Η διεθνώς αναγνωρισμένη κυβέρνηση της Υεμένης, η οποία υποστηρίζεται από τη Σαουδική Αραβία, ανακοίνωσε την έναρξη ευρείας στρατιωτικής επιχείρησης με στόχο την ανακατάληψη όλων των περιοχών της χώρας που βρίσκονται υπό τον έλεγχο των υποστηριζόμενων από το Ιράν, Χούθι.
Οι κυβερνητικές ένοπλες δυνάμεις θα συνεχίσουν την επίθεση «μέχρι η χώρα να απελευθερωθεί από τα χέρια της τρομοκρατικής πολιτοφυλακής», δήλωσε σε τηλεοπτικό διάγγελμα ο Πρόεδρος της Υεμένης, Ρασάντ αλ Αλίμι. Στρατιωτικός εκπρόσωπος κάλεσε αργότερα τους Χούθι να καταθέσουν τα όπλα.
Η νέα επιχείρηση σηματοδοτεί δραματική κλιμάκωση του πολέμου στην Υεμένη και ταυτόχρονα ανοίγει ένα ακόμη κρίσιμο μέτωπο στην ευρύτερη σύγκρουση στη Μέση Ανατολή, καθώς οι εξελίξεις συνδέονται πλέον άμεσα με την ασφάλεια δύο από τα σημαντικότερα θαλάσσια περάσματα στον κόσμο, του Μπαμπ ελ Μαντέμπ και των Στενών του Ορμούζ.
Οι Χούθι ελέγχουν τη Σαναά από το 2014
Οι Χούθι, γνωστοί επισήμως ως Ανσάρ Αλλάχ, ελέγχουν από το 2014 την πρωτεύουσα Σαναά και μεγάλες περιοχές της βορειοδυτικής Υεμένης, όπου κατοικεί το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού.
Στη διάρκεια της τελευταίας δεκαετίας έχουν αντέξει σε σειρά στρατιωτικών επιχειρήσεων από τη Σαουδική Αραβία, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και τους δυτικούς συμμάχους τους, ενώ έχουν αναβαθμίσει σημαντικά το οπλοστάσιό τους με τη βοήθεια του Ιράν.
Τον περασμένο μήνα εξαπέλυσαν αιφνιδιαστική επίθεση, καταλαμβάνοντας μέσα σε λίγες εβδομάδες τα στρατηγικής σημασίας Στενά του Μπαμπ ελ Μαντέμπ και περίπου 150 χιλιόμετρα ακτογραμμής στην Ερυθρά Θάλασσα.
Η προέλαση αυτή ενίσχυσε σημαντικά τη δυνατότητα των Χούθι να ασκούν πίεση στη διεθνή ναυσιπλοΐα, καθώς απέκτησαν μεγαλύτερο έλεγχο σε έναν από τους σημαντικότερους εμπορικούς διαδρόμους μεταξύ Ευρώπης και Ασίας.
Παράλληλα, δημιούργησε ένα νέο μέτωπο στον ευρύτερο πόλεμο των ΗΠΑ και του Ισραήλ με το Ιράν, που ξεκίνησε τον Φεβρουάριο. Μεταξύ των απαντήσεων της Τεχεράνης στη σύγκρουση ήταν και ο δραστικός περιορισμός των πετρελαϊκών ροών μέσω των Στενών του Ορμούζ, στην άλλη πλευρά της Αραβικής Χερσονήσου.
Οι Χούθι ανακοίνωσαν πλήγματα στη Σαουδική Αραβία
Την ώρα που το Προεδρικό Συμβούλιο Ηγεσίας (PLC) της Υεμένης ανακοίνωνε τη μεγάλη αντεπίθεση, οι Χούθι υποστήριξαν ότι εξαπέλυσαν βαλλιστικούς πυραύλους και drones εναντίον εγκαταστάσεων της Saudi Aramco στο Ριάντ και στην περιοχή Χουράις της Σαουδικής Αραβίας.
Οι Χούθι ισχυρίστηκαν ότι τα πλήγματα προκάλεσαν μεγάλες πυρκαγιές και ότι πραγματοποιήθηκαν ως αντίποινα για, όπως υποστηρίζουν, 50 αεροπορικές και πυραυλικές επιδρομές υπό σαουδαραβική ηγεσία στην Υεμένη μέσα στις προηγούμενες 12 ώρες.
Δεν υπήρξε άμεση επιβεβαίωση των συγκεκριμένων ισχυρισμών από τη Σαουδική Αραβία.
Ο Αλίμι δήλωσε ότι η απόφαση για την έναρξη της αντεπίθεσης ελήφθη αφού εξαντλήθηκαν όλες οι δυνατότητες αποκλιμάκωσης της σύγκρουσης. Ευχαρίστησε τη Σαουδική Αραβία για τη στήριξή της και κάλεσε τους περιφερειακούς συμμάχους και τους διεθνείς εταίρους της Υεμένης να στηρίξουν τις δυνάμεις και τους θεσμούς του PLC.
Περιφερειακοί και δυτικοί αξιωματούχοι είχαν δηλώσει στο Reuters νωρίτερα μέσα στην εβδομάδα ότι η Σαουδική Αραβία και οι σύμμαχοί της στην Υεμένη προετοίμαζαν μεγάλης κλίμακας επίθεση κατά των Χούθι, με τους Σαουδάραβες να αναλαμβάνουν τις αεροπορικές επιχειρήσεις και τις κυβερνητικές δυνάμεις της Υεμένης τις μάχες στο έδαφος.
Οι ΗΠΑ παρέχουν πληροφορίες στο Ριάντ
Οι Ηνωμένες Πολιτείες παρέχουν ήδη πληροφορίες για την υποστήριξη των σαουδαραβικών επιχειρήσεων στην Υεμένη, ενώ ορισμένες περιφερειακές και ευρωπαϊκές χώρες προσφέρουν κυρίως αμυντική στρατιωτική βοήθεια στο βασίλειο, σύμφωνα με έξι πηγές που γνωρίζουν τις στρατιωτικές προετοιμασίες του Ριάντ.
Ο πόλεμος των ΗΠΑ κατά του Ιράν έχει προκαλέσει βαριές απώλειες στην ανώτερη στρατιωτική και πολιτική ηγεσία της Τεχεράνης. Ταυτόχρονα, όμως, έχει οδηγήσει την Ουάσιγκτον σε μια νέα εκτεταμένη στρατιωτική εμπλοκή στη Μέση Ανατολή, επιβαρύνοντας και τα αποθέματα κρίσιμου στρατιωτικού εξοπλισμού.
Η Υεμένη βρίσκεται σε πόλεμο εδώ και χρόνια, με δεκάδες ένοπλες οργανώσεις και πολιτικές παρατάξεις να υποστηρίζονται από ανταγωνιστικές περιφερειακές και διεθνείς δυνάμεις.
Μετά τη λαϊκή εξέγερση του 2011 στο πλαίσιο της Αραβικής Άνοιξης, οι Χούθι, ένοπλο κίνημα Ζαϊντιτών σιιτών μουσουλμάνων, κατέλαβαν τη Σαναά.
Το υποστηριζόμενο από τη Σαουδική Αραβία και αναγνωρισμένο από τον ΟΗΕ PLC ελέγχει έκτοτε κυρίως το νότιο και ανατολικό τμήμα της χώρας, έχοντας ως βάση το Άντεν, την πρώην πρωτεύουσα της Νότιας Υεμένης.
Από την εκεχειρία του 2022 στη νέα σύγκρουση
Η Σαουδική Αραβία εισήλθε στον εμφύλιο πόλεμο της Υεμένης το 2015, επικεφαλής αραβικού συνασπισμού που υποστήριζε την αναγνωρισμένη κυβέρνηση, χωρίς ωστόσο να καταφέρει να νικήσει τους Χούθι.
Η εκεχειρία που συμφωνήθηκε μεταξύ των αντιμαχόμενων πλευρών το 2022 διατηρήθηκε σε μεγάλο βαθμό μέχρι φέτος, όταν οι Χούθι άρχισαν να εξαπολύουν πυραυλικές επιθέσεις και επιδρομές με drones εναντίον σαουδαραβικών πλοίων και πετρελαϊκών υποδομών, καθώς ο πόλεμος με το Ιράν εξαπλώθηκε στην περιοχή.
Οι Χούθι διατηρούν μέχρι στιγμής την πρωτοβουλία των κινήσεων στο έδαφος, ιδιαίτερα μετά την αστραπιαία επιχείρηση του προηγούμενου μήνα, κατά την οποία οι κυβερνητικές δυνάμεις κατέρρευσαν και οι αντάρτες απέκτησαν τον έλεγχο του Μπαμπ ελ Μαντέμπ.
Γιατί το Μπαμπ ελ Μαντέμπ είναι κρίσιμο
Το Μπαμπ ελ Μαντέμπ αποτελεί τη νότια έξοδο της Ερυθράς Θάλασσας και βασικό θαλάσσιο πέρασμα στη διαδρομή που συνδέει τη Μεσόγειο με την Ασία.
Η σημασία του έχει αυξηθεί ακόμη περισσότερο μέσα στο 2026, καθώς έχει εξελιχθεί σε βασική εναλλακτική διαδρομή έναντι των Στενών του Ορμούζ, όπου οι ενεργειακές ροές έχουν δεχθεί ισχυρό πλήγμα από τον πόλεμο με το Ιράν.
Ο έλεγχος του περάσματος από τους Χούθι δημιουργεί έτσι έναν δεύτερο μεγάλο κίνδυνο για τις παγκόσμιες εμπορικές και ενεργειακές μεταφορές.
Προελαύνουν και προς την Ταΐζ
Τις τελευταίες 48 ώρες οι Χούθι έχουν σημειώσει νέα κέρδη έναντι κυβερνητικών και τοπικών δυνάμεων σε στρατηγικά υψώματα κοντά στην Ταΐζ, σύμφωνα με στρατιωτικές πηγές.
Οι δυνάμεις τους προωθούνται προς τον τελευταίο οδικό άξονα που συνδέει την πόλη με το Άντεν στη νότια ακτή.
Εάν οι Χούθι αποκτήσουν τον έλεγχο του δρόμου Ταΐζ-Άντεν, η πόλη θα βρεθεί ουσιαστικά υπό πολιορκία. Η Ταΐζ είναι η τρίτη μεγαλύτερη πόλη της Υεμένης, φιλοξενεί εκατοντάδες χιλιάδες αμάχους και σε αυτήν βρίσκονται επίσης χιλιάδες κυβερνητικοί στρατιώτες.
Η σημασία της είναι και πολιτική, καθώς ο Πρόεδρος Αλίμι κατάγεται από την περιοχή. Μια ενδεχόμενη πολιορκία της θα επιδείνωνε ακόμη περισσότερο την ήδη εξαιρετικά δύσκολη ανθρωπιστική κατάσταση στη χώρα.
Τρεις στις τέσσερις οικογένειες αντιμετωπίζουν πείνα
Το ανθρώπινο κόστος της νέας κλιμάκωσης αυξάνεται ραγδαία. Σύμφωνα με το Παγκόσμιο Επισιτιστικό Πρόγραμμα (WFP), σε ορισμένες περιοχές της Υεμένης τρεις στις τέσσερις οικογένειες αντιμετωπίζουν πείνα εξαιτίας της έξαρσης των συγκρούσεων.
Οι μάχες έχουν ήδη αναγκάσει δεκάδες χιλιάδες ανθρώπους να εγκαταλείψουν τις εστίες τους, ενώ έχουν προκαλέσει σοβαρές διαταραχές στον εφοδιασμό εκατομμυρίων κατοίκων.
Η νέα κυβερνητική επίθεση, σε συνδυασμό με την προέλαση των Χούθι και τη στρατιωτική εμπλοκή της Σαουδικής Αραβίας και των ΗΠΑ, αυξάνει πλέον τον κίνδυνο ο πολυετής εμφύλιος της Υεμένης να εξελιχθεί σε ένα από τα κρισιμότερα μέτωπα του ευρύτερου πολέμου στη Μέση Ανατολή.
Διαβάστε ακόμη
Ανάχωμα στη στεγαστική κρίση τα μέτρα για τους servicers
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφθείτε το Πρώτο ΘΕΜΑ
