροπίες, η ενεργειακή ασφάλεια και ο ανταγωνισμός των μεγάλων δυνάμεων θα καθορίζουν τις εξελίξεις για πολλά ακόμη χρόνια.
Όπως επισημαίνουν οι αναλυτές, ακόμη και αν οι εχθροπραξίες περιοριστούν, οι πολιτικές, οικονομικές και διπλωματικές συνέπειες του πολέμου θα συνεχίσουν να επηρεάζουν την περιοχή και τη διεθνή οικονομία για μεγάλο χρονικό διάστημα.
Η εικόνα που διαμορφώνεται είναι εκείνη μιας Μέσης Ανατολής περισσότερο κατακερματισμένης, με εντονότερους ανταγωνισμούς, πιο σύνθετες συμμαχίες και αυξημένη αβεβαιότητα. Σε αυτό το νέο περιβάλλον, η σταθερότητα δεν θεωρείται πλέον δεδομένη αλλά ζητούμενο, ενώ κάθε νέα κρίση μπορεί να έχει άμεσες επιπτώσεις όχι μόνο στις χώρες της περιοχής, αλλά και στις διεθνείς αγορές, στις τιμές της ενέργειας και στην παγκόσμια οικονομία συνολικά.
Διαβάστε ακόμη
Ψηφιακό ευρώ: Το μεγάλο τεστ της Ευρώπης – 36 πάροχοι πληρωμών στη δοκιμή, συμμετέχει και η Ελλάδα
Τέλος εποχής για τα «δάνεια της κρίσης»
Goldman Sachs και Edge επενδύουν £340 εκατ. σε νέο πύργο γραφείο στο London Bridge
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφτείτε το Πρώτο Θέμα
Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.