Το 2016, η υποψήφια για Όσκαρ Κέιτ Γουίνσλετ εμφανίστηκε στο κόκκινο χαλί με ένα ειδικά σχεδιασμένο μαύρο φόρεμα Ralph Lauren. Ωστόσο, στην Ινδία, το ενδιαφέρον των σχολιαστών στράφηκε στα εντυπωσιακά διαμαντένια σκουλαρίκια της, δημιουργία του Ινδού κοσμηματοποιού Νιράβ Μόντι. Η εμφάνισή της προβλήθηκε από τον ινδικό Τύπο και ανέδειξε ακόμη περισσότερο τη διεθνή αναγνωρισιμότητα του σχεδιαστή.

Ήταν η κορύφωση της εντυπωσιακής πορείας του Μόντι, ο οποίος από διαμαντοπώλης εξελίχθηκε σε διεθνώς αναγνωρισμένο σχεδιαστή κοσμημάτων. Η ομώνυμη εταιρεία του είχε ως πρεσβευτές γνωστές διασημότητες, ενώ οι δημιουργίες του εμφανίζονταν σε κόκκινα χαλιά από το Λος Άντζελες έως τις Κάννες. Η επιχείρησή του είχε επεκταθεί σε μερικές από τις πιο ακριβές εμπορικές περιοχές του κόσμου, όπως η Madison Avenue στη Νέα Υόρκη, η Bond Street στο Λονδίνο και η Canton Road στο Χονγκ Κονγκ, με περίπου δώδεκα μπουτίκ διεθνώς.
Πίσω, όμως, από τη λαμπερή εικόνα της επιτυχίας, εξελισσόταν μια πολύ διαφορετική ιστορία: ένα δίκτυο φερόμενων παράνομων συναλλαγών που συνδεόταν με μία από τις μεγαλύτερες κρατικές τράπεζες της Ινδίας.
Το 2018, οι ινδικές αρχές κατηγόρησαν τον Μόντι ότι ενορχήστρωσε μία από τις μεγαλύτερες τραπεζικές απάτες στη σύγχρονη ιστορία της χώρας. Η Κεντρική Υπηρεσία Ερευνών (CBI) και η Διεύθυνση Καταπολέμησης της Οικονομικής Εγκληματικότητας (ED) τον κατηγόρησαν για απάτη ύψους περίπου 2 δισεκατομμυρίων δολαρίων εις βάρος της Punjab National Bank, υποστηρίζοντας ότι χρηματοδοτούσε την επιχειρηματική του αυτοκρατορία με δανεικά χρήματα που δεν σκόπευε να αποπληρώσει.
Ο Μόντι αρνείται τις κατηγορίες και έχει υποστηρίξει ότι το ποσό που οφείλει στην τράπεζα είναι πολύ μικρότερο. Από το 2019, όταν συνελήφθη στο Λονδίνο, αντιστέκεται στις προσπάθειες έκδοσής του στην Ινδία, όπου αντιμετωπίζει κατηγορίες που περιλαμβάνουν απάτη και ξέπλυμα χρήματος. Το CNN επικοινώνησε με τον δικηγόρο του για σχόλιο.
Πλέον, το Υπουργείο Εξωτερικών της Ινδίας υποστηρίζει ότι τα νομικά περιθώρια του Μόντι έχουν περιοριστεί σημαντικά, γεγονός που δείχνει ότι η μακροχρόνια διαμάχη ενδέχεται να πλησιάζει στο τέλος της.
Τα πρώτα χρόνια της ζωής του Μόντι
Ο Μόντι γεννήθηκε το 1971 στην Παλανπούρ, στην πολιτεία Γκουτζαράτ της δυτικής Ινδίας, περιοχή με μακρά παράδοση στο εμπόριο διαμαντιών. Προερχόταν από οικογένεια με βαθιές ρίζες στον κλάδο: ο παππούς του, Κεσαβλάλ Μόντι, ξεκίνησε να εμπορεύεται ακατέργαστα διαμάντια τη δεκαετία του 1930, ενώ ο πατέρας του, Ντίπακ Μόντι, ίδρυσε αργότερα δική του επιχείρηση διαμαντιών στην Αμβέρσα.
Η παιδική του ηλικία, ωστόσο, σημαδεύτηκε από μια τραυματική εμπειρία. Σε ηλικία οκτώ ετών, ο Μόντι έγινε μάρτυρας της αυτοκτονίας της μητέρας του. Χρόνια αργότερα, η νομική του ομάδα επικαλέστηκε το γεγονός κατά την προσφυγή του κατά της έκδοσής του στο Ηνωμένο Βασίλειο, προκειμένου να καταδείξει τον αγώνα του ενάντια στην κατάθλιψη.
Μεγαλώνοντας σε οικογένεια που δραστηριοποιούνταν στον χώρο των πολύτιμων λίθων, τα διαμάντια και τα κοσμήματα αποτελούσαν συχνό θέμα συζήτησης στο σπίτι. Παρότι ο ίδιος ονειρευόταν να γίνει μαέστρος ορχήστρας, τελικά γράφτηκε στη Σχολή Wharton του Πανεπιστημίου της Πενσυλβανίας. Ωστόσο, εγκατέλειψε σύντομα τις σπουδές του και επέστρεψε στην Ινδία το 1989.
Στα 19 του, ο Μόντι ξεκίνησε να εργάζεται δίπλα στον θείο του, Μεχούλ Τσόκσι, πρόεδρο του Ομίλου Gitanjali, ενός από τους μεγαλύτερους λιανοπωλητές επώνυμων κοσμημάτων στον κόσμο, με έδρα τη Βομβάη και χιλιάδες καταστήματα στην Ινδία. Σύμφωνα με τον συγγραφέα Παβάν Λαλ, ο Μόντι «έγινε γρήγορα προστατευόμενος του Τσόκσι».
Παρότι η Gitanjali δραστηριοποιούνταν κυρίως στη μαζική αγορά χρυσού και διαμαντιών, ο Μόντι στόχευε στην υψηλή πολυτέλεια. Όπως αναφέρει ο συγγραφέας Παβάν Λαλ στο βιβλίο του «Flawed: The Rise and Fall of India’s Diamond Mogul Nirav Modi», περιγράφει πώς ο Μόντι ήθελε να δημιουργήσει την πρώτη ινδική μάρκα κοσμημάτων υπερπολυτελείας, στα πρότυπα οίκων όπως οι Harry Winston και Bulgari, με διεθνή απήχηση.

«Τον ώθησε να επικεντρωθεί στην κατηγορία ultra-premium και να ακολουθήσει το παράδειγμα των Harry Winston ή Bulgari, εστιάζοντας αποκλειστικά στα διαμάντια», δήλωσε στο CNN ο Lall, συγγραφέας του βιβλίου «Flawed: The Rise and Fall of India’s Diamond Mogul Nirav Modi».
Το 1999 ίδρυσε τη Firestar Diamond (αρχικά Firestone), η οποία προμήθευε μεγάλες αλυσίδες λιανικής και δραστηριοποιούνταν στις διεθνείς αγορές, θέτοντας τις βάσεις για τη μετέπειτα παγκόσμια ανάπτυξή του.
Η ανάπτυξη των εμπορικών σημάτων
Η Αμβέρσα, όπου ο Μόντι πέρασε μέρος της παιδικής του ηλικίας, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα κέντρα εμπορίου διαμαντιών στον κόσμο. Εξίσου σημαντική είναι όμως και η Σουράτ, περίπου 240 χιλιόμετρα βόρεια της Βομβάης, όπου εκτιμάται ότι κόβεται και γυαλίζεται περίπου το 90% των διαμαντιών παγκοσμίως. Η πόλη αποτελεί βασικό κρίκο της διεθνούς αλυσίδας διαμαντιών, με ακατέργαστους λίθους από όλο τον κόσμο να επεξεργάζονται από δεκάδες χιλιάδες εργαζομένους και να διοχετεύονται στις διεθνείς αγορές μέσω της Βομβάης. Σύμφωνα με τον Άνουπ Μέχτα, πρόεδρο του Bharat Diamond Bourse, το σύστημα αυτό «βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στην εμπιστοσύνη».
Ο Μόντι ήταν προϊόν αυτού του οικοσυστήματος. Η Firestar διέθετε μεγάλο εργοστάσιο στην Ειδική Οικονομική Ζώνη της Σουράτ, όπου η εταιρεία επεξεργαζόταν διαμάντια και κατασκεύαζε κοσμήματα για εξαγωγή.
Η επιχείρησή του άρχισε σύντομα να επεκτείνεται διεθνώς. Το 2005 εξαγόρασε το τμήμα χονδρικής της αμερικανικής εταιρείας κοσμημάτων Frederick Goldman, αποκτώντας σημαντική παρουσία στην αγορά των ΗΠΑ. Ο ίδιος χαρακτήρισε την κίνηση «τολμηρή», καθώς, όπως ανέφερε, ήταν η πρώτη φορά που ινδική εταιρεία του κλάδου εξαγόραζε αμερικανική επιχείρηση. Το 2007 ακολούθησε η εξαγορά της Sandberg & Sikorski, σημαντικού προμηθευτή και πωλητή κοσμημάτων στις Ένοπλες Δυνάμεις των ΗΠΑ.
Το 2008, όταν μια φίλη του ζήτησε να σχεδιάσει ένα ζευγάρι σκουλαρίκια, ο Μόντι συνειδητοποίησε ότι ήθελε να αφοσιωθεί στον σχεδιασμό κοσμημάτων. Δύο χρόνια αργότερα, το 2010, ίδρυσε την ομώνυμη εταιρεία Nirav Modi.

Η άνοδος του Μόντι
Η Ινδία θεωρείται ευρέως ο τόπος όπου ανακαλύφθηκαν για πρώτη φορά τα διαμάντια, με τα αρχαιότερα ευρήματα να χρονολογούνται πριν από περισσότερα από 4.000 χρόνια. Για αιώνες, οι Ινδοί ηγεμόνες τα χρησιμοποιούσαν για να διακοσμούν παλάτια, θρόνους και στέμματα, προβάλλοντας τον πλούτο και την ισχύ τους. Πολλά από αυτά τα πολύτιμα αντικείμενα, ωστόσο, αφαιρέθηκαν από τη χώρα κατά τη βρετανική αποικιοκρατία.
Όταν η Ινδία απέκτησε την ανεξαρτησία της το 1947, ήταν μια εξαιρετικά φτωχή χώρα, έχοντας μόλις περάσει μια βίαιη διχοτόμηση που κόστισε τη ζωή σε έως και 2 εκατομμύρια ανθρώπους. Η οικονομία άρχισε να μεταμορφώνεται τη δεκαετία του 1990, όταν η χώρα άρχισε να προσελκύει περισσότερες ξένες επενδύσεις και ενισχύθηκε σημαντικά η μεσαία τάξη. Μέσα σε αυτή την περίοδο αλλαγών, η διεθνής επιτυχία του Μόντι αποτέλεσε για πολλούς Ινδούς σύμβολο εθνικής υπερηφάνειας, δείχνοντας ότι μια ινδική μάρκα μπορούσε να ανταγωνιστεί τις κορυφαίες επιχειρήσεις πολυτελείας παγκοσμίως.
Το 2010 ήταν μια ιδιαίτερα σημαντική χρονιά για την πορεία του Μόντι, καθώς το «Golconda Lotus», ένα από τα κοσμήματά του, πουλήθηκε για περισσότερα από 3,5 εκατομμύρια δολάρια σε δημοπρασία του Christie’s, ενός από τους μεγαλύτερους διεθνείς οίκους δημοπρασιών. Το κολιέ, με ένα διαμάντι 12,29 καρατίων και λευκά και ροζ διαμάντια, προσέλκυσε διεθνές ενδιαφέρον και έγινε το πρώτο κόσμημα ινδικής μάρκας που εμφανίστηκε στο εξώφυλλο καταλόγου του Christie’s, ενισχύοντας σημαντικά τη διεθνή αναγνωρισιμότητα του Μόντι και της μάρκας του.

Ο Λαλ σημειώνει ότι η επιτυχία του «Golconda Lotus» απέδειξε πως ένας Ινδός σχεδιαστής μπορούσε να δημιουργήσει κοσμήματα αξίας εκατομμυρίων δολαρίων, χρησιμοποιώντας σπάνιους και υψηλής ποιότητας πολύτιμους λίθους. Για τον σχεδιασμό του, ο Μόντι είχε μελετήσει επί χρόνια τους καταλόγους του Christie’s, εξετάζοντας ποια χαρακτηριστικά, όπως η κοπή, το χρώμα, η διαύγεια και ο σχεδιασμός, είχαν τη μεγαλύτερη επιτυχία στις δημοπρασίες.
Το 2015, άνοιξε την πρώτη διεθνή μπουτίκ του στη Madison Avenue της Νέας Υόρκης, με τα εγκαίνια να πραγματοποιούνται στο Rockefeller Center. Παραβρέθηκαν γνωστές προσωπικότητες, μεταξύ των οποίων ο Ντόναλντ Τραμπ Τζούνιορ, η Βανέσα Τραμπ, η Ναόμι Γουότς και η Κόκο Ρότσα.
Η μάρκα στόχευε σε μια αγορά πολυτελών κοσμημάτων που θα μπορούσαν να φοριούνται καθημερινά, ενώ παράλληλα αντλούσε έμπνευση από τη βασιλική παράδοση της Ινδίας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ήταν το σετ «Μαχαράνι», αποτελούμενο από κολιέ και σκουλαρίκια αξίας 1,6 εκατομμυρίων δολαρίων, το οποίο ο Μόντι παρουσίασε ως φόρο τιμής στα κοσμήματα των Ινδών βασιλιάδων και βασιλισσών.
Η επιτυχία του συνεχίστηκε: το 2016 η Ρόζι Χάντινγκτον-Γουίτλεϊ πρωταγωνίστησε σε καμπάνια της μάρκας και το 2017 η Πριγιάνκα Τσόπρα έγινε παγκόσμια πρέσβειρά της. Την ίδια χρονιά, το Forbes εκτίμησε την περιουσία του Μόντι σε 1,8 δισεκατομμύρια δολάρια.
Η διεθνής επέκταση του Μόντι συνεχίστηκε με νέα καταστήματα σε πόλεις όπως το Λονδίνο, το Χονγκ Κονγκ, το Πεκίνο, το Μακάο, το Λας Βέγκας, η Χονολουλού, η Κουάλα Λουμπούρ και η Σιγκαπούρη. Ο Λαλ θεωρεί ιδιαίτερα σημαντικό το γεγονός ότι ο Μόντι ήταν ο μόνος Ινδός επιχειρηματίας που κατάφερε να ανοίξει μπουτίκ σε τόσο σημαντικές αγορές, όπως η Νέα Υόρκη και το Λονδίνο.
Η φερόμενη απάτη
Καθώς η μάρκα του αποκτούσε διεθνή προβολή, άρχισαν να δημιουργούνται ερωτήματα σχετικά με την προέλευση των χρημάτων που χρηματοδοτούσαν την ανάπτυξή της.
Για τις επιχειρηματικές του δραστηριότητες, ο Μόντι συνεργαζόταν με την Punjab National Bank (PNB), σήμερα τη δεύτερη μεγαλύτερη κρατική τράπεζα της Ινδίας. Σύμφωνα με τις ινδικές αρχές, υπάλληλοι του υποκαταστήματος της PNB στο Brady House της Βομβάης εξέδιδαν Letters of Undertaking (LoUs) προς εταιρείες του Μόντι, του Μεχούλ Τσόκσι και συνεργατών τους. Τα έγγραφα αυτά λειτουργούσαν ως δέσμευση της PNB ότι θα κάλυπτε τα δάνεια των εταιρειών, επιτρέποντάς τους έτσι να δανείζονται μεγάλα ποσά από ξένες τράπεζες. Σύμφωνα με τους ερευνητές, οι εταιρείες χρησιμοποιούσαν τα χρήματα αυτά για την αγορά διαμαντιών και τη χρηματοδότηση των διεθνών δραστηριοτήτων τους, γεγονός που αποτέλεσε βασικό μέρος της φερόμενης απάτης.
Ωστόσο, η χρήση των εγγυήσεων αυτών διακόπηκε λίγο μετά τη δημοσιοποίηση της είδησης για την απάτη.
Σύμφωνα με τους ερευνητές, υπάλληλοι της Punjab National Bank (PNB) φέρονται να εξέδιδαν LoU χωρίς την απαιτούμενη χρηματική εγγύηση και χωρίς να καταγράφουν τις συναλλαγές στα κεντρικά συστήματα της τράπεζας, με αποτέλεσμα τα χρέη να παραμένουν κρυφά για χρόνια.
Η υπόθεση αποκαλύφθηκε τον Ιανουάριο του 2018, όταν ένας νέος υπάλληλος ζήτησε την απαιτούμενη εγγύηση για την έκδοση νέων LoU. Έναν μήνα αργότερα, η φερόμενη απάτη δημοσιοποιήθηκε, ενώ ο Μόντι και η οικογένειά του είχαν ήδη φύγει από την Ινδία.
«Αποδιοπομπαίος τράγος»
Καθώς το σκάνδαλο κυριαρχούσε στα ινδικά μέσα ενημέρωσης, άρχισαν να κυκλοφορούν φήμες για το πού βρισκόταν ο Μόντι, με αναφορές ότι είχε καταφύγει στο Χονγκ Κονγκ, τη Νέα Υόρκη ή το Λονδίνο. Η Ιντερπόλ εξέδωσε ειδοποίηση για τη σύλληψή του, ενώ οι ινδικές αρχές κατάσχεσαν περιουσιακά στοιχεία και πολυτελή αντικείμενά του.
Στο πλαίσιο της έρευνας, η CBI συνέλαβε τον αναπληρωτή διευθυντή της PNB Γκοκουλνάθ Σέτι και τον υπάλληλο Μανότζ Καράτ, οι οποίοι κατηγορήθηκαν ότι συμμετείχαν στην έκδοση των πλαστών LoU. Συνελήφθησαν τον Φεβρουάριο του 2018 και παραμένουν ελεύθεροι με εγγύηση, αρνούμενοι τις κατηγ2ορίες. Ο Καράτ δήλωσε στο CNN ότι θεωρήθηκε «αποδιοπομπαίος τράγος».
Ο Καράτ, που προερχόταν από μεσοαστική οικογένεια στο Καρτζάτ, είχε εξασφαλίσει το 2014 μια θέση στην PNB στη Βομβάη, την οποία η οικογένειά του θεωρούσε μια ασφαλή και σημαντική επαγγελματική ευκαιρία. Ο ίδιος υποστηρίζει ότι είχε περιορισμένο ρόλο στην υπόθεση, καθώς η δουλειά του, όπως ανέφερε, περιοριζόταν στην καταχώριση δεδομένων και δεν είχε εξουσία ή αρμοδιότητα να εγκρίνει τις συναλλαγές μεγάλης σημασίας. Παράλληλα, δήλωσε ότι τα χρόνια δικαστικών περιπετειών και τα αυξανόμενα νομικά έξοδα έχουν καταστρέψει οικονομικά τον ίδιο και την οικογένειά του, αφήνοντάς τον χωρίς εισόδημα.
Τι θα ακολουθήσει;
Ο Μόντι συνελήφθη στο Λονδίνο τον Μάρτιο του 2019, κατόπιν αιτήματος των ινδικών αρχών, περισσότερο από έναν χρόνο μετά την αποκάλυψη της φερόμενης απάτης. Έκτοτε, παραμένει κρατούμενος στη Βρετανία, έχοντας χάσει επανειλημμένα τις προσφυγές του κατά της έκδοσής του στην Ινδία. Αν εκδοθεί, οι ινδικές αρχές αναμένουν να κρατηθεί στη φυλακή Arthur Road της Βομβάης μέχρι τη δίκη του.

Ο θείος και μέντοράς του, Μεχούλ Τσόκσι, συνελήφθη στο Βέλγιο και προσπαθεί επίσης να εμποδίσει τη μεταφορά του στην Ινδία, όπου αναμένεται να δικαστεί για κατηγορίες που περιλαμβάνουν απάτη και ξέπλυμα χρήματος. Αν επιστρέψει στην Ινδία, θα μπορούσε να κρατηθεί στην ίδια φυλακή με τον Μόντι. Ο Τσόκσι αρνείται τις κατηγορίες.
Επίσης, ένας πρώην υπάλληλος της εταιρείας του Τσόκσι, ο Σαντόσα Σριβαστάβα, δήλωσε ότι είχε εκφράσει ανησυχίες για τις οικονομικές συναλλαγές της εταιρείας. Παρότι είχε συναντήσει τον Μόντι αρκετές φορές, τον περιέγραψε ως «ιδιαίτερα χαρισματικό και ικανό διαπραγματευτή, με έντονη παρουσία που μπορούσε να επιβληθεί σε μια ολόκληρη αίθουσα».
Για την ινδική κυβέρνηση, το σκάνδαλο αποτέλεσε πολιτικό πλήγμα και προκάλεσε αντιδράσεις από την αντιπολίτευση. Ο πρωθυπουργός Ναρέντρα Μόντι, ο οποίος δεν έχει συγγένεια με τον Νιράβ Μόντι και είχε ανέβει στην εξουσία με την υπόσχεση να καταπολεμήσει τη διαφθορά, δέχθηκε έντονη πίεση από τα μέσα ενημέρωσης και την κοινή γνώμη να φέρει τον φυγόδικο επιχειρηματία στην Ινδία.
Η υπόθεση επηρέασε και την ινδική αγορά διαμαντιών, καθώς οι τράπεζες έγιναν πιο επιφυλακτικές στη χορήγηση δανείων προς επιχειρήσεις του κλάδου. Σύμφωνα με τον Άνουπ Μέχτα, πρόεδρο του Bharat Diamond Bourse, η φήμη που δημιουργήθηκε γύρω από το σκάνδαλο «προκάλεσε σημαντικό πλήγμα στην αγορά, αν και στη συνέχεια η κατάσταση βελτιώθηκε».
Όσον αφορά τους Ινδούς εισαγγελείς, ελάχιστη πρόοδος έχει σημειωθεί στην προσπάθειά τους να συλλάβουν τον Μόντι, καθώς ο φυγάς καταβάλλει μια ολοένα και πιο απελπισμένη προσπάθεια να εμποδίσει την έκδοσή του στην Ινδία.
Παράλληλα, οι προσπάθειες των ινδικών αρχών να φέρουν τον Μόντι στη χώρα συνεχίστηκαν, ενώ οι δικηγόροι του υποστήριζαν ότι η επιστροφή του θα μπορούσε να τον εκθέσει σε «κακομεταχείριση» και να «επιδεινώσει την ψυχική του υγεία». Το Ανώτατο Δικαστήριο του Ηνωμένου Βασιλείου απέρριψε τελικά την προσφυγή του, κρίνοντας επαρκείς τις διαβεβαιώσεις της ινδικής κυβέρνησης για την ασφάλεια και την ιατρική του φροντίδα, ενδεχομένως στη φυλακή Arthur Road.
Μετά την απόρριψη της προσφυγής του στο Ηνωμένο Βασίλειο, ο Μόντι φέρεται να προσέφυγε στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΔΑΔ), ζητώντας προστασία από την επιστροφή του στην Ινδία. Τον Ιούλιο, ινδικά μέσα ενημέρωσης ανέφεραν ότι και αυτή η προσπάθεια είχε απορριφθεί, αν και το ΕΔΑΔ δήλωσε ότι δεν υπάρχει εκκρεμής υπόθεση στο όνομα του Μόντι, είτε επειδή δεν εκκρεμεί πλέον προσφυγή, είτε επειδή του έχει δοθεί ανωνυμία.
Ο συγγραφέας Παβάν Λαλ περιέγραψε τον Μόντι ως ιδιαίτερα ντροπαλό και χαμηλών τόνων, παρά τη διεθνή προβολή που είχε αποκτήσει. Όπως ανέφερε, «ο Μόντι μιλούσε πολύ χαμηλόφωνα, σε σημείο που συχνά χρειαζόταν να προσπαθήσει κανείς συνειδητά για να καταφέρει να τον ακούσει».
Αν τελικά επιστρέψει στην Ινδία, η άφιξή του αναμένεται να προσελκύσει πολύ ενδιαφέρον και δημοσιότητα. Για την ινδική κυβέρνηση, θα αποτελέσει σημαντική εξέλιξη σε μια υπόθεση που έχει συνδεθεί με διαφθορά και μεγάλη τραπεζική απάτη. Για πολλούς Ινδούς, θα μπορούσε επίσης να αποτελέσει ένδειξη ότι ακόμη και οι ισχυροί και πλούσιοι δεν μπορούν να αποφύγουν τη δικαιοσύνη.
Όπως σχολίασε ο Λαλ, «η επιστροφή του Μόντι στην Ινδία πιθανότατα θα είναι ένα θεαματικό γεγονός. Θα είναι μια επιστροφή στην πατρίδα του, αλλά θα είναι επίσης πολύ διαφορετική από εκείνη που κάποτε ονειρευόταν».
Διαβάστε ακόμη
Ποιοι δασμοί; Αμείωτες οι αγορές από Κίνα παρά τα 3 ευρώ καπέλο
Πώς η Village βγήκε από τη δική της Οδύσσεια και κέρδισε το στοίχημα της μεγάλης οθόνης
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφτείτε το Πρώτο Θέμα
Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.