Η αμερικανική κυβέρνηση πούλησε 30ετή ομόλογα με το υψηλότερο επιτόκιο των τελευταίων 25 ετών, σε μια εξέλιξη που καταδεικνύει ότι οι επενδυτές απαιτούν πλέον μεγαλύτερη αποζημίωση προκειμένου να χρηματοδοτήσουν το διογκούμενο δημοσιονομικό έλλειμμα των ΗΠΑ. Η απόδοση στη δημοπρασία ύψους 25 δισ. δολαρίων την Πέμπτη διαμορφώθηκε στο 5,216%, το υψηλότερο επίπεδο από το 2001, παρότι η υποχώρηση των τιμών του πετρελαίου στήριξε τα αμερικανικά κρατικά ομόλογα στη δευτερογενή αγορά.
Η έκδοση προσέλκυσε ικανοποιητική ζήτηση και ακολούθησε τη δημοπρασία 10ετών τίτλων του αμερικανικού Δημοσίου μία ημέρα νωρίτερα, η οποία πραγματοποιήθηκε με το υψηλότερο κόστος χρηματοδότησης για αυτή τη διάρκεια από το 2007.
Η κατάσταση αποτελεί πονοκέφαλο για τον Ντόναλντ Τραμπ και τον υπουργό Οικονομικών Σκοτ Μπέσεντ ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών του Νοεμβρίου. Το υψηλό κόστος χρηματοδότησης του Δημοσίου έχει ήδη αρχίσει να μεταδίδεται στην ευρύτερη οικονομία, έπειτα από χρόνια αυξημένου πληθωρισμού και υψηλών κρατικών δαπανών.
«Οι επενδυτές καλούνται να απορροφήσουν μια αυξανόμενη προσφορά κρατικού χρέους παγκοσμίως, σε μια περίοδο κατά την οποία τα ελλείμματα παραμένουν μεγάλα, η αβεβαιότητα γύρω από τον πληθωρισμό επιμένει» και η Federal Reserve δεν αποτελεί πλέον σημαντικό αγοραστή, δήλωσε ο Μίχαλ Στάντσικ, διαχειριστής χαρτοφυλακίου στην ομάδα παγκόσμιου σταθερού εισοδήματος της Allspring Global Investments.
«Εάν οι επενδυτές συνεχίσουν να απαιτούν μεγαλύτερη αποζημίωση για τους κινδύνους που συνδέονται με τον πληθωρισμό και τα δημόσια οικονομικά, οι μακροπρόθεσμες αποδόσεις θα μπορούσαν να κινηθούν ακόμη υψηλότερα, απομακρυνόμενες από το 5%, ακόμη και εάν οι δημοπρασίες του αμερικανικού Δημοσίου εξακολουθήσουν να καλύπτονται επαρκώς», πρόσθεσε.

Το αμερικανικό ΥΠΟΙΚ ανοίγει παράθυρο για αλλαγές
Οι ανησυχίες του αμερικανικού υπουργείου Οικονομικών φάνηκαν την περασμένη εβδομάδα, όταν τροποποίησε τις κατευθυντήριες γραμμές του για τις εκδόσεις χρέους, ανοίγοντας τον δρόμο για πιθανή μείωση της προσφοράς μακροπρόθεσμων ομολόγων. Την ίδια στιγμή, οι επενδυτές εξακολουθούν να μη σπεύδουν να «κλειδώσουν» αποδόσεις που βρίσκονται σε υψηλά πολλών δεκαετιών, δείχνοντας ότι παραμένουν επιφυλακτικοί απέναντι στο ενδεχόμενο να μην έχει ολοκληρωθεί ακόμη το sell-off.
Εκπρόσωποι του αμερικανικού υπουργείου Οικονομικών δεν απάντησαν άμεσα σε αιτήματα του Bloomberg για σχολιασμό.
Οι μακροπρόθεσμες αποδόσεις ξεπέρασαν φέτος το 5%, καθώς οι επενδυτές ανησυχούν ότι η αύξηση των τιμών της ενέργειας, που συνδέεται με τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή, θα ενισχύσει τις πληθωριστικές πιέσεις και θα αναγκάσει τη Fed να διατηρήσει τα επιτόκια σε υψηλά επίπεδα για χρόνια.
Στις πιέσεις προστίθενται η αυξημένη προσφορά κρατικών ομολόγων λόγω των πολυετών δημοσιονομικών ελλειμμάτων, η απότομη αύξηση του εταιρικού δανεισμού για τη χρηματοδότηση της έκρηξης των επενδύσεων στην τεχνητή νοημοσύνη, καθώς και η εξασθένηση της ζήτησης από παραδοσιακούς αγοραστές μακροπρόθεσμων τίτλων.
Από τα Treasuries στα στεγαστικά δάνεια
Οι αποδόσεις των αμερικανικών κρατικών ομολόγων βρίσκονται στην καρδιά του χρηματοπιστωτικού συστήματος των ΗΠΑ, καθώς λειτουργούν ως σημείο αναφοράς για τα πάντα, από το εταιρικό χρέος μέχρι τα στεγαστικά δάνεια. Την περασμένη εβδομάδα, το μέσο επιτόκιο για ένα 30ετές στεγαστικό δάνειο σταθερού επιτοκίου αυξήθηκε στο 6,69%, το υψηλότερο επίπεδο από τον Ιούλιο του 2025.
Παράλληλα, οι τόκοι για την εξυπηρέτηση του δημόσιου χρέους εξακολουθούν να αποτελούν βασικό παράγοντα διεύρυνσης του δημοσιονομικού ελλείμματος. Από την αρχή του τρέχοντος οικονομικού έτους, οι σχετικές δαπάνες έχουν φτάσει τα 1,17 τρισ. δολάρια, αυξημένες κατά 15%, εν μέρει εξαιτίας των υψηλότερων αποδόσεων των Treasuries.
Η Fitch Ratings διατήρησε την Πέμπτη την αξιολόγηση των ΗΠΑ στο AA+, προειδοποιώντας ωστόσο ότι το δημοσιονομικό έλλειμμα ως ποσοστό του ΑΕΠ θα διευρυνθεί το 2026, λόγω των φορολογικών μειώσεων και των επιστροφών δασμών.

Η ζήτηση υπάρχει, αλλά «έχει τίμημα»
Η απόδοση του 30ετούς ομολόγου στη δημοπρασία της Πέμπτης ήταν ελαφρώς υψηλότερη από τα επίπεδα που επικρατούσαν στην αγορά πριν από τη λήξη της προθεσμίας υποβολής προσφορών στη Νέα Υόρκη, ένδειξη ότι η ζήτηση υπολείφθηκε ελαφρώς των προσδοκιών.
Ο δείκτης bid-to-cover, ο οποίος μετρά το ύψος των προσφορών των επενδυτών σε σχέση με το ποσό των τίτλων που διατίθεται, διαμορφώθηκε στο 2,39, έναντι μέσου όρου 2,36 στις προηγούμενες έξι αντίστοιχες δημοπρασίες.
«Παρότι υπάρχουν σαφώς αντίθετοι άνεμοι για το μακροπρόθεσμο τμήμα της καμπύλης, η ισχυρή απορρόφηση της προσφοράς αυτή την εβδομάδα δείχνει ότι η ζήτηση υπάρχει — απλώς έχει τίμημα», δήλωσε ο Γκενάντι Γκόλντμπεργκ, επικεφαλής στρατηγικής αμερικανικών επιτοκίων στην TD Securities.
Το κόστος δανεισμού 5,216% είναι το υψηλότερο από τότε που το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών κατάργησε την έκδοση του 30ετούς ομολόγου το 2001. Η απόφαση εκείνη, η οποία είχε διαρρεύσει διαβόητα σε traders της Goldman Sachs πριν από την επίσημη ανακοίνωσή της, ανατράπηκε το 2005.
Οι σημερινές συνθήκες, ωστόσο, δύσκολα θα μπορούσαν να είναι πιο διαφορετικές.
Τότε, οι επενδυτές ομολόγων απολάμβαναν τα οφέλη μιας πολυετούς bull market. Μια σειρά πλεονασματικών ομοσπονδιακών προϋπολογισμών είχε μάλιστα προκαλέσει ανησυχίες στην αγορά ότι η προσφορά αμερικανικού κρατικού χρέους ήταν υπερβολικά μικρή.
Σήμερα, το ύψος των Treasuries σε κυκλοφορία είναι δεκαπλάσιο και αυξάνεται με ταχείς ρυθμούς, έχοντας διπλασιαστεί από το 2018 σε περίπου 31 τρισ. δολάρια.
Καθώς οι παραδοσιακές πηγές ζήτησης απομακρύνονται από τα αμερικανικά κρατικά ομόλογα, τη θέση τους παίρνουν ιδιώτες επενδυτές, οι οποίοι όμως απαιτούν υψηλότερες αποδόσεις.
«Καθώς η αγορά εξαρτάται ολοένα περισσότερο από επενδυτές που είναι ευαίσθητοι στις τιμές, η ίδια ποσότητα προσφοράς Treasuries μπορεί να απαιτεί μεγαλύτερη παραχώρηση στην απόδοση για να απορροφηθεί», ανέφερε ομάδα αναλυτών της Barclays.
Στο 5,22% το 30ετές
Η απόδοση των 30ετών ομολόγων παρέμεινε σταθερή στο 5,22% στις πρώτες συναλλαγές στην Ασία, μετά την υποχώρησή της κατά περίπου τέσσερις μονάδες βάσης την Πέμπτη. Η πτώση των τιμών του πετρελαίου και τα συγκρατημένα στοιχεία για τις τιμές παραγωγού οδήγησαν τους traders να περιορίσουν τα στοιχήματά τους για αύξηση των επιτοκίων από τη Fed.
Οι αγορές αποτιμούν πλέον πιθανότητα περίπου 35% για κίνηση της Fed τον Σεπτέμβριο, έναντι περίπου 50% νωρίτερα μέσα στην εβδομάδα.
Για τον Ματ Ρζεσνιέφσκι, επικεφαλής διαχείρισης χαρτοφυλακίων πελατών σταθερού εισοδήματος στη Vanguard, οι αυξημένες αποδόσεις γίνονται πλέον ελκυστικές, καθώς η αγορά περιμένει τον επόμενο γύρο στοιχείων για την απασχόληση και τον πληθωρισμό πριν από την επόμενη συνεδρίαση της Fed.
Οι υψηλές αυτές αποδόσεις δίνουν στους επενδυτές «μια ακόμη ευκαιρία», όπως ανέφερε. Η Vanguard εκτιμά ότι η απόδοση του 10ετούς θα κινηθεί σε εύρος 4,25%-4,75% και αυξάνει μέσω αυτής της διάρκειας την έκθεση των χαρτοφυλακίων της στον επιτοκιακό κίνδυνο. Η εταιρεία προτιμά τις μεσαίες διάρκειες έναντι του 30ετούς ομολόγου.
Η αλλαγή που έβαλε φωτιά στη συζήτηση
Το μελλοντικό μέγεθος των εκδόσεων μακροπρόθεσμων ομολόγων βρίσκεται στο επίκεντρο της συζήτησης την τελευταία εβδομάδα, μετά από μια απροσδόκητη αλλαγή στην τελευταία τριμηνιαία ανακοίνωση του αμερικανικού υπουργείου Οικονομικών για τη στρατηγική δανεισμού.
Αντί να αναφέρει, όπως προηγουμένως, ότι συνεχίζει να εξετάζει πιθανές μελλοντικές «αυξήσεις» στις εκδόσεις ομολόγων με κουπόνι και τίτλων κυμαινόμενου επιτοκίου, το υπουργείο δήλωσε ότι εξετάζει πιθανές «αλλαγές».
Οι επενδυτές εξέλαβαν τη διαφοροποίηση αυτή ως ένδειξη ότι οι αξιωματούχοι ενδέχεται να μειώσουν τις εκδόσεις των μακροπρόθεσμων ομολόγων που βρίσκονται υπό τη μεγαλύτερη πίεση.
Ακόμη και αν μια τέτοια μείωση δεν υλοποιηθεί, η επικρατούσα άποψη στην αγορά είναι ότι όταν το υπουργείο Οικονομικών προχωρήσει σε μεγαλύτερες δημοπρασίες τίτλων σταθερού εισοδήματος, πιθανότατα θα επικεντρωθεί σε βραχυπρόθεσμους τίτλους διάρκειας δύο έως επτά ετών.
Αυτό θα αποτελούσε επέκταση της σημερινής στρατηγικής μείωσης της μέσης διάρκειας του χρέους, στο πλαίσιο της οποίας οι αξιωματούχοι έχουν στρέψει μεγαλύτερο μέρος των εκδόσεων προς έντοκα γραμμάτια που λήγουν σε ένα έτος ή λιγότερο. Η στρατηγική αυτή επιτρέπει στο Δημόσιο να αποφεύγει τις υψηλότερες αποδόσεις των μακροπρόθεσμων τίτλων, αυξάνει όμως τον κίνδυνο αναχρηματοδότησης.
«Η μόνη ξεκάθαρη λύση που βλέπω είναι η αμερικανική κυβέρνηση να περιορίσει τον προϋπολογισμό της», δήλωσε ο Τζον Φαθ, managing partner της BTG Pactual Asset Management US.
«Όλο αυτό το σχέδιο να μεταφέρεται η έκδοση χρέους προς το βραχυπρόθεσμο άκρο της καμπύλης μπορεί να εφαρμοστεί μόνο μέχρι ενός σημείου. Μετά, φτάνουμε σε κάτι που εγώ θα χαρακτήριζα ανεύθυνο», πρόσθεσε.
Διαβάστε ακόμη
Φοροδιαφυγή: 320.000 καταγγελίες στην ΑΑΔΕ – Σε ποιες περιοχές εντοπίζεται το «σαφάρι»
Νιτσιάκος: Με τζίρο 570 εκατ. ευρώ και επενδυτικό άλμα περνά στην εποχή της MHP
Πλειστηριασμοί: Πώς ένα Αστυνομικό Τμήμα της Αττικής οδεύει στο ηλεκτρονικό σφυρί (pics)
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφθείτε το Πρώτο ΘΕΜΑ
Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.