Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης

Add Newmoney.gr on Google

Οι ευρωπαϊκές τιμές φυσικού αερίου βρίσκονται στο υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων τριών ετών, μετατρέποντας την ενεργειακή αγορά σε έναν από τους βασικούς παράγοντες που θα καθορίσουν την πορεία των ευρωπαϊκών χρηματιστηρίων τους επόμενους μήνες. Με την ήπειρο να διαθέτει περιορισμένα αποθέματα ενόψει της περιόδου υψηλής ζήτησης και τις προμήθειες LNG από τον Περσικό Κόλπο να παραμένουν σχεδόν στάσιμες, οι επενδυτές επιχειρούν ήδη να χαρτογραφήσουν ποιοι κλάδοι μπορούν να επωφεληθούν και ποιοι κινδυνεύουν να βρεθούν στο επίκεντρο νέων πιέσεων.

Οι τιμές του φυσικού αερίου έχουν αυξηθεί περισσότερο από 80% από τα τέλη Ιουνίου, ενώ η άνοδος δημιουργεί παράλληλα νέους φόβους για τον πληθωρισμό και τα επιτόκια. Το κρίσιμο όριο για την ευρωπαϊκή οικονομία θεωρείται πλέον η περιοχή των 100 ευρώ ανά μεγαβατώρα, καθώς μια περαιτέρω άνοδος πάνω από αυτό το επίπεδο θα μπορούσε να έχει σημαντικότερο αντίκτυπο στην οικονομική δραστηριότητα.

«Έχει περισσότερο νόημα να εξετάζουμε τον αντίκτυπο ανά κλάδο και, μέσα σε κάθε κλάδο, ανά μετοχή», σημειώνει η Κάρεν Ζορζ της Ecofi, επισημαίνοντας χαρακτηριστικά ότι ακόμη και οι εταιρείες κοινής ωφέλειας χωρίζονται σε κερδισμένες, ουδέτερες και χαμένες, ανάλογα με το επιχειρηματικό τους μοντέλο.

Ενέργεια: Οι μεγάλοι κερδισμένοι

Ο πιο άμεσος τρόπος για τους επενδυτές να τοποθετηθούν απέναντι στην άνοδο των τιμών είναι οι εταιρείες που παράγουν φυσικό αέριο, όπως η Equinor, η TotalEnergies και η BP.

Ο ευρωπαϊκός δείκτης ενέργειας έχει ήδη καταγράψει άνοδο άνω του 33% το 2026, καταλαμβάνοντας την πρώτη θέση μεταξύ των κλάδων της ευρωπαϊκής αγοράς. Παρά το γεγονός ότι αυτό θα μπορούσε να σημαίνει πως τα οφέλη από την ενεργειακή κρίση έχουν ήδη αποτυπωθεί στις αποτιμήσεις, η εικόνα είναι διαφορετική.

Οι υψηλές τιμές ενέργειας έχουν ενισχύσει τα κέρδη των εταιρειών του κλάδου, με αποτέλεσμα ο δείκτης τιμής προς κέρδη να έχει υποχωρήσει από περίπου 15 φορές στην αρχή του έτους σε μόλις 9,6 φορές. Η μεγάλη αυτή αποκλιμάκωση των αποτιμήσεων αφήνει, σύμφωνα με την ανάλυση, περιθώριο για περαιτέρω ενδιαφέρον από τους επενδυτές.

Ανάλογη εικόνα εμφανίζουν και οι εταιρείες πρώτων υλών. Ο ευρωπαϊκός δείκτης βασικών πόρων έχει ενισχυθεί περίπου 30% φέτος, σχεδόν όσο και ο ενεργειακός κλάδος, καθώς οι εταιρείες εμπορευμάτων συχνά λειτουργούν ως αντιστάθμιση απέναντι στον πληθωρισμό.

Στον κλάδο των utilities, πάντως, η εικόνα είναι πολύ πιο ανομοιογενής, με εταιρείες όπως η Endesa και η RWE να ξεχωρίζουν θετικά, ενώ η Centrica και η Italgas εμφανίζουν σαφώς πιο αδύναμη πορεία.

Οι τράπεζες επωφελούνται από τα υψηλότερα επιτόκια

Η άνοδος του φυσικού αερίου έχει ήδη αρχίσει να περνά στην ευρύτερη εικόνα του πληθωρισμού. Στην ευρωζώνη ο πληθωρισμός επιταχύνθηκε τον Αύγουστο στο 3,3%, στο υψηλότερο επίπεδο σχεδόν τριών ετών, ενισχύοντας τις εκτιμήσεις ότι η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα μπορεί να διατηρήσει ή ακόμη και να αυξήσει τα επιτόκια.

Η εξέλιξη αυτή μεταφράζεται σε υψηλότερες αποδόσεις των κρατικών ομολόγων, κάτι που μπορεί να λειτουργήσει υπέρ των τραπεζών. Τα υψηλότερα επιτόκια ενισχύουν τα καθαρά έσοδα από τόκους, ιδιαίτερα για τράπεζες με κυμαινόμενα στοιχεία ενεργητικού ή καταθέσεις που ανατιμολογούνται με βραδύτερο ρυθμό.

Οι τράπεζες αποτελούν ήδη τον τρίτο καλύτερο κλάδο στην Ευρώπη φέτος, μετά την ενέργεια και τις πρώτες ύλες, με ονόματα όπως η HSBC, η Banco Santander και η BNP Paribas να ξεχωρίζουν.

Υπάρχει, ωστόσο, ένα σημαντικό αντίβαρο: οι αποτιμήσεις του κλάδου έχουν πλέον ξεπεράσει τους ιστορικούς μέσους όρους, γεγονός που ενδέχεται να περιορίσει τα περιθώρια περαιτέρω ανόδου.

Ανάλογα οφέλη μπορούν να αποκομίσουν και οι ασφαλιστικές εταιρείες. Οι υψηλότερες αποδόσεις των ομολόγων αυξάνουν τις αποδόσεις από τις επανεπενδύσεις των κεφαλαίων τους, ενώ η δυνατότητα μετακύλισης υψηλότερου κόστους στα ασφάλιστρα μπορεί να περιορίσει τις επιπτώσεις του πληθωρισμού στις αποζημιώσεις.

Χημικά: Κερδίζουν σήμερα, ανησυχούν για αύριο

Παρά το γεγονός ότι πρόκειται για έναν κατεξοχήν ενεργοβόρο κλάδο, οι ευρωπαϊκές χημικές εταιρείες έχουν καταγράψει ισχυρή πορεία, με τον δείκτη Stoxx 600 Chemicals να ενισχύεται περίπου 16% από την αρχή του έτους.

Η άνοδος συνδέεται εν μέρει με τις αναταράξεις που προκάλεσε ο πόλεμος με το Ιράν στους ανταγωνιστές του Κόλπου. Το ερώτημα πλέον είναι κατά πόσο η δυναμική αυτή μπορεί να διατηρηθεί.

Οι επενδυτές σταθμίζουν από τη μία πλευρά την προσωρινή αύξηση των τιμών των χημικών προϊόντων και από την άλλη την ασθενέστερη ζήτηση, το ακριβότερο κόστος χρηματοδότησης και την άνοδο του ενεργειακού κόστους.

Για εταιρείες όπως η BASF και η Evonik, η εικόνα για το δεύτερο εξάμηνο δεν θεωρείται απαραίτητα αρνητική. Ωστόσο, οι προσδοκίες για την κερδοφορία του 2027 είναι πιο επιφυλακτικές, καθώς οποιαδήποτε αποκλιμάκωση των τιμών που συνδέονται με τον πόλεμο του Ιράν θα αφαιρούσε ένα σημαντικό στήριγμα από τα αποτελέσματά τους.

Βιομηχανία και αυτοκίνητο στο στόχαστρο

Στον αντίποδα βρίσκονται οι ενεργοβόρες βιομηχανίες. Οι εταιρείες δομικών υλικών αποτελούν χαρακτηριστικό παράδειγμα. Η Saint-Gobain, για παράδειγμα, εκτίθεται άμεσα στο αυξημένο κόστος λόγω της παραγωγής γυαλιού και μονωτικών υλικών, ενώ την ίδια στιγμή τα υψηλότερα επιτόκια μπορούν να περιορίσουν τη ζήτηση στον κατασκευαστικό κλάδο.

Ακόμη μεγαλύτερη πίεση δέχεται η ευρωπαϊκή αυτοκινητοβιομηχανία, η οποία καλείται να αντιμετωπίσει ένα νέο κύμα αύξησης του κόστους. Η Stellantis είναι ήδη η χειρότερη σε επίδοση μεγάλη μετοχή της Ευρώπης φέτος.

Η άνοδος του κόστους καυσίμων δημιουργεί επιπλέον πρόβλημα για τις εταιρείες που έχουν επενδύσει σε μεγαλύτερα και περισσότερο ενεργοβόρα οχήματα, την ώρα που η αγορά μετατοπίζεται προς οικονομικότερα μοντέλα και ηλεκτροκίνηση.

Ναυτιλία και αεροπορικές σε διαφορετική τροχιά

Υπάρχουν, ωστόσο, και κλάδοι που μπορούν να επωφεληθούν από τις αναταράξεις στο εμπόριο και τις μεταφορές.

Οι ναυτιλιακές εταιρείες, όπως η δανέζικη A.P. Moller-Maersk και η Frontline, έχουν επωφεληθεί από την άνοδο των ναύλων, καθώς οι γεωπολιτικές εντάσεις δημιουργούν μεγαλύτερες αποστάσεις στις μεταφορές και συμφόρηση σε κρίσιμες θαλάσσιες οδούς. Εάν οι διαταραχές συνεχιστούν, οι εταιρείες αυτές είναι πιθανό να παραμείνουν μεταξύ των κερδισμένων.

Για τις αεροπορικές εταιρείες η εικόνα είναι πιο σύνθετη. Αρχικά δέχθηκαν ισχυρό πλήγμα από την άνοδο του κόστους καυσίμων, όμως οι μετοχές τους ανέκαμψαν στη συνέχεια, καθώς οι επενδυτές διατήρησαν ελπίδες για αποκλιμάκωση των γεωπολιτικών εντάσεων.

Η συνέχεια, ωστόσο, μπορεί να είναι δυσκολότερη. Η Ryanair, μία από τις εταιρείες που λειτουργούν ως βαρόμετρο για τον κλάδο, περιόρισε τον στόχο της για την επιβατική κίνηση, επικαλούμενη τη συνεχιζόμενη αβεβαιότητα.

Το νέο ενεργειακό σοκ, επομένως, δεν δημιουργεί μία ενιαία εικόνα για τις ευρωπαϊκές μετοχές. Μετατρέπει την τιμή του φυσικού αερίου σε βασικό παράγοντα διαφοροποίησης, με τους παραγωγούς ενέργειας και ορισμένους χρηματοοικονομικούς ομίλους να βρίσκονται σε πλεονεκτικότερη θέση, ενώ η βιομηχανία, οι κατασκευές και η αυτοκινητοβιομηχανία καλούνται να διαχειριστούν ένα νέο κύμα κόστους.

Διαβάστε ακόμη

Ακίνητα: Σε ποιους επιβάλλεται ο φόρος μεταβίβασης 15% – Τι άλλαξε μετά τις αντιδράσεις

Ελ. Επαγγελματίες: Οι 8 μειώσεις φόρων που έρχονται – Το προφίλ του συνεπούς επαγγελματία που γλιτώνει τεκμήρια

Νέα απειλή Τραμπ στον Καναδά: Στο στόχαστρο τα αεροσκάφη της Bombardier

Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφθείτε το Πρώτο ΘΕΜΑ